Ο David Ricks ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα στις Νεοελληνικές και τις Συγκριτολογικές σπουδές και με την παρουσία του, τόσο την επιστημονική όσο και τη διοικητική (χρημάτισε για χρόνια κοσμήτορας), ανύψωσε το γόητρο των ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό. To 2024 εξέδωσε την ποιητική συλλογή With signs following.[1]
Αν σκεφτούμε την κατηγοριοποίηση των κριτικών που κάνει ο T. S. Eliot,[2] o Ricks μπορεί να ενταχθεί σε δύο ομάδες: α) στην ομάδα των ακαδημαϊκών-θεωρητικών κριτικών (χωρίς έμφαση στη «θεωρία») που καλύπτει το ευρύ φάσμα από τη μελέτη ενός συγγραφέα, μιας εποχής, μιας γλώσσας και τον συσχετισμό τους με άλλον συγγραφέα, εποχή ή γλώσσα μέχρι τη φιλοσοφική, ψυχολογική ή ηθική προσέγγιση της λογοτεχνίας, αλλά και β) λόγω της ποιητικής του ιδιότητας, στην κατηγορία των ποιητών-κριτικών, δηλαδή των ποιητών η κριτική των οποίων σχετίζεται ευθέως ή αντιστρόφως με τη δημιουργική τους δραστηριότητα.
Οι μελέτες του δείχνουν τη βιβλιογραφική του ενημέρωση. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει είναι η ευχέρεια με την οποία κινείται σε μια ευρύτατη γκάμα κειμένων της ελληνικής και της ξένης (κυρίως της αγγλικής) λογοτεχνίας καθώς και στο εξίσου ευρύ πολιτισμικό τους πλαίσιο. Αυτό του επιτρέπει «to hang up looking glasses at odd corners» (Βιρτζίνια Γουλφ) ή, για να συνεχίσω την οπτική μεταφορά, να προβαίνει σε οξυδερκείς, ενίοτε απρόσμενους συσχετισμούς και να μην εξαντλείται σε τριτεύουσες παραπομπές. Όπως ακριβώς το εκφράζει στο σατιρικό δίστιχό του «Full Professors»: «The brain succumbs at length to tertiary / Literature: we can cite, but we can’t see”»[3].
Η αναφορά μου στον Έλιοτ δεν είναι τυχαία, αφού ο Άγγλος ποιητής είναι αντικείμενο της κριτικής μελέτης του Ricks «Lorenzatos and Eliot»[4] και του ποιήματός του «Mr Eliot’s Confession», στα οποία θα επικεντρωθώ στη συνέχεια. Η μελέτη (ανακοίνωση του 2006) τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ εργασιών της δεκαετίας του 1990 για το «Χαμένο Κέντρο» και τη σχέση Σεφέρη - Λορεντζάτου (από τους Leontis, Calotychos κ.ά) και της τελευταίας δεκαπενταετίας για τις σχέσεις Έλιοτ - Σεφέρη - Λορεντζάτου (από τους Δημητρακάκη, Πεχλιβάνο, Παπουτσάκη κ.ά).[5] Είχε προηγηθεί η κριτική του Ricks για τους δύο πρώτους τόμους των Μελετών του Λορεντζάτου (TLS, 9/2/1996), καθώς και ο συναφής «Πρόλογός» του στο Drama of Quality: Selected Essays by Zissimos Lorenzatos (2000). Ακολούθησε η μελέτη «Neoplatonists in Modern Greek Poetry»,[6] στην οποία ο Ricks περιλαμβάνει την αγγλική μετάφραση και το σχολιασμό του ποιήματος του Λορεντζάτου «Ο ξένος».[7] Πρόκειται για μια ιστορία από τη ζωή του Ιμπν Αραμπί, φυσιογνωμίας του σουφισμού, που συνδυάζει την ουσία του νεοπλατωνισμού με τη μυστική παράδοση της Ανατολής. Συνδέεται με τη philosophia perennis, η οποία πιστεύει στην ύπαρξη μιας καθολικής αλήθειας που υπόκειται σε όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις, και την οποία δεν προσλαμβάνει κανείς διά της λογικής.
