Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου. Νουβέλα, Στερέωμα, Αθήνα 2026, 192 σελ.
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως. Δεν βγαίνουν ποτέ εύκολα από τη μνήμη. Μια αφήγηση που θα επανέλθει κατ’ επανάληψη σε μια διπλή απώλεια μοιρασμένη σε πρωτοπρόσωπο και σε τριτοπρόσωπο λόγο.
Με το πρώτο της πεζό και μυθιστόρημα Τίνος είσαι εσύ (2023), η Μάρω Κακαβέλα θα δοκιμάσει να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων. Από πού προερχόμαστε και ποιος είναι ο αληθινός σύνδεσμος με τους γονείς μας, φυσικούς ή θετούς; Πώς μπορεί να πλαστούν οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια και με ποιον τρόπο μπορούμε να ανακαλύψουμε τον πυρήνα του εγώ μας, έστω και μετά από μια μακρά χρονική διαδρομή; Η πορεία των ηρώων ξεκινάει από τον Εμφύλιο και φτάνει μέχρι σήμερα.
Χρησιμοποιώντας ποικίλες μορφές αφήγησης (μονολόγους, επιστολική γραφή, δημόσια έγγραφα ως τεκμήρια εποχής, κριτική κινηματογράφου, ακόμα και συνταγές), που θα ποικίλουν τους τόνους και τις οπτικές της γωνίες, χωρίς καταχρήσεις ή δίχως την οποιαδήποτε πλεονάζουσα διάθεση για μεταμοντερνιστικό πνεύμα, η συγγραφέας φιλοτεχνεί, πριν και πάνω απ’ όλα, ένα μυθιστόρημα για την ταυτότητα και τη μνήμη. Ως προς τη λειτουργία της μνήμης, τα δύο ετεροθαλή αδέλφια που πρωταγωνιστούν στη δράση, ο Πέτρος και ο Ρήγας, αναμετριούνται μαζί της τόσο στο επίπεδο ενός περίπλοκου και φορτωμένου με ενοχές, αποκρύψεις και σιωπές οικογενειακού περίγυρου όσο και στο επίπεδο της αναβίωσης του Εμφυλίου στον δικό τους παρελθοντικό και παροντικό χρόνο. Τα ιστορικά τους βιώματα δεν κατάγονται, λόγω γενιάς, τόσο από την εμφυλιακή περίοδο όσο από μια δεύτερη, διαμεσολαβημένη πολιτική εμπειρία – από μια παραφρασμένη, όχι, όμως, και λιγότερο οδυνηρή μνήμη, μια μνήμη που έχουμε συνηθίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών να ονομάζουμε «μεταμνήμη».
Παιδιά του Εμφυλίου
Ο Πέτρος και ο Ρήγας δεν πρόλαβαν να ζήσουν τον Εμφύλιο, βιώνουν όμως σε όλη τη ζωή τους τις συνέπειές του. Παιδιά που μεγάλωσαν με θετούς γονείς λόγω των δεινών και –περισσότερο– των φόβων τούς οποίους προκάλεσε η εμφύλια σύρραξη στους ανιόντες τους (στους θετούς γονείς και στους στενούς τους φίλους), θα βασανιστούν όχι μόνο από τα διαμεσολαβημένα πάθη της Ιστορίας, αλλά και από τα πάθη του ενήλικου βίου τους, ο οποίος θα στιγματιστεί από την αναμεταξύ τους απόσταση και αποξένωση μέχρι την ώρα κατά την οποία μια κληρονομιά θα οδηγήσει τον Πέτρο στο δρόμο της αποκρυπτογράφησης των οικογενειακών μυστικών και της σταδιακής συμφιλίωσης με το φάσμα τους. Ένας δρόμος που θα τον βοηθήσει εκ παραλλήλου να αποκωδικοποιήσει τον εαυτό του, να συναντηθεί ψυχικά, όπως και εκ του φυσικού, με το απομακρυσμένο πρόσωπο του Ρήγα, να υπομείνει τις αλκοολικές του κρίσεις, να ξανασκεφτεί τους όρους της επαγγελματικής του αποτυχίας (άλλοτε διάσημος δημοσιογράφος), έστω αγγίζοντας μια σωτήρια καταλλαγή. Καταλλαγή η οποία πέρα από το συμφιλιωτικό νόημα που δίνει ο Απόστολος Παύλος στη λέξη, αποκτά εν προκειμένω την έννοια της αναγνώρισης του ατομικού δράματος, καθώς και της αποθεραπείας του πολιτικού τραύματος.
Με πολύ καλές ισορροπίες στη σύνθεσή της, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, με σαφή και ακριβολόγο έκφραση και με λειτουργικές αφηγηματικές μεθόδους, η Κακαβέλα ενέγραψε με την πρώτη της εμφάνιση σημαντικές υποθήκες για το συγγραφικό της μέλλον. Με το δεύτερο πεζογραφικό της βιβλίο, τη νουβέλα Το καλοκαίρι του σκύλου, τα ερωτήματα θα αποδειχθούν τελείως διαφορετικά, αν και θα παραμείνουν εντός της οικογένειας. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουν δύο παιδιά, έστω και εντελώς άσχετα μεταξύ τους, στους εναπομείναντες γονείς; Ποιες δυνάμεις κινητοποιούνται ή αναστέλλονται στο εσωτερικό τους και πώς θα διαγραφεί εφεξής η πορεία τους; Παραμένοντας λιτή και λειτουργική συν, ωστόσο, με ένα πολύ πυκνότερο και πιο κατασταλαγμένο ύφος, προσεκτικά κατανεμημένο σε διαφορετικές φωνές (αντί για μορφές λόγου, όπως στο Τίνος είσαι εσύ), η συγγραφέας θα ξετυλίξει μια περίτεχνη και (γιατί όχι;) με αρκετή ίντριγκα πλοκή.
Το 2012, ο Γιάννος, γιος του Ηλία και της Έρσης, παρασύρεται από έναν μεθυσμένο ταξιτζή και ο οδηγός καταδικάζεται για το θάνατό του, με τη διαφορά πως μόλις μέσα σε μια διετία αποφυλακίζεται. Στο μεταξύ, το 1989, δύο αδέλφια σκοτώνουν στην Κρήτη έναν συγχωριανό τους, αλλά δικάζονται και εν κατακλείδι αθωώνονται ενώ ο μικρός γιος του ενός εκ των δύο θα βρεθεί ύστερα από κάποιο διάστημα νεκρός. Κανείς δεν πρόκειται να μάθει ή να πει ποτέ τι ακριβώς μεσολάβησε.
Συνεχείς αναδρομές
Οι νεκροί δεν πεθαίνουν παρά σπανίως και στη συγκριμένη περίπτωση δεν βγαίνουν εύκολα από τη μνήμη – και η Κακαβέλα θα επανέλθει με συνεχείς αναδρομές στα χαμένα παιδιά, χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση για τους μονολόγους του μικρού Νικόλα από την Κρήτη και του Ηλία από την Αθήνα και τριτοπρόσωπη αφήγηση για τις ανακρίσεις που διεξάγει ο αστυνόμος Νικήτας, πάλι στην Αθήνα, με τον πρωταρχικό ύποπτο για τη δολοφονία του προώρως αποφυλακισμένου ταξιτζή. Ο Ηλίας έχει σκοτώσει τον ταξιτζή, συντρίβεται από τις ενοχές, διαψεύδει τις εγειρόμενες υποψίες και τις μομφές πλην είναι αδύνατον να απωθήσει το γεγονός πως ο Γιάννος ήταν ομοφυλόφιλος και κατέφευγε μόνο στην Έρση γι’ αυτό, ενώ ομοφυλόφιλος (εν κρυπτώ) είναι και ο αστυνόμος.
Ο μικρός Νικόλας και ο Γιάννος, οι δύο νεκροί, βασανίζονται ακόμα και μεταθανατίως από την κοινωνία (ο πρώτος λόγω του δολοφόνου πατέρα του) και από τα άτομα (ο δεύτερος εξαιτίας της πατρικής άρνησης για οποιαδήποτε αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού), η Έρση έχει δει από καιρό τον βίο της να πηγαίνει χαράμι, ο αστυνόμος έχει παγιδευτεί στις διηγήσεις του Ηλία για τα ερωτικά του γιου του, με τα οποία και ταυτίζεται, και η Κακαβέλα θα συντονίσει την πολυφωνία της με έναν ευτυχώς μη συμπεριληπτικό και ταυτοχρόνως συμπεριληπτικό τρόπο – χωρίς, δηλαδή, να απαντήσει στα πάντα και χωρίς να εξοβελίσει κανέναν από το σώμα των διαλόγων και των μονολόγων της. Και αυτή είναι η επιτυχία του βιβλίου της, ακόμα κι αν το ίδιο βαραίνει κατά τόπους, κυρίως λόγω της πληθώρας των ταυτίσεων και των συνταυτίσεων.
Επανεξετάζοντας το κοινό παρελθόν της Ανατολικής Μεσογείου
Conversation in the Library / Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη / Kütüphanede Μuhabbet, Ίδρυμα Hafiz Ahmed Agha & Ahmed Fethi Paşa, εκδ. Tüten & Terebinthos, Κωνσταντινούπολη - Ρόδος 2025, 2 τόμοι, α΄ τόμος 640 σελ., β΄ τόμος 484 σελ.
Πριν από περισσότερους από δύο αιώνες, στην οθωμανική Ρόδο ιδρύθηκε βιβλιοθήκη χειρογράφων. Σήμερα, επιλογή από χειρόγραφα εκείνης της βιβλιοθήκης δημοσιεύονται σε μια έκδοση. Δεν είναι απλώς πηγές για επιστημονική ανάλυση. Είναι αντικείμενα που έχουν επιβιώσει από πολέμους, πολιτικούς μετασχηματισμούς και τις μεταβαλλόμενες τύχες των κοινοτήτων σε όλη την περιοχή. Η διατήρησή τους αποτελεί από μόνη της απόδειξη της αντοχής της πολιτιστικής μνήμης.
Στη σύγχρονη Ανατολική Μεσόγειο, η ιστορία συχνά γράφεται ως μια ακολουθία διαιρέσεων. Έθνη αναδύονται, σύνορα σκληραίνουν και η συλλογική μνήμη αναδιοργανώνεται γύρω από τις αποφασιστικές ρήξεις του εικοστού αιώνα –πολέμους, ανταλλαγές πληθυσμών– και τις πολιτικές αφηγήσεις που τις ακολούθησαν. Έλληνες, Τούρκοι, Άραβες, Αρμένιοι, Εβραίοι και άλλοι εμφανίζονται σε αυτές τις αφηγήσεις κυρίως ως ξεχωριστοί λαοί που κινούνται σε παράλληλες, συχνά ανταγωνιστικές τροχιές. Αυτό που εξαφανίζεται στη διαδικασία είναι η μακρά, πολύ μακρότερη ιστορία συνύπαρξης που προηγήθηκε της εποχής της σύγκρουσης των εθνών.
Το δίτομο συλλογικό έργο Conversation in the Library σκοπεύει να ανακτήσει αυτό το χαμένο έδαφος. Καλύπτοντας περισσότερες από χίλιες εκατό σελίδες και συγκεντρώνοντας ένα ευρύ φάσμα λογίων συγγραφέων από δεκαπέντε κράτη, το έργο είναι λιγότερο μια συμβατική ακαδημαϊκή συλλογή και περισσότερο μια προσεκτικά οργανωμένη πνευματική σύναξη. Σχεδιασμένοι από τον Τάρικ Τούτεν, υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Χαφίζ Αχμέτ Αγά και Αχμέτ Φετχί, του οποίου είναι κληρονόμος –ενός ιδρύματος με ρίζες στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρόδο– και συνδεδεμένοι με μια ιστορική βιβλιοθήκη χειρογράφων που ιδρύθηκε το 1793, οι τόμοι προσκαλούν τους αναγνώστες σε ένα χώρο όπου χειρόγραφα, γλώσσες και επιστημονικές φωνές συναντώνται πέρα από ιστορικά και πολιτικά όρια.
Ο τίτλος αποτυπώνει το πνεύμα του έργου με ακρίβεια. Μια βιβλιοθήκη, άλλωστε, δεν είναι απλώς ένα αποθετήριο βιβλίων, αλλά ένας τόπος συζήτησης: μεταξύ κειμένων και αναγνωστών, μεταξύ γλωσσών και παραδόσεων, και μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Σε αυτούς τους τόμους, η βιβλιοθήκη γίνεται μια μεταφορά για τον ευρύτερο κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου – μια περιοχή όπου οι πολιτισμοί διασταυρώνονται, επικαλύπτονται και επηρεάζουν ο ένας τον άλλο με τρόπους που τα σύγχρονα εθνικά πλαίσια αγωνίζονται να συγκρατήσουν.
Μια βιβλιοθήκη στην οθωμανική Ρόδο
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται η βιβλιοθήκη χειρογράφων που ιδρύθηκε στη Ρόδο στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα από τον Χαφίζ Αχμέτ Αγά. Όπως πολλές οθωμανικές βιβλιοθήκες που ιδρύθηκαν μέσω φιλανθρωπικών κληροδοτημάτων (βακούφια), σχεδιάστηκε όχι απλώς ως συλλογή αλλά ως δημόσιος οργανισμός αφιερωμένος στη διακίνηση της γνώσης. Τέτοιες βιβλιοθήκες ήταν συχνά πολύγλωσσες ως εκ της φύσεώς τους, αντανακλώντας το κοσμοπολίτικο πνευματικό περιβάλλον του κόσμου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου αραβικά, περσικά, οθωμανικά τουρκικά και ελληνικά κείμενα μπορούσαν να συνυπάρχουν στα ίδια ράφια.
Η ιστορία της βιβλιοθήκης είναι η ίδια εμβληματική της ευρύτερης ιστορίας που επιδιώκει να φωτίσει το βιβλίο. Η Ρόδος, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι του Αιγαίου και της Μέσης Ανατολής, υπήρξε από καιρό σημείο συνάντησης πολιτισμών – βυζαντινών, οθωμανικών, ιταλικών, ελληνικών και τουρκικών μεταξύ τους. Στο πέρασμα των αιώνων, οι κοινότητες στην περιοχή ανέπτυξαν μορφές συνύπαρξης που σπάνια ήταν απαλλαγμένες από εντάσεις, παρ’ όλα αυτά όμως παρήγαγαν πλούσιες πολιτιστικές ανταλλαγές.
Οι συντάκτες και οι συνεργάτες του έργου Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη προσεγγίζουν αυτό το παρελθόν όχι ως ένα νοσταλγικό ιδανικό αλλά ως μια ιστορική πραγματικότητα άξια προσεκτικής εξερεύνησης. Τα δοκίμιά τους εξετάζουν χειρόγραφα, πνευματικά δίκτυα και πολιτιστικές πρακτικές που άκμασαν σε περιβάλλοντα όπου η γλωσσική και θρησκευτική ποικιλομορφία ήταν ο κανόνας. Η ίδια η βιβλιοθήκη γίνεται σημείο εισόδου σε αυτόν τον κόσμο: μια υλική υπενθύμιση ότι η γνώση κυκλοφορούσε πέρα από όρια που η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει συχνά ενισχύσει.
Οι τόμοι συγκεντρώνουν ένα εντυπωσιακό σύνολο μελετητών από ευρύ φάσμα επιστημονικών κλάδων – ιστορία, φιλολογία, μελέτες χειρογράφων, ιστορία της τέχνης και πολιτισμικές σπουδές. Ωστόσο, αυτό που ενώνει τις συνεισφορές τους δεν είναι απλώς το θέμα, αλλά μια κοινή μεθοδολογική παρόρμηση: η επιθυμία να ξεπεράσουν τις εθνικές αφηγήσεις που κυριαρχούν στην ιστοριογραφία της περιοχής από τον εικοστό αιώνα.
Στις συμβατικές εθνικές ιστορίες, το οθωμανικό παρελθόν τείνει να εμφανίζεται είτε ως προοίμιο των σύγχρονων κρατών είτε ως περίοδος που ορίζεται από τη σύγκρουση μεταξύ αναδυόμενων εθνικών ταυτοτήτων. Τέτοια πλαίσια, αν και πολιτικά ισχυρά, συχνά επισκιάζουν τις καθημερινές πραγματικότητες της συνύπαρξης που χαρακτήριζαν μεγάλο μέρος του μεσογειακού κόσμου των αρχών του νεότερου αιώνα και του δέκατου ένατου αιώνα.
Τα δοκίμια στους τόμους της Συζήτησης στη Βιβλιοθήκη υιοθετούν μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί να ξεκινούν με το έθνος, ξεκινούν με το χειρόγραφο, το αρχείο, τη βιβλιοθήκη ή το πνευματικό δίκτυο. Από αυτά τα σημεία εκκίνησης, αναδύεται μια διαφορετική εικόνα – μια εικόνα στην οποία οι μελετητές, οι γραμματείς, οι μεταφραστές και οι αναγνώστες διέσχιζαν τα γλωσσικά και πολιτισμικά όρια με σχετική ευκολία.