Η μελέτη «Lorenzatos and Eliot» είναι αριστοτεχνικά δομημένη. Αρχίζει και τελειώνει με τον σχολιασμό δύο ποιημάτων του Λορεντζάτου: «Το σπίτι» (1991)[8] και «Θαλάσσια ξύλα» (1965).[9] Το πρώτο θα μπορούσε να θεωρηθεί ποίημα ποιητικής. Αναφέρεται στην κοπιώδη διαδικασία της ποίησης, στις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά της. Ο στίχος του Έλιοτ[10] που παρεντίθεται σχολαστικά στο πρωτότυπο και σε μετάφραση: «Και ακόμη τούτο –ανίσως το ξαστόχησες– /Νηστεία και προσευχή και περικάλεση / Να λάβεις στη δουλειά σου ατέρμονη ταπεινοσύνη. / Άλλη σοφία δεν έχει. (Βλέπε σχετικά και ‘East Coker’:/Humility is endless- μέρος δύο ad finem.)» έχει την έννοια ότι η «άσκηση» είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ποιητικής δημιουργίας. Ο Ricks θεωρεί ότι οι στίχοι εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του Έλληνα ποιητή προς τον Έλιοτ και αποτελούν πυξίδα για το ποιητικό και κριτικό έργο του.
Το δεύτερο ποίημα, το οποίο και μεταφράζει ο Ricks,[11] θεωρείται μεταφορά και αναπροσαρμογή του Έλιοτ σε ελληνικά συμφραζόμενα, όπως θα δούμε παρακάτω.
Το κύριο μέρος της μελέτης αφιερώνεται στη μελέτη του Λορεντζάτου «T. S. Eliot» (γραφή 7-15/1/1965),[12] την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει «νεκρολογία». Πρόκειται για ένα προκλητικό κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εποχές με τον τίτλο «Τί ἂν θέλοι ὁ σπερμολόγος οὗτος λέγειν; T. S. Eliot (1888-1965)». Ο τίτλος αποτελεί παραπομπή στην υποτιμητική αντιμετώπιση του Αποστόλου Παύλου στην Αθήνα από τους επικούρειους και στωικούς φιλοσόφους. Το κείμενο έχει ως μότο τον ελιοτικό στίχο «The poetry does not matter», ο οποίος συνήθως ερμηνεύεται ως απόρριψη του λυρισμού ή του συμβολισμού χάριν μιας ποίησης που παλεύει για το νόημα. Με τα λόγια του Λορεντζάτου, πρόκειται για «ποίηση τόσο διάφανη ώστε διαβάζοντάς τη να σταματάμε σε κείνο στο οποίο αποβλέπει το ποίημα, και όχι στην ποίηση».[13]
Ο Έλιοτ παρουσιάζεται με ελάχιστα και κάπως αόριστα βιογραφικά στοιχεία διάσπαρτα στο κείμενο. Η προσέγγιση είναι εντελώς επιλεκτική και εστιάζει κυρίως στην περίοδο μετά την προσχώρησή του στον αγγλο-καθολικισμό (1927). Ο Λορεντζάτος τον παρουσιάζει ως τον εκλεκτό «έναν» εκείνον που, μετά από μια περίοδο δοκιμασίας, ανακαλύπτει «the still point of the turning world» (δηλαδή τον Χριστό) και διαμορφώνει αναλόγως το περιεχόμενο της ποίησής