Τα ίδια τα χειρόγραφα μαρτυρούν αυτή τη ρευστότητα. Σημειώσεις στο περιθώριο γραμμένες σε πολλές γλώσσες, μεταφράσεις που ταξιδεύουν από το ένα αλφάβητο στο άλλο και κειμενικές παραδόσεις που μοιράζονται μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων αποκαλύπτουν έναν κόσμο πνευματικής ανταλλαγής που αντιστέκεται στην καθαρή κατηγοριοποίηση. Υπ’ αυτή την έννοια, τα χειρόγραφα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ρόδου λειτουργούν όχι μόνο ως ιστορικά αντικείμενα αλλά και ως μάρτυρες ενός πιο διασυνδεδεμένου παρελθόντος.
Ένα από τα δυνατά σημεία της συλλογής έγκειται στην άρνησή της να περιοριστεί σε μια ενιαία επιστημονική προοπτική. Οι ιστορικοί εξερευνούν τα θεσμικά και κοινωνικά πλαίσια της χειρόγραφης κουλτούρας. Οι φιλόλογοι αναλύουν κείμενα και γλωσσικούς μετασχηματισμούς. Οι ιστορικοί τέχνης εξετάζουν τις οπτικές και υλικές πτυχές των βιβλίων. Και οι μελετητές της πνευματικής ιστορίας εντοπίζουν την κυκλοφορία ιδεών σε όλες τις περιοχές.
Αυτή η ποικιλομορφία προσεγγίσεων ενισχύει την κεντρική μεταφορά του έργου: τη βιβλιοθήκη ως τόπο συζήτησης. Τα δοκίμια δεν επιχειρούν να παραγάγουν μια ενοποιημένη αφήγηση. Αντίθετα, δημιουργούν μια σειρά διαλόγων – μεταξύ επιστημονικών κλάδων, μεταξύ ιστορικών περιόδων και μεταξύ διαφορετικών ακαδημαϊκών παραδόσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που προσκαλεί τους αναγνώστες να σκεφτούν την Ανατολική Μεσόγειο όχι ως ένα σύνολο απομονωμένων εθνικών ιστοριών αλλά ως έναν κοινό πολιτιστικό χώρο. Από αυτή την άποψη, οι τόμοι βρίσκουν απήχηση σε ένα αυξανόμενο σύνολο ακαδημαϊκών που επιδιώκουν να επαναπροσδιορίσουν την περιοχή μέσα από το πρίσμα συνδεδεμένων ιστοριών.
Ωστόσο, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη διαφέρει από πολλές ακαδημαϊκές συλλογές ως προς τον τόνο και τη φιλοδοξία του. Ενώ τα δοκίμια βασίζονται σταθερά στην επιστημονική έρευνα, το έργο στο σύνολό του φέρει έναν ευρύτερο πολιτιστικό και ηθικό σκοπό.
Η αφιέρωση του πρώτου τόμου υποδηλώνει την προσωπική διάσταση που αποτελεί τη βάση του έργου. Τιμά τη Σεμσινούρ Χανίμ, μια γυναίκα που γεννήθηκε σε μια ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια στη Χίο πριν από την Ελληνική Επανάσταση, η οποία αργότερα έζησε στην Κωνσταντινούπολη ως μουσουλμάνα. Η ζωή της, όπως και πολλών ατόμων στην οθωμανική Μεσόγειο, διέσχισε τα θρησκευτικά και πολιτιστικά όρια με τρόπους που οι σύγχρονες ταυτότητες συχνά καθιστούν αόρατες.
Αυτή η αφιέρωση είναι κάτι περισσότερο από μια βιογραφική λεπτομέρεια. Αντανακλά ένα ευρύτερο θέμα που διατρέχει τους τόμους: την αναγνώριση ότι η ιστορία της περιοχής δεν μπορεί να περιοριστεί σε μοναδικές ταυτότητες ή αφηγήσεις. Ζωές όπως της Σεμσινούρ μάς υπενθυμίζουν ότι η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε από καιρό ένας χώρος μετασχηματισμού, προσαρμογής και συνύπαρξης.
Πολιτιστική μνήμη
Η ίδια η βιβλιοθήκη γίνεται σύμβολο αυτής της κοινής κληρονομιάς. Ιδρυμένη εντός του οθωμανικού κόσμου αλλά διατηρημένη από γενιά σε γενιά που είδε την άνοδο των σύγχρονων εθνών-κρατών, ενσαρκώνει τη συνέχεια της πολιτιστικής μνήμης πέρα από πολιτικές ρήξεις.
Παρουσιάζοντας τη βιβλιοθήκη και τα χειρόγραφά της σε ένα ευρύτερο επιστημονικό και δημόσιο κοινό, η Συζήτησης στη Βιβλιοθήκη επιτελεί μια πράξη πολιτιστικής διατήρησης. Αλλά κάνει και κάτι πιο φιλόδοξο: προτείνει ότι η κοινή πνευματική κληρονομιά της περιοχής θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για ανανεωμένο διάλογο στο παρόν.
Ο χρόνος του έργου προσδίδει ιδιαίτερη απήχηση. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι πολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο –από τις διαμάχες για τα σύνορα και τους πόρους έως τις ανταγωνιστικές ιστορικές αφηγήσεις– έχουν συχνά ενισχύσει τις διαιρέσεις μεταξύ γειτονικών κοινωνιών. Η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη αντιστέκεται σιωπηλά σε αυτή τη δυναμική. Εστιάζοντας σε χειρόγραφα, βιβλιοθήκες και πνευματικά δίκτυα που προηγούνται της εθνικής εποχής, οι τόμοι μετατοπίζουν την προσοχή μακριά από τις συγκρούσεις που κυριαρχούν στον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Υπενθυμίζουν στους αναγνώστες ότι η ιστορία της περιοχής είναι πολύ παλαιότερη και πιο περίπλοκη από τις διαμάχες που τη διαμορφώνουν σήμερα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έρευνα από μόνη της μπορεί να επιλύσει τις πολιτικές εντάσεις. Αλλά ανακτώντας ένα παρελθόν στο οποίο η πολιτιστική ανταλλαγή και η συνύπαρξη ήταν συνηθισμένες πτυχές της ζωής, το έργο προσφέρει ένα αντίστιγμα στις αφηγήσεις που απεικονίζουν τους λαούς της περιοχής ως μόνιμα διχασμένους.
Υπ’ αυτή την έννοια, οι τόμοι λειτουργούν ως ένα είδος πνευματικής διπλωματίας. Το μήνυμά τους δεν είναι πολιτικό, ωστόσο έχει σαφείς επιπτώσεις: η κατανόηση του κοινού παρελθόντος της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να ανοίξει χώρο για να φανταστούμε ένα πιο συνεργατικό μέλλον.
Τοποθετώντας τη βιβλιοθήκη στο επίκεντρο της συζήτησης, οι συντάκτες προσκαλούν τους αναγνώστες να φανταστούν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα ως μια κοινή προσπάθεια. Ακαδημαϊκοί από διαφορετικές χώρες και κλάδους συγκεντρώνονται –μεταφορικά μιλώντας – γύρω από τα ίδια ράφια βιβλίων. Η μελέτη αυτών των χειρογράφων γίνεται μια κοινή επιχείρηση που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.
Για τους αναγνώστες που είναι συνηθισμένοι στις έντονες διαιρέσεις των σύγχρονων πολιτικών αφηγήσεων, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη προσφέρει μια αναζωογονητική προοπτική. Μας υπενθυμίζει ότι η Ανατολική Μεσόγειος ήταν κάποτε –και από πολλές απόψεις παραμένει– ένας χώρος βαθιάς πολιτιστικής όσμωσης.
Τα χειρόγραφα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη της Ρόδου μιλούν για μελετητές που διάβαζαν γλώσσες, για κοινότητες που αντάλλασσαν ιδέες και για πνευματικές παραδόσεις που εξελίχθηκαν μέσω της επαφής και όχι της απομόνωσης. Αυτές οι ιστορίες δεν σβήνουν τις συγκρούσεις που έχουν διαμορφώσει την περιοχή. Αλλά τις περιπλέκουν, αποκαλύπτοντας ένα παρελθόν στο οποίο η συνύπαρξη ήταν τόσο πραγματική όσο και η αντιπαλότητα.
Φέρνοντας κοντά μελετητές από όλη την περιοχή και πέρα απ’ αυτή, το έργο καταδεικνύει επίσης ότι τέτοιες συζητήσεις παραμένουν δυνατές σήμερα. Η βιβλιοθήκη, που κάποτε ιδρύθηκε ως χώρος κυκλοφορίας γνώσης, γίνεται, σε αυτούς τους τόμους, μια πλατφόρμα για έναν ευρύτερο διάλογο σχετικά με την ιστορία, τον πολιτισμό και τη μνήμη.