του. Με αυτόν τον τρόπο, ο Έλιοτ παρουσιάζεται έτσι ώστε να ανταποκρίνεται και να ενισχύει τις απόψεις που είχε διαμορφώσει ο Λορεντζάτος από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Απόψεις: α) περί χρεοκοπίας του «τερατόμορφου διανοητικού και τεχνοκρατικού» δυτικού κόσμου (309) στον οποίο οι άνθρωποι ανεξαρτήτως φρονημάτων είναι δυστυχισμένοι (Έρημη χώρα)∙ β) περί της φύσης και της απόβλεψης της ποίησης (όχι ως αισθητικού αυτοσκοπού), αλλά ως «υπομνηματισμού και αντιφεγγίσματος του κεντρικού πνευματικού πυρήνα μιας ολότητας που παρουσιάζει ενιαία τη μεταφυσική και φυσική ζωή»[14]· γ) περί της χρήσης της γλώσσας, «ενός οργάνου από τη φύση του ιερού»,[15] την οποία ο Έλιοτ θέτει στην υπηρεσία «του πιο απροσπέλαστου ακόμη στόχου» (305) με αποτέλεσμα η ποίησή του να αποκτά «απροσμέτρητο πνευματικό βάθος» (306) κατανοητό από ομοειδείς αναγνώστες. Πολύ συνοπτικά θίγεται η κριτική οξύνοια του Έλιοτ, ο οποίος ανέδειξε τους προγενέστερους μεγάλους κριτικούς και αναδιέταξε τον κανόνα της αγγλικής λογοτεχνίας.
Ο Ricks εξετάζει τις απόψεις του Λορεντζάτου με δύο τρόπους: Οριζόντια (χρονική εξέλιξη): παρακολουθεί την πορεία από την παλαιότερη απορριπτική στάση του Λορεντζάτου στον πρόλογο της μετάφρασης του Μπλέικ (300 σημ.) μέχρι την πλήρη αποδοχή του Έλιοτ. Κάθετα (συγκριτική προσέγγιση): αντιπαραβάλλει τις απόψεις του Λορεντζάτου με εκείνες του Σεφέρη σε δύο επίπεδα: στο κριτικό έργο, όπου ο Ricks εξαίρει τις παρατηρήσεις του Λορεντζάτου για τους Κάλβο, Σολωμό, Καρυωτάκη και Καβάφη, καθώς και στην Αλληλογραφία των δύο συγγραφέων.
Αρχικά και οι δύο συμφωνούν στις επιφυλακτικές τους κρίσεις για τις ύστερες πολιτικο-θρησκευτικές αντιλήψεις του Έλιοτ στα δοκίμια και τα θεατρικά του. Ωστόσο, αυτή η παραλληλία μεταπίπτει σε διαφωνία, όταν ο Λορεντζάτος, υπό την επίδραση του Φίλιπ Σέραρντ, εκφράζει στα άρθρα του και στην Αλληλογραφία τους τον αντι-δυτικισμό του σε θρησκευτικό και αισθητικό επίπεδο. Η διαφωνία τους επεκτείνεται και στην αντιμετώπιση των Αρχαίων από τη Δύση: στη «νεκρολογία» του ο Λορεντζάτος επικροτεί τη συγκρατημένη στάση του Έλιοτ απέναντι στους αρχαίους κλασικούς, αντίθετα με τους «μεγαλόστομους πανηγυρισμούς των [Ευρωπαίων] κλασικιστών» που τους έκαμαν «αγνώριστους» (310). Και αντίστροφα, εκτιμά την προτίμηση του Έλιοτ στην προκλασική σκέψη (Ηράκλειτος) ή στην πρόσληψη των αρχαίων μέσω του Μεσαίωνα (Βιργίλιος και Δάντης).
Οι διαφορές τους φαίνονται και στις αναφορές τους σε ελιοτικά κείμενα. Ενώ ο Σεφέρης προτιμά τα Ariel Poems, o Λορεντζάτος α) εστιάζει στα χορικά του Rock, έργου που γράφτηκε κατά παραγγελία από την εκκλησία για συγκεκριμένο ακροατήριο και το οποίο χαρακτηρίζεται από εμφανή κηρυγματική διατύπωση και «biting sarcasm» (δηκτικό σαρκασμό)[16] και β) κλείνει τη «νεκρολογία» του με την κατακλείδα του Thoughts after Lambeth (1931). Το δοκίμιο αυτό εξετάζει τη θέση, τις επιλογές και τη συμβολή της εκκλησίας ως θεσμού. Συγκεκριμένα, πραγματεύεται το ερώτημα αν η εκκλησία πρέπει να παραμείνει αμετάβλητη ή να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες για τη διατήρηση της Πίστης μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο μη χριστιανικής, εκκοσμικευμένης νοοτροπίας, σε μια εποχή που αντιμετώπιζε τις προκλήσεις των αναδυόμενων ολοκληρωτισμών.
Γι’ αυτό, πολύτιμη είναι η διευκρίνιση του Ricks σχετικά με το περιεχόμενο του αγγλο-καθολικισμού του Έλιοτ, που απέχει τόσο από τον προτεσταντισμό, όσο και από τη «σχολαστική λατινικότητα» και το παπικό πρωτείο της Ρώμης.[17] Ο αγγλο-καθολικισμός ασπάζεται την κοινή πίστη πριν από το Σχίσμα, λατρεύει την Παναγία και τους αγίους, έχει πλούσια λειτουργική, λατρευτική ζωή και ταυτοχρόνως διαφυλάσσει την ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά του τόπου.[18] Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, διότι κατά τον Ricks η επιμονή του Λορεντζάτου στην κριτική του Καθολικισμού (ως συνδήλωσης της Δύσης) μπορεί να δικαιολογεί μεταξύ άλλων τους «εξωλογοτεχνικούς, εξωγλωσσικούς, λόγους άλλους» (298) για τους οποίους ο Έλληνας δεν μπορεί να «αφομοιώσει ολόκληρο τον Έλιοτ». Τίθεται δηλαδή ταυτοχρόνως και ζήτημα πολιτισμικών συμφραζομένων και το ερώτημα αν η αποδοχή της ποίησης μπορεί να είναι ή όχι σχετική με τις πεποιθήσεις του αναγνώστη, θέμα για το οποίο ο Έλιοτ έχει εκφράσει κατά καιρούς διαφορετικές απόψεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ricks διαβάζει το ποίημα «Θαλάσσια ξύλα» ως ανοικτό διάλογο με το «The Dry Salvages» του Έλιοτ.[19] Και τα δύο έχουν κοινό θέμα τη θάλασσα ως στοιχείο της φύσης που καταφάσκει τη θεϊκή δύναμη∙ και τα δύο περιλαμβάνουν μια προσευχή με κοινή παράθεση του δαντικού[20] στίχου «[Vergine Madre], figlia del tuo figlio, / Queen of Heaven» = «Νύχτα παντάνασσα, νύχτα πλατυτέρα / νύχτα Μαρία του γιου σου θυγατέρα», σε διαφορετική όμως θέση. Η προσευχή του Έλιοτ αναφέρεται σε κυριολεκτικούς ψαράδες του τόπου και μεταφορικούς αλιείς, στις γυναίκες που αναμένουν τους συγγενείς τους, καθώς και στους νεκρούς από πνιγμό που βρίσκονται στο Καθαρτήριο ή την Κόλαση, όπου δεν ακούγεται ο ήχος της καμπάνας. Η προσευχή του Λορεντζάτου αναφέρεται σε ψαράδες, μια αρχαϊκή κοινότητα του μόχθου, που τηρεί ευλαβικά τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου. Αντιπαραβάλλονται στους δυτικοθρεμμένους «σοφούς» και διανοούμενους του ελληνικού κράτους, οι οποίοι επαγγέλλονται την πρόοδο. Οι τελευταίοι αντιστοιχίζονται με τους πνευματιστές, τους μάντεις, τους ψυχαναλυτές (διάβ. Φρόυντ) του Έλιοτ, οι οποίοι προσλαμβάνουν οριζόντια τον χρόνο (ως παρελθόν ή μέλλον) και όχι κάθετα, ως σημείο τομής δηλαδή με το άχρονο (the still point of the turning world = την ενσάρκωση του Χριστού).