Τελικά, η Συζήτηση στη Βιβλιοθήκη είναι κάτι περισσότερο από μια επιστημονική δημοσίευση. Είναι μια πνευματική χειρονομία – μια χειρονομία που επιδιώκει να ανακτήσει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά της Ανατολικής Μεσογείου σε μια στιγμή που αυτή η κληρονομιά συχνά επισκιάζεται από την πολιτική διχόνοια.
Οι συντάκτες και οι συνεργάτες δεν προτείνουν ένα ουτοπικό όραμα αρμονίας. Αντίθετα, προσφέρουν κάτι πιο διακριτικό και ίσως πιο πειστικό: μια υπενθύμιση ότι η ιστορία της περιοχής δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως εντός των ορίων των σύγχρονων εθνικών αφηγήσεων.
Επιστρέφοντας σε χειρόγραφα, βιβλιοθήκες και τις βιωματικές εμπειρίες προηγούμενων γενεών, οι τόμοι ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν κόσμο όπου η πολιτιστική ανταλλαγή ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Με αυτόν τον τρόπο, προσκαλούν τους αναγνώστες να φανταστούν την Ανατολική Μεσόγειο όχι μόνο ως τοπίο συνόρων αλλά και ως κοινό πνευματικό και πολιτιστικό χώρο. Σε μια εποχή που το παρελθόν επικαλείται συχνά για να δικαιολογήσει τη διαίρεση, αυτή η πράξη ιστορικής ανάκαμψης φέρει ένα ήσυχο αλλά ισχυρό μήνυμα. Η βιβλιοθήκη, άλλωστε, παραμένει ανοιχτή – και η συζήτηση συνεχίζεται.

Χειρόγραφο Κοράνι επιγραμμένο από τον Μακσούντ ατ-Ταμπρίζι το 963/1555. Αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης Χαφίζ Αχμέτ Αγά στη Ρόδο.
T. Tuten
Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια. Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2026, 160 σελ.
Στην Ιταλία του ταραγμένου 17ο αιώνα, οι χειραφετημένες γυναίκες εκτελούνταν ως μάγισσες. Κι η αλχημεία, που ήταν λόγος αν ήσουν γυναίκα να σε στείλει στην πυρά, γίνεται ένα σύστημα σκέψης που συνδέει τη γνώση της φύσης με την εσωτερική μεταμόρφωση – και είναι το πρώτο βήμα για να κερδηθεί η ελευθερία. [ΤΒJ]
Το ιστορικό μυθιστόρημα Η αλχημίστρια της Άννας Γρίβα μεταφέρει τον αναγνώστη στη Σικελία του 17ου αιώνα, σε μια εποχή έντονων πολιτικών και θρησκευτικών εντάσεων. Το Παλέρμο των αρχών του 17ου αιώνα, υπό ισπανική κυριαρχία, αποτελεί έναν τόπο όπου συνυπάρχουν η πολιτισμική πολυμορφία της Μεσογείου και η ασφυκτική επιβολή της εκκλησιαστικής εξουσίας. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η δράση του μυθιστορήματος ξεκινά με ένα δραματικό γεγονός: την καταδίκη και την εκτέλεση από την Ιερά Εξέταση της Σοφίας Τερέζα Ρομάνο, η οποία είχε κατηγορηθεί για μαγεία και βλασφημία. Η πυρά που τη σκοτώνει δεν λειτουργεί μόνο ως τιμωρία, αλλά και ως συμβολική απαρχή της πορείας της κόρης της, της Τζούλια.
Η Τζούλια, μεγαλωμένη σε μια οικογένεια που διατηρεί ζωντανές πανάρχαιες γνώσεις αλχημείας και θεραπευτικών πρακτικών, βρίσκεται αντιμέτωπη με το βάρος μιας παράδοσης αλλά και με το τραύμα της απώλειας. Η αλχημεία, στο μυθιστόρημα, πέρα από μυστικιστική πρακτική, γίνεται ένα σύστημα σκέψης που συνδέει τη γνώση της φύσης με την εσωτερική μεταμόρφωση. Η νεαρή ηρωίδα καλείται να επανεξετάσει αυτή την κληρονομιά και να αποφασίσει τι σημαίνει για τη δική της ζωή.
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας έχει η Μαρία Γκαρθία, κόρη ισπανού αξιωματούχου. Παρά την κοινωνική και εθνική τους διαφορά, οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν μια στενή σχέση που λειτουργεί ως άξονας του βιβλίου. Η φιλία τους φωτίζει την πολυπλοκότητα της εποχής: σε έναν κόσμο όπου οι πολιτικές, θρησκευτικές και εθνικές ταυτότητες χωρίζουν τους ανθρώπους, οι προσωπικοί δεσμοί μπορούν να δημιουργήσουν απροσδόκητες γέφυρες.
Σταδιακά, η αφήγηση εκτείνεται πέρα από τα όρια της Σικελίας, ακολουθώντας τις ηρωίδες σε ένα ταξίδι που τις φέρνει σε επαφή με τον ευρύτερο πνευματικό ορίζοντα της εποχής. Πρόσωπα και ιδέες που σημάδεψαν την περίοδο –η επιστημονική τομή που συνδέεται με τον Γαλιλαίο, η τραγική μοίρα του Τζορντάνο Μπρούνο, η καλλιτεχνική παρουσία της Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι– εντάσσονται οργανικά στο μυθιστόρημα, προσδίδοντας σε αυτό ιστορικό βάθος. Η συγγραφέας ενσωματώνει τα στοιχεία αυτά στην πλοκή του έργου, αποτυπώνοντας μια εποχή όπου η γνώση και η εξουσία βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση.
Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει τη θέση των γυναικών σε έναν κόσμο που περιορίζει τις επιλογές τους. Οι πρωταγωνίστριες αναγκάζονται να διαμορφώσουν τη μοίρα τους μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Η αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας, η ανάγκη για γνώση και η δύναμη των ανθρώπινων δεσμών αποτελούν βασικούς άξονες της αφήγησης. Παράλληλα, σημαντικό είναι το μοτίβο της μεταμόρφωσης, που διατρέχει ολόκληρο το έργο. Όπως στην αλχημεία η φωτιά μεταβάλλει την ύλη, έτσι και οι δοκιμασίες που αντιμετωπίζουν οι ήρωες λειτουργούν ως διαδικασία εσωτερικής αλλαγής. Η πορεία της Τζούλια, από την απώλεια και την αβεβαιότητα προς μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού της, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του μυθιστορήματος.
Το βιβλίο ανασυνθέτει, τελικά, με λεπτομέρεια το ιστορικό σκηνικό της Ύστερης Αναγέννησης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα όπου το πραγματικό και το πνευματικό στοιχείο συνυπάρχουν. Η αφήγηση συνδυάζει την ιστορική έρευνα με τη μυθοπλασία, ενώ μέσα από την περιπετειώδη πλοκή και τις συναντήσεις των ηρώων με πρόσωπα και ιδέες της εποχής το μυθιστόρημα φωτίζει μια περίοδο κατά την οποία η αναζήτηση της αλήθειας μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη, αλλά ταυτόχρονα άνοιγε νέους δρόμους σκέψης. Η αλχημίστρια είναι μια αφήγηση για την ανθρώπινη επιθυμία να υπερβεί τα όρια που επιβάλλουν οι φόβοι, οι θεσμοί και οι προκαταλήψεις. Σε έναν κόσμο όπου η φωτιά χρησιμοποιείται τόσο για την καταστροφή όσο και για τη γνώση, οι ηρωίδες του βιβλίου επιχειρούν να μετατρέψουν την εμπειρία τους σε δύναμη και να αναζητήσουν μια ζωή που θα καθορίζεται από την αγάπη, το θάρρος και την ελευθερία.
Μιχαήλ Θ. Ρασσιάς, John Nash, Όταν μοιραστήκαμε την ίδια κιμωλία, Καστανιώτη, Αθήνα 2025, 189 σελ.
Γνώρισε τον νομπελίστα μαθηματικό Τζον Νας ως νεαρός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, συνδέθηκε στενά μαζί του και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του και ως μαθηματικού και ως ανθρώπου. Ο Μιχαήλ Θ. Ρασσιάς περιγράφει σε ένα βιβλίο τη σχέση του με την κορυφαία αυτή προσωπικότητα και το καθρέφτισμά της στη συνθετότητα των Μαθηματικών στην οποία αφιερώθηκε. Ταυτόχρονα, από τις γραμμές του βιβλίου, παρελαύνουν κι άλλα μεγάλα ονόματα της επιστήμης του 20ού αιώνα (Kurt Gödel, Albert Einstein, John von Neumann, Richard Feyman, Robert Oppenheimer) με αναφορές τόσο στα επιτεύγματά τους όσο και στις ιδιαίτερες υποκειμενικότητές τους. [ΤΒJ]
Οι μαυροπίνακες στο common room του Fine Hall, του κτιρίου που στεγάζει το Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πρίνστον, είναι κατάφορτοι από μαθηματικά σύμβολα: θεωρήματα, πορίσματα, εξισώσεις, «μαθηματικοποιημένες» ιδέες, όλα σχετικά με τα προβλήματα πάνω στα οποία εργάζεται η μαθηματική κοινότητα του Πρίνστον εκείνη την περίοδο. Ένας νεόφερτος ερευνητής από την Ευρώπη ολοκληρώνει βιαστικά τις φόρμουλες που γράφει πάνω τους με κιμωλία και στρέφεται ενστικτωδώς προς τον παιδικό του ήρωα, τον Τζον Νας (John Nash), ο οποίος κάθεται σε μια κοντινή πολυθρόνα και βλέπει προς τους μαυροπίνακες. Το βλέμμα του διάσημου νομπελίστα καρφώνεται σε έναν μαθηματικό τύπο που μόλις είχε γράψει ο νεαρός έλληνας ερευνητής. Τον δείχνει με τα δάκτυλά του.
«Πρώτοι αριθμοί σε πηλίκον. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτός ο τύπος. Δουλεύεις πάνω στους πρώτους αριθμούς;»
«Μάλιστα, Professor Nash», του απαντά εκείνος, σχεδόν σε στάση προσοχής.
Έτσι ξεκίνησε, τον Σεπτέμβριο του 2014, μια εντελώς αναπάντεχη στενή φιλία του Μιχαήλ Θ. Ρασσιά, ο οποίος βρέθηκε εκεί ως επισκέπτης μεταδιδακτορικός ερευνητής, με τον διάσημο καθηγητή μαθηματικών Τζον Νας, ο οποίος το 1994, μαζί με τον John Harsanyi και τον Reinhard Selten, είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας. Την έκταση αυτής της φιλίας σε διάφορα πεδία (ερευνητικό, κοινωνικό, προσωπικό), που όμως έληξε απότομα, εννέα μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2015, με τον τραγικό θάνατο του διάσημου νομπελίστα και της συζύγου του Αλίσια σε τροχαίο δυστύχημα, απλώνει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, John Nash, Όταν μοιραστήκαμε την ίδια κιμωλία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Σε μια «μαθηματική επικράτεια» που τη συνέθεταν μια μαθηματική ιδιοφυΐα και ένας φέρελπις ερευνητής με λαμπρές σπουδές, το «μοίρασμα σπουδαίων μαθηματικών εννοιών» συχνά κατέληγε σε κάποιο ενδιαφέρον ανοιχτό πρόβλημα των μαθηματικών. Και τότε, εμφανιζόταν μπροστά τους η περίφημη λίστα των «23 άλυτων προβλημάτων» την οποία είχε συνθέσει ο σπουδαίος γερμανός μαθηματικός Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert, 1862-1943) το 1900, η οποία αποδείχτηκε ανυπέρβλητη και έχει καθοδηγήσει έκτοτε ένα κομμάτι της μαθηματικής έρευνας. Μάλιστα, ο Νας έλυσε το 19ο πρόβλημα αυτής της λίστας. Ακριβώς εκείνος ο μαθηματικοφιλοσοφικός διάλογος επηρέασε και τη μετέπειτα απόφασή τους για την προετοιμασία του βιβλίου τους (συλλογικός τόμος) με τίτλο Ανοιχτά προβλήματα στα Μαθηματικά (Open Problems in Mathematics, Springer, 2016). Το κάθε κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε ένα ανοιχτό πρόβλημα (ή σε έναν αστερισμό από αλληλοσχετιζόμενα προβλήματα) όπου παρουσιάζονται τα πλέον μοντέρνα αποτελέσματα και οι τεχνικές «επίθεσης», στην προσπάθεια των μαθηματικών να ρίξουν φως σε κάποια από τα πλέον μυστηριώδη προβλήματα της επιστήμης (σ. 30).
Αξίζει να σημειώσουμε ότι γύρω από τα ανοιχτά προβλήματα των μαθηματικών έχει υφανθεί μια ολόκληρη μυθολογία, που ξεκινά από την αρχαιότητα (π.χ. τετραγωνισμός του κύκλου), περνά μέσα από τους θρύλους του Φερμά[1] και του Χίλμπερτ, και συνεχίζεται ώς τις μέρες μας με τα «επικηρυγμένα» προβλήματα (π.χ. Υπόθεση Ρίμαν, το πρόβλημα P vs NP) από το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay, έναντι αμοιβής ενός εκατομμυρίου δολαρίων για κάθε λύση. Μάλιστα η ύπαρξη χρηματικού επάθλου ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται για «θησαυρούς» που περιμένουν να ανακαλυφθούν.
Η δυσκολία στην απόδειξη των ανοιχτών προβλημάτων δείχνει ότι απαιτούνται νέες ιδέες και τεχνικές που δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα στα μαθηματικά. Αλλά, όπως σημειώνει ο συγγραφέας:
Και η ανακάλυψη ενός τέτοιου προβλήματος αποτελεί τον εντοπισμό ενός τείχους που συνιστά εμπόδιο στον ατέρμονα δρόμο των μαθηματικών προς την εύρεση της αλήθειας, το οποίο πρέπει να γκρεμιστεί. Κάποιες φορές, οι μαθηματικοί καταφέρνουν να το γκρεμίσουν ολοσχερώς αποκτώντας πλήρη εποπτεία της αντίστοιχης περιοχής, άλλες φορές ανοίγουν μια χαραμάδα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις το τείχος παραμένει ολόρθο και ακλόνητο σε κάθε προσπάθεια επίθεσης (σ. 31).
Όμως, σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις οι ερευνητές μπορεί να βρεθούν στην επικράτεια των συνεπειών του περίφημου και συνταρακτικού για τα Μαθηματικά «Θεωρήματος της μη-πληρότητας» του Κουρτ Γκέντελ, σύμφωνα με το οποίο κάθε συνεπές αξιωματικό σύστημα θα περιέχει μη αποκρίσιμες προτάσεις, προτάσεις δηλαδή που δεν θα μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να καταρριφθούν. Και τότε το «τείχος θα παραμένει ολόρθο και ακλόνητο σε κάθε προσπάθεια επίθεσης». Ποιος ξέρει: ίσως κάποιο από τα «επικηρυγμένα» από το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay προβλήματα με έπαθλο ένα εκατομμύριο δολάρια για την επίλυσή του να ανήκει στην παραπάνω κατηγορία. Ίσως, για παράδειγμα, αυτό να συμβαίνει με την περίφημη Υπόθεση Ρίμαν, το «ιερό δισκοπότηρο» των Μαθηματικών. Πρόκειται για μια μεγαλοφυή υπόθεση που υποστηρίζει ότι πίσω από αυτό το φαινομενικό χάος των πρώτων αριθμών, που αποτελούν τα «δομικά υλικά» όλων των αριθμών, κρύβεται μια τέλεια, συμπαντική αρμονία και μια αυστηρή μαθηματική τάξη. Αν η τάξη αυτή αποκρυπτογραφηθεί πλήρως, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά όλα όσα γνωρίζουμε για την ασφάλεια στο διαδίκτυο. Εδώ και 160 χρόνια, η Υπόθεση Ρίμαν προκαλεί και γοητεύει τα πιο λαμπρά μυαλά, σπρώχνοντάς τα στα όρια της ιδιοφυΐας και της εμμονής. Ολόκληρες ζωές ερευνητών τής έχουν αφιερωθεί. Λέγεται πως όταν ο μεγάλος Χίλμπερτ ρωτήθηκε τι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα ζητούσε να μάθει αν μπορούσε ύστερα από 500 χρόνια να αναστηθεί, εκείνος απάντησε χωρίς δισταγμό: «Αν έχει αποδειχθεί η Υπόθεση Ρίμαν»[2].