Αποσπώντας το δαντικό-ελιοτικό δίστιχο από την προσευχή και τοποθετώντας το στο τέλος του ποιήματος μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του «κάστρου» (της παράδοσης; της πατρίδας;),[21] που μοιάζει εντέλει με καθαρτήρια φωτιά, νομίζω ότι ο Λορεντζάτος προχωρά πέρα από τον φόβο και την «υποψία», στη «σκοτεινή νύχτα», απαραίτητο στάδιο στην πορεία του χριστιανικού μυστικισμού[22] για τη δημιουργία της καινούργιας ζωής. Η «υποψία» μεταβάλλεται σε ύμνο (σικελιανικής υφής κατά τον Ricks) προς την Παναγία, η οποία με την αγιότητά της ενσαρκώνει το παράδοξο που ανατρέπει τη χρονική ακολουθία και εισάγει το άχρονο στον χρόνο.
Και ως ποιητής ο David Ricks αναφέρεται στο ζήτημα του ελιοτικού αγγλο-καθολικισμού στο ποίημά του «Mr Eliots’s Confession / St Silas the Martyr, Kentish Town, early 1950s»:[23]
With the regularity of a distinguished
Quarterly review
An elder statesman peregrinates
To -all of places- this presbytery.
His word here, tendered,
Will not leave these four walls.
The inexplicable
Splendour has come to assume
Explicitness. An interrogatory
Wooden guild of saints
Cluttering an ‘odd expressionist
Gothic’ of the year of grace 1911
Furnishes its own startling answer:
These bones can live.
Το ποίημα θα μπορούσε να θεωρηθεί βιογραφικό, αφού αναδεικνύει την αφοσίωση του Έλιοτ στο τελετουργικό της εκκλησίας (κατάνυξη αλλά και αισθητική ευχαρίστηση από την αρχιτεκτονική, τη μουσική, την ποίηση) και την ενεργό συμμετοχή του στα μυστήρια, κυρίως της εξομολόγησης, με δεδομένο ότι θεωρούσε τη μετάνοια και την ταπεινοφροσύνη θεμέλια της χριστιανικής πίστης και ζωής. Οι διαπιστώσεις αυτές προϋποθέτουν ότι ο αναγνώστης αναγνωρίζει τις άμεσες αλλά και τις κρυπτικές αναφορές στον βίο και το έργο του Έλιοτ. Θα επισημάνω μερικές:
- Η περιφερειακή εκκλησία St Silas Kentish Town, στην οποία επέλεγε να εξομολογείται ο διάσημος πλέον Έλιοτ τη δεκαετία του 1950,[24] περιγράφεται όντως ως μια «οdd, expressionist Gothic church».[25] Αντιπαραβάλλεται με την επίσης οικεία στον Έλιοτ εκκλησία St Magnus the Martyr, London Bridge, την «inexplicable splendour» (ανεξήγητη μεγαλοπρέπεια) της οποίας [of Ionian white and gold] μνημονεύει ο ποιητής στην Έρημη χώρα (ΙΙΙ, στ. 263-65). Από την αντιπαραβολή αυτή προκύπτει μια σειρά αντιθέσεων: περιφέρεια-κέντρο, γοτθικό-κλασικό, παράξενο-αρμονικό, ιδιωτικό-δημόσιο.