Τα «επικηρυγμένα» προβλήματα
Το 2000, με την έναρξη της νέας χιλιετίας, το Μαθηματικό Ινστιτούτο Clay (CMI) «επικήρυξε» επτά ανοιχτά προβλήματα, προσφέροντας χρηματικό έπαθλο ενός εκατομμυρίου δολαρίων για καθένα απ’ αυτά. Η ανακοίνωση έλαβε χώρα τον Μάιο του 2000, στο Collège de France στο Παρίσι, ακριβώς έναν αιώνα μετά την ομιλία του Ντάβιντ Χίλμπερτ το 1900 στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών στο Παρίσι. Στην ομιλία εκείνη είχε περιγράψει 23 μαθηματικά προβλήματα που έθεσαν τον τόνο για μεγάλο μέρος της μαθηματικής έρευνας του 20ού αιώνα. Μια κορυφαία επιστημονική επιτροπή –που περιλάμβανε θρύλους όπως ο Άντριου Γουάιλς (Andrew Wiles: ο άνθρωπος που έλυσε το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά)– επέλεξε 7 κλασικά, εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα που είχαν αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια επίλυσης για δεκαετίες ή και αιώνες. Μάλιστα, για να αποφευχθεί η «πλημμύρα» από βιαστικές ή λανθασμένες λύσεις, το Ινστιτούτο Clay έθεσε πολύ αυστηρούς κανόνες για την εξαργύρωση της επικήρυξης όπως:
1. Η λύση δεν στέλνεται απευθείας στο Ινστιτούτο. Πρέπει να δημοσιευτεί σε ένα αναγνωρισμένο, διεθνές μαθηματικό περιοδικό.
2. Μετά τη δημοσίευση, πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 2 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, η παγκόσμια μαθηματική κοινότητα ελέγχει τη λύση εξονυχιστικά για να βρει τυχόν λάθη.
3. Αν η λύση αντέξει τον έλεγχο, μια ειδική επιτροπή του Ινστιτούτου Clay εισηγείται την απονομή του βραβείου.
Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ανοιχτά προβλήματα –κάποια με εξαιρετικά απλές διατυπώσεις που νομίζεις πως σε περιπαίζουν, αλλά με απύθμενο βάθος– αποτελούν τα «χρυσοφόρα κοιτάσματα» της έρευνας για να διευρύνονται τα όρια της γνώσης, καθώς από την προσπάθεια για λύση τους έχουν προκύψει ολόκληροι κλάδοι μαθηματικών. Μάλιστα, η δημιουργική δύναμη των ανοιχτών προβλημάτων στα μαθηματικά διατυπώθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τον Χίλμπερτ όταν αυτός ρωτήθηκε γιατί δεν επιχείρησε ο ίδιος να λύσει την εικασία του Φερμά: «Δεν είχα κανέναν λόγο να σκοτώσω την κότα που γεννάει τα χρυσά αυγά», απάντησε.
Τα παραπάνω εξιστορούνται χωρίς σύμβολα, χωρίς εξισώσεις και με έναν τρόπο προσιτό και στον μη μυημένο περί τα Μαθηματικά αναγνώστη. Και ο πλέον αδαής μπορεί να αντιληφθεί με όρους «καθημερινότητας» τι «λέει» η Εικασία –και τώρα Θεώρημα– του Πουανκαρέ. Με πολύ απλά λόγια, το θεώρημα μας λέει ότι αν ένας τρισδιάστατος χώρος έχει ορισμένες βασικές ιδιότητες (είναι πεπερασμένος και δεν έχει «τρύπες»), τότε μπορούμε να τον «ξεχειλώσουμε» και να τον παραμορφώσουμε σαν πλαστελίνη μέχρι να γίνει μια τέλεια σφαίρα, χωρίς να χρειαστεί να τον σκίσουμε ή να τον κολλήσουμε. Έστω λοιπόν ότι έχουμε στα χέρια μας ένα ενιαίο κομμάτι πλαστελίνης το οποίο δεν έχει τρύπες. Σύμφωνα με την εικασία του Πουανκαρέ, συμπιέζοντας και τεντώνοντας το κομμάτι πλαστελίνης (χωρίς να το κόψουμε σε περισσότερα κομμάτια ή να του δημιουργήσουμε τρύπες), μπορούμε πάντοτε να μετατρέψουμε το κομμάτι αυτό σε μια τέλεια σφαίρα. Αν υπήρχε μια διαμπερής τρύπα στο κομμάτι πλαστελίνης, αυτό δεν θα ήταν δυνατόν, όπως, για παράδειγμα, ένα ντόνατ που έχει μια τρύπα στη μέση δεν μπορεί να γίνει σφαίρα (σ. 93). Πρόκειται για μια αφήγηση που φέρνει –κυρίως– τα μαθηματικά, και την επιστήμη γενικότερα, κοντά σε ένα γενικό κοινό που είναι ευρύτερο από αυτό των μυημένων.
Με τον Μπετόβεν της επιστήμης
Όμως η αφήγηση του Ρασσιά δεν περιορίζεται στη μαθηματική συνεργασία του με τον αμερικανό νομπελίστα. Αν τον 27χρονο μεταδιδακτορικό ερευνητή είχαν συνεπάρει «η κομψότητα των εννοιών και η απίστευτη ιδιοφυΐα πίσω από τις ιδέες του σε συνδυασμό με την απλότητα με την οποία ο Νας τις παρουσίαζε», τι εύρισκε ο 86χρονος νομπελίστας στον γεμάτο δυνατότητες νέο έλληνα επιστήμονα; Με ψύχραιμη και ευαίσθητη ματιά, ο Ρασσιάς παρουσιάζει τον άνθρωπο Νας πέρα από την πανοπλία με την οποία τον θωράκιζε η αίγλη των επιστημονικών επιτευγμάτων του. Και τότε έρχονται στο φως πτυχές που συγκροτούν την ανθρώπινη κατάσταση: γονεϊκές ενοχές, υπαρξιακά σπαράγματα, υποκατάστατα που εμείς οι άνθρωποι αναζητούμε στη ζωή. Και τότε, οι άνθρωποι γίνονται πιο οικείοι, πιο «ανθρώπινοι». Ο Nας ένιωθε ενοχές που ο γιος του κληρονόμησε την ασθένειά του, που δεν θα μπορούσε ποτέ να εργαστεί εξαιτίας της, ενώ στο πρόσωπο του νεαρού έλληνα ερευνητή έβλεπε μια σχέση που δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ με τον ίδιο του το γιο.
Η συνεργασία με τον Τζον Νας ήταν για τον συγγραφέα μια από τις σημαντικότερες της ζωής του, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος την εικονοποιεί: «Αν ήσουν μουσικός και είχες την ευκαιρία να κάθεσαι μπροστά σε ένα πιάνο και να παίζεις μουσική μαζί με τον Μπετόβεν, στο ίδιο σκαμπό, πλάι πλάι, θα ήταν ό,τι πιο καταπληκτικό θα μπορούσες να φανταστείς. Ήταν το ίδιο πράγμα».
Με μια αφήγηση ρέουσα και ζωντανή, ο συγγραφέας επιδιώκει να μεταδώσει στον αναγνώστη αυτό ακριβώς το αίσθημα: ότι βρίσκεται κι εκείνος δίπλα, μάρτυρας και συμμέτοχος σε μια «μουσική συνάντηση» με μια μαθηματική ιδιοφυΐα.
[1] Pierre de Fermat (1601-1665). Γάλλος νομικός και ερασιτέχνης μαθηματικός με μεγάλη συμβολή στην ανάπτυξη του απειροστικού λογισμού. Είναι γνωστός για την ανακάλυψη μιας πρωτότυπης μεθόδου υπολογισμού των ελάχιστων και μέγιστων σημείων σε καμπύλες γραμμές, ανάλογης με τον τότε ακόμα άγνωστο διαφορικό λογισμό. Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά περιγράφεται ως εξής: «Είναι αδύνατον να χωρίσεις οποιαδήποτε δύναμη μεγαλύτερη της δεύτερης σε δύο ίδιες δυνάμεις».
[2] Η Υπόθεση Ρίμαν, η οποία εισήχθη από τον Μπέρναρντ Ρίμαν (1859), είναι η εικασία πως οι μη τετριμμένες ρίζες της συνάρτησης ζήτα του Ρίμαν, έχουν όλες πραγματικό μέρος 1/2. Η υπόθεση Ρίμαν συνεπάγεται αποτελέσματα για την κατανομή των πρώτων αριθμών. θεωρείται από κάποιους μαθηματικούς το σημαντικότερο άλυτο πρόβλημα των θεωρητικών μαθηματικών. Η υπόθεση Ρίμαν, μαζί με την Εικασία του Γκόλντμπαχ, αποτελεί μέρος του όγδοου προβλήματος στον κατάλογο των 23 άλυτων προβλημάτων του Ντάβιντ Χίλμπερτ. Αποτελεί επίσης ένα από τα προβλήματα της χιλιετίας του Μαθηματικού Ινστιτούτου Clay.
Ivan Katchanovski, The Maidan Massacre in Ukraine: The Mass Killing that Changed the World. Palgrave Macmillan, 2024, xix + 266 σελ.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2014, έπειτα από πολυήμερες διαδηλώσεις στο κέντρο του Κιέβου, σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία. Από τις συγκρούσεις, αλλά και από πυροβολισμούς που τυφλά κατευθύνθηκαν προς το πλήθος των διαδηλωτών, σκοτώθηκαν περίπου 130 άνθρωποι. Η σφαγή του Μαϊντάν, όπως αποκλήθηκε εκείνο το επεισόδιο, ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε. Η Βουλή απέπεμψε τον εχθρό της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας, ρωσόφιλο έως τότε πρόεδρο, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, από την ηγεσία ενώ ο ίδιος είχε λίγο νωρίτερα καταφύγει στη Ρωσία. Πολλά χρόνια μετά, ο Ιβάν Κατσανόφσκι, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα του Καναδά, επιδιώκει την αναθεώρηση όσων συνέβησαν εκείνη την ημέρα, με στόχο να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν και, συνολικότερα, της ουκρανικής «Επανάστασης της αξιοπρέπειας». Η μέθοδός του έχει κενά, γνωστικές και επιστημονικής ακροβασίες. [TBJ]
Το βιβλίο του Ιβάν Κατσανόφσκι, The Maidan Massacre in Ukraine (Η σφαγή του Μαϊντάν στην Ουκρανία), προσφέρει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες επανερμηνείες των πυροβολισμών στο Κίεβο τον Φεβρουάριο του 2014. Ο κεντρικός του ισχυρισμός είναι ότι οι θανατηφόροι πυροβολισμοί εναντίον διαδηλωτών δεν ήταν καταρχήν έργο του μηχανισμού κρατικής ασφάλειας του Γιανουκόβιτς, αλλά ότι ενεπλάκησαν σκοπευτές που δρούσαν από τοποθεσίες οι οποίες είχαν συνδεθεί με τη δραστηριότητα του κινήματος διαμαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένου του ξενοδοχείου Ουκράινα. Το βιβλίο, επομένως, δεν αφορά μόνο την αναστοιχειοθέτηση ενός βίαιου γεγονότος, αλλά αποτελεί και μια αναθεωρητική προσπάθεια να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν.
Εμπειρική πυκνότητα
Μια αμφιλεγόμενη θέση δεν αποτελεί, από μόνη της, επιστημονική αδυναμία. Οι κυρίαρχες αφηγήσεις πρέπει να δοκιμάζονται. Τα δύσκολα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να εξετάζονται. Οι δυσάρεστες ερωτήσεις δεν πρέπει να αποφεύγονται.
Το πρόβλημα με αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό: το συμπέρασμα είναι ισχυρότερο από τη μέθοδο που το υποστηρίζει. Το βασικό αποδεικτικό υλικό του βιβλίου εμπίπτει σε πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμπειρογνωμοσύνη. Ο Κατσανόφσκι συγκεντρώνει μεγάλη ποσότητα βίντεο, μαρτυριών, δικαστικού υλικού, εγκληματολογικών στοιχείων και αναφορών των μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, η συσσώρευση δεν αποτελεί μέθοδο. Ένας σωρός από δεδομένα δεν καθίσταται απόδειξη απλώς και μόνο επειδή είναι μεγάλος.
Η εμπειρική πυκνότητα του βιβλίου μπορεί να εντυπωσιάσει έναν μη ειδικό αναγνώστη. Γίνονται αναφορές σε οπτικό υλικό, σε καταθέσεις μαρτύρων, σε υλικό έρευνας, σε δικαστικές πηγές, σε ιατρικές εκθέσεις και σε εκθέσεις βαλλιστικής έρευνας, καθώς και σε δημοσιευμένες πηγές από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά το ουσιαστικό ερώτημα δεν έχει σχέση με το πόσο υλικό παρατίθεται. Το ερώτημα είναι πώς επιλέγεται, πώς ελέγχεται, πώς ταξινομείται και πώς ερμηνεύεται αυτό το υλικό. Εδώ, το βιβλίο παραμένει αδύναμο. Δεν παρέχει ένα διαφανές πρωτόκολλο αποδεικτικών στοιχείων: τι κάνει ένα βίντεο αξιόπιστο και τι ένα άλλο περιθωριακό· τι κάνει έναν μάρτυρα κρίσιμο και έναν άλλο αναξιόπιστο· πώς σταθμίζονται τα αντιφατικά στοιχεία· και πώς αντιμετωπίζονται οι πολιτικά ελεγχόμενες πηγές.
Αυτή η αδυναμία είναι ιδιαίτερα εμφανής στη χρήση οπτικού υλικού. Οπτικό υλικό χρησιμοποιείται επανειλημμένα για να συναχθούν συμπεράσματα για την κατεύθυνση των πυρών, για τις πιθανές θέσεις αυτών που πυροβολούσαν και για τις κινήσεις που ακολούθησαν. Μια τέτοια δουλειά απαιτεί προσεκτική πιστοποίηση, συγχρονισμό και κριτική των πηγών. Ένα βίντεο δεν είναι άμεσο παράθυρο στην αλήθεια· είναι μερικό, υποκειμενικό και συχνά το νόημά του δίνεται εκ των υστέρων από παράγοντες με συγκεκριμένα συμφέροντα. Μεγάλο μέρος του οπτικού υλικού που χρησιμοποιείται για την υποστήριξη του επιχειρήματος του Κατσανόφσκι έχει πολιτικά αμφισβητήσιμη ιστορία, γεγονός που απαιτεί πολύ πιο αυστηρή κριτική των πηγών από αυτήν που προσφέρει το βιβλίο. Όταν το οπτικό υλικό προέρχεται από πολιτικά εμπλεκόμενα περιβάλλοντα, μπορεί να περιέχει χρήσιμες πληροφορίες, αλλά μόνο αν η προέλευσή του εξεταστεί ανοιχτά. Χωρίς αυτή την τοποθέτηση στο πλαίσιο, η χρήση του ως αποδεικτικού στοιχείου δείχνει υποκειμενική ανάγνωση και όχι προσεκτική επιστημονική έρευνα.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στην αντιμετώπιση του ξενοδοχείου Ουκράινα. Στο βιβλίο του Κατσανόφσκι, το ξενοδοχείο δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Είναι ένας βασικός πυλώνας. Εάν η παρουσία, η ταυτότητα και οι πολιτικές δεσμεύσεις των φερόμενων ως σκοπευτών σε αυτό το κτίριο δεν μπορούν να αποδειχθούν, η ευρύτερη ερμηνεία χάνει τα θεμέλιά της. Η τοποθεσία δεν αποδεικνύει την ταυτότητα, η πρόσβαση δεν αποδεικνύει την πολιτική προτίμηση και η συλλογιστική δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απόδειξη. Το βιβλίο δεν παρέχει επαληθευμένη ταυτοποίηση των εν λόγω σκοπευτών με όνομα ή αξιόπιστη φυσική περιγραφή, ούτε παρέχει σαφή οπτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι δρούσαν από το ξενοδοχείο Ουκράινα. Οι πιθανές θέσεις προέλευσης των πυροβολισμών δεν είναι αποδεικτικό ισοδύναμο με τους ταυτοποιημένους δράστες.
Το πρόβλημα είναι η υπερβολικά εύκολη εξαγωγή συμπερασμάτων. Ένας ήχος σε ένα βίντεο μετατρέπεται σε πιθανή κατεύθυνση πυρός· μια πιθανή κατεύθυνση, σε πιθανή τοποθεσία· μια τοποθεσία, σε κτίριο· ένα κτίριο γίνεται πολιτική προτίμηση· και η συγκεκριμένη πολιτική κατηγοριοποίηση μεταμορφώνεται σε ευθύνη. Κάθε βήμα ενέχει αβεβαιότητα. Ωστόσο, το σωρευτικό επιχείρημα παρουσιάζεται σαν να ήταν η αλυσίδα αδιάσπαστη. Αυτό που παρουσιάζεται ως απόδειξη είναι συχνά συμπέρασμα· αυτό που παρουσιάζεται ως μέθοδος είναι συχνά συσσώρευση υλικού. Το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει εξειδίκευση, η χρήση υλικού που μοιάζει εξειδικευμένο δεν έχει την πειθαρχία που απαιτεί η μελέτη τέτοιου υλικού.
Μεθοδολογικές αστοχίες και πλάνες
Το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ειδικά πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμβάθυνση ούτε πολύ περισσότερο εξειδίκευση: εγκληματολογία, βαλλιστική, ποινική-ανακριτική διαδικασία και αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος. Δεν πρόκειται για ένα ασήμαντο ζήτημα ακαδημαϊκού υπόβαθρου. Αφορά τον πυρήνα της αξιοπιστίας του βιβλίου του. Οι μελετητές μπορούν προφανώς να εισέλθουν σε νέα πεδία, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις προδιαγραφές αυτών των πεδίων. Ένας πολιτικός επιστήμονας μπορεί να αναλύει την πολιτική βία, αλλά δεν μπορεί να δανειστεί την ορολογία της εγκληματολογίας και της βαλλιστικής αναμένοντας απλώς να προκύψει η αξιοπιστία που απορρέει από την εξειδίκευση. Η εξειδίκευση δεν μεταφέρεται μέσω της εγγύτητας: ένας οδοντίατρος δεν μπορεί να εκτελέσει εγχείρηση εγκεφάλου επειδή τόσο η οδοντιατρική όσο και η νευροχειρουργική είναι ιατρικές ειδικότητες.