- Ο ειρωνικός (κατά Βαγενά)[26] παραλληλισμός της συχνότητας έκδοσης ενός τριμηνιαίου περιοδικού (όπως το Criterion 1922-1939 του Έλιοτ) με τη συχνότητα των επισκέψεων για εξομολόγηση γίνεται ειρωνικότερος αν λάβουμε υπόψη ότι ένας ευσεβής αγγλο-καθολικός πρέπει να προσέρχεται στο μυστήριο τρεις με τέσσερις φορές το χρόνο.[27] Στην πραγματικότητα, υπονοείται η διάκριση μεταξύ της ζωής και της ποιητικής και κριτικής δημιουργίας του ποιητή: ο Έλιοτ δεν είναι θρησκευτικός ποιητής αλλά ένας μοντερνιστής ποιητής που συμβαίνει να είναι αγγλο-καθολικός.
- Ο όρος «elder statesman» που χρησιμοποιεί ο Ricks παραπέμπει στο τελευταίο θεατρικό έργο του Έλιοτ με τίτλο The Elder Statesman (1959), στο οποίο ο ήρωας, ένας αξιοσέβαστος παλαίμαχος πολιτικός, «εξομολογείται» στην κόρη του το παρελθόν του. Η κατανόηση και η αγάπη της του δημιουργούν αισθήματα ανακούφισης και απολύτρωσης παρόμοια με εκείνα του μυστηρίου της εξομολόγησης.
- Η «wooden guilt of saints» (= «η ξύλινη αδελφότητα των αγίων») η οποία απαντά καταφατικά στο ερώτημα του Ιεζεκιήλ («εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα») παραπέμπει μάλλον στη λειψανοθήκη κάτω από το ξύλινο κιβώριο του Αγίου Σίλα. Είναι γνωστό ότι η προφητεία των ξηρών οστών αποτελεί προτύπωση της Εκκλησίας και της τελικής Αναστάσεως των νεκρών. Η εικόνα με ελαφρά παραλλαγμένο τρόπο εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος της Ash Wednesday:
…And God said / Shall these bones live? Shall these / Bones live? And that which had been contained / In the bones (which were already dry) said chirping: / Because of the goodness of this Lady / […] and because she honours the Virgin in meditation / We shine with brightness.
Η εξομολόγηση (confession) του Eliot ξεκινά ως μυστήριο προσωπικής εξιλέωσης και καταλήγει λογοτεχνικά, μέσω της αντικειμενικής συστοιχίας (άγια λείψανα), σε μια δημόσια ομολογία πίστης (confession).
O Ricks, εντριβής στον βίο και το έργο του Έλιοτ, επιλέγει μια «λεπτομέρεια» από την προσωπική ζωή του ποιητή και την παρουσιάζει με την ιδιότυπη τεχνική του (επιλογή σπάνιων ή δίσημων λέξεων, απρόσμενων μεταφορών και της μιας καίριας αντίθεσης) στον αναγνώστη με διαρκείς αναφορές στο ελιοτικό έργο. Ως ποιητής ο David Ricks διαθέτει το χάρισμα που ο Έλιοτ είχε επισημάνει για τους «Μεταφυσικούς ποιητές» και ο Λορεντζάτος θαύμαζε για την πυκνή του διατύπωση:
He incorporates his erudition into his sensibility.
[1] David Ricks, With signs following. «Afterword» by A.E. Stallings, Reading, Two Rivers Press, 2024. Ποιήματα της συλλογής μεταφράστηκαν από τον Νάσο Βαγενά και εκδόθηκαν με τίτλο Σημεία των καιρών, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2025.
[2] T. S. Eliot, To Criticize the Critic, London, Faber and Faber, 1965, σ. 11-26.
[3] Ricks, With signs following, ό.π. σ. 26.
[4] David Ricks, «Lorenzatos and Eliot», Sobornost, 32:2 (2010) σ. 6-18, https://www.yumpu.com/en/document/view/12247529/sobornost#google_vignette
[5] Βλ. και Αντί χρυσέων. Αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, Δόμος, Αθήνα 1995. Και τα αφιερώματα των περ. Αντί, περ. Β΄, τχ. 823-24 (Ιούλ.-Σεπτ. 2004) και Νέας Εστίας, βλ. σημ. 9.
[6] «Neoplatonists in Modern Greek Poetry», Proceedings of the British Academy, 240 (2022) σ. 454-68, ιδ. 464-67.
[7] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ποιήματα. Μικρά Σύρτις, Αλφαβητάρι, Συλλογή, Ίκαρος, Αθήνα 2006, σ. 168-70, 225-26. Στο εξής οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν σε αυτή την έκδοση.
[8] Ό.π. σημ. 7, σ. 154-55.
[9] Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Θαλάσσια ξύλα». Μεταγραφή, παρουσίαση, σημειώσεις, γλωσσάρι: Ερρίκος Σοφράς, Νέα Εστία, τχ. 1786 (Φεβρουάριος 2006) σ. 189-97.
[10] T.S. Eliot, Four Quartets, London, Faber, 71972, σ. 17.
[11] Zissimos Lorenzatos, «Maritime Barks», ό.π. σημ. 4, σ. 56-60.
[12] Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες, Τόμος Δεύτερος, Δόμος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 22007, σ. 295-311. Στο εξής οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν σε αυτή την έκδοση.
[13] Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Διόσκουροι 1. Γιώργος Σαραντάρης» Μελέτες, Τόμος Τρίτος, Δόμος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σ. 332-33.
[14] Ό.π. σημ.13, σ. 332.
[15] Γράμματα -Σεφέρη-Λορεντζάτου, επιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1990, σ. 103.
[16] Ό.π. σημ. 4, σ. 16.
[17] Βλ. σχετ. Barry Spurr, Anglo-Catholic in Religion: T. S. Eliot and Christianity, Cambridge, The Lutterworth Press, 2010, σ. 111-14.
[18] Ο Ricks επισημαίνει επίσης εύστοχα α) τον θαυμασμό του Έλιοτ για τον ελληνομαθή επίσκοπο του 17ου αιώνα Lancelot Andrewes, γνώστη των Ελλήνων πατέρων της Εκκλησίας, β) τον συναφούς πνεύματος τόμο Catholicity με απόψεις συμπαθείς προς την Ορθοδοξία, στην εκδοτική ομάδα του οποίου μετείχε ο Έλιοτ, γ) το γεγονός ότι ο Λορεντζάτος μετέφρασε το βιβλίο Για να ζήσει ο κόσμος του Schmemann, ο οποίος ανήκε σε αυτήν την παράδοση.
[19] Ό.π. σημ. 10, σ. 35-45: «The Dry Salvages is a small group of rocks […] of the N.E. coast of Cape Ann Massachusetts».
[20] Με μετατόπιση από τον «Παράδεισο» XXXIII στην «Κόλαση».
[21] Οι στίχοι «Μπαίνουν οχτροί πολλοί μασκαρεμένοι / σε φίλους» (στ. 50-52) νομίζω πως είναι εμφανής αναφορά στον Ζ΄ Ψαλμό από τη «Γένεσι» του Άξιον εστί του Ελύτη «Ήρθαν / ντυμένοι “φίλοι” / αμέτρητες φορές οι εχθροί μου / το παμπάλαιο χώμα πατώντας».
[22] Πβ. ό.π. σημ. 10, «East Coker»: «I said to my soul, be still, and let the dark come upon you/which shall be the darkness of God» (στ. 113-14).
[23] Ό.π. σημ. 1, σ. 70. Για μια ελεύθερη απόδοση του ποιήματος βλ. Βαγενάς, ό.π. σημ. 1, σ. 21.
[24] Barry Spurr, « ‘Anglo-Catholic in Religion’»: T.S. Eliot and Christianity», στο The New Companion to T.S. Eliot, Cambridge, CUP 2016, σ. 187-202, ιδ. 195-96.
[25] Ricks, ό.π. σημ. 1, σ. 77
[26] Βαγενάς, ό.π. σημ. 1, σ. 11.
[27] Barry Spurr, ό.π., σημ. 17, σ. 137.