Γι' αυτό έχει σημασία η επιστημονική αστάθεια του βιβλίου. Άλλοτε η ανάλυση εμφανίζεται ως πολιτική επιστήμη, άλλοτε ως αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος, άλλοτε ως νομική ανάλυση και άλλοτε ως σύγχρονη ιστορία. Η διεπιστημονικότητα μπορεί να είναι παραγωγική, όταν όμως αποδέχεται και πληροί τις προδιαγραφές και τις πειθαρχίες κάθε πεδίου στο οποίο εισέρχεται. Εδώ η κίνηση μεταξύ των πεδίων συχνά μοιάζει λιγότερο με ενσωμάτωση και περισσότερο με υπεκφυγή. Το πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης καθίσταται αντικείμενο επίκλησης, αλλά δεν χρησιμοποιείται συστηματικά. Οι εγκληματολογικές αξιώσεις προωθούνται χωρίς επαρκή τεχνική επικύρωση. Το ιστορικό πλαίσιο εφαρμόζεται επιλεκτικά. Το βιβλίο δανείζεται επιστημολογικό κύρος από διάφορα πεδία χωρίς να λογοδοτεί επαρκώς σε κανένα από αυτά.
Η αντιμετώπιση της κρατικής ευθύνης είναι επίσης προβληματική. Η απουσία άμεσης γραπτής διαταγής από τον Βίκτορ Γιανουκόβιτς ή ανώτερους αξιωματούχους για τη δολοφονία διαδηλωτών δεν μπορεί να θεωρηθεί απαλλακτικό στοιχείο. Η σύγχρονη κρατική βία σπανίως εμφανίζεται στα αρχεία ως κάποια σαφώς και ρητά υπογεγραμμένη διαταγή. Η καταστολή λειτουργεί συχνά μέσω εξουσιοδοτημένων αρχών, έμμεσων σημάτων, άτυπων ιεραρχιών και κλιμακούμενου εξαναγκασμού. Οι πυροβολισμοί έλαβαν χώρα έπειτα από μήνες βίας εναντίον διαδηλωτών: μήνες ξυλοδαρμών, εκφοβισμών, απαγωγών, βασανιστηρίων και θανάτων που είχαν προηγηθεί. Αν απομονώνουμε την 20ή Φεβρουαρίου από αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο σημαίνει ότι παραμορφώνουμε το ιστορικό πεδίο.
Το επιχείρημα του Κατσανόφσκι έχει επίσης πρόβλημα αποδοχής. Παρά την προβολή του στη δημόσια συζήτηση, δεν έχει εξελιχθεί σε παραγωγική ερευνητική κατεύθυνση στις Ουκρανικές Σπουδές, τις Ανατολικοευρωπαϊκές Σπουδές ή τη μελέτη του Μαϊντάν. Η προβολή δεν είναι το ίδιο με την επιστημονική αποδοχή. Μια μονογραφία που ισχυρίζεται ότι μετασχηματίζει την κατανόηση ενός από τα κεντρικά γεγονότα της σύγχρονης ουκρανικής ιστορίας πρέπει να δοκιμαστεί στους επιστημονικούς χώρους όπου μελετώνται το γεγονός αυτό και τα αποδεικτικά στοιχεία του: σύγχρονη ουκρανική ιστορία, πολιτική βία, εγκληματολογία και νομική ανάλυση. Η προβολή της δεν έχει μετασχηματιστεί σε αναγνωρισμένο έργο το οποίο διευρύνει την έρευνα σε όλα αυτά πεδία. Η κυκλοφορία δεν αποτελεί επικύρωση και η επανάληψη δεν είναι αποδοχή.
Το βιβλίο τείνει περαιτέρω προς την αιτιώδη υπερβολή. Συνδέοντας τους πυροβολισμούς στο Μαϊντάν με την πτώση του Γιανουκόβιτς, την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, τον πόλεμο στο Ντονμπάς και την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία το 2022 συμπιέζει μια πολύπλοκη ιστορική διαδικασία σε μια απλουστευμένη αλυσίδα. Αυτό διογκώνει την επεξηγηματική δύναμη του βιβλίου υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τη ρωσική δραστηριότητα, τη μακροπρόθεσμη ρωσική πίεση κατά της ουκρανικής κυριαρχίας και τις συγκεκριμένες αποφάσεις του ρωσικού κράτους. Δεν απλοποιεί απλώς την ιστορία. Διακινδυνεύει να κάνει τη ρωσική επιθετικότητα να φαίνεται αμυντική, συγκαλύπτοντας την ωμότητά της.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι η αδύναμη επιστημονική έρευνα, μόλις δημοσιευτεί, αποκτά δύναμη και απήχηση πέρα από την ίδια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το επιχείρημα είναι αδύναμο· είναι ότι η δημοσίευση δίνει στα αδύναμα επιχειρήματα αδικαιολόγητη δύναμη. Εισέρχεται σε βιβλιογραφίες, εμφανίζεται σε υποσημειώσεις και αναφέρεται από αναγνώστες που δεν εξετάζουν τα θεμέλιά της. Δίνει στους πολιτικά ενδιαφερόμενους φορείς μια βολική φράση: «υπάρχει μια ακαδημαϊκή μελέτη που το αποδεικνύει». Από εκείνο το σημείο και μετά, άλλοι μελετητές πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για να διορθώσουν αυτό που δεν έπρεπε να είχε λάβει τέτοια δύναμη εξαρχής. Τα κακά επιχειρήματα συχνά επιβιώνουν της επιστημονικής τους ήττας.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Κατσανόφσκι μπορεί να θέσει δυσάρεστες ερωτήσεις. Μπορεί. Το ζήτημα είναι αν έχει δημιουργήσει την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για να τις απαντήσει. Το βιβλίο δεν δείχνει ότι το έχει κάνει. Οι πυροβολισμοί στο Μαϊντάν απαιτούν σοβαρή, διεπιστημονική και μεθοδολογικά διαφανή έρευνα. Απαιτούν τη συνεργασία εγκληματολογικής εμπειρογνωμοσύνης, νομικής ακρίβειας, ιστορικού πλαισίου και πολιτικής ανάλυσης. Δεν ωφελούνται από μια αντιπαράθεση που παρουσιάζεται ως ακρίβεια. Το Μαϊντάν αξίζει σοβαρή επιστημονική έρευνα, όχι σωρούς δεδομένων που εκλαμβάνονται ως γνώση.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
* Η κριτική αυτή βασίζεται σε ένα εκτενέστερο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο IKRS: https://ikrs.org/controversy-is-not-method-ivan-katchanovsky-and-the-politics-of-the-maidan-shootings/.
Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Περί «της Μεγάλης εκείνης της πατρίδος Ιδέας». Η εθνική ιδεολογία των Ελλήνων τον 19ο αιώνα, Μίνωας, Αθήνα 2025, 240 σελ.
Μια από τις πλέον ολοκληρωμένες και μεθοδολογικά συγκροτημένες συμβολές στη μελέτη της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Το έργο δεν περιορίζεται σε μια ανασύνθεση γνωστών ιστορικών εξελίξεων, αλλά επιδιώκει τη συστηματική ερμηνεία της ιδεολογικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, εντάσσοντας την ελληνική εμπειρία στη διεθνή συζήτηση περί εθνικισμού.
Η Μεγάλη Ιδέα δεν συνιστά απλώς ένα πολιτικό πρόγραμμα εξωτερικής επέκτασης, αλλά τον κεντρικό άξονα της εθνικής ιδεολογίας των Ελλήνων κατά τον 19ο αιώνα. Με αυτή την έννοια, η Μεγάλη Ιδέα δεν είναι μια επιμέρους πτυχή της πολιτικής ιστορίας, αλλά το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του ελληνικού κράτους, της κοινωνίας του και των διεθνών του επιλογών έως το 1922. Με αυτή την καταστατική παραδοχή, ο καθηγητής Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης αναδεικνύει εύστοχα ότι το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας δεν υπήρξε απλώς μια μεγαλοϊδεατική ρητορική, αλλά μια βαθιά εσωτερικευμένη ιδεολογία που διαπότισε τον δημόσιο λόγο, την εκπαίδευση, την πολιτική και τη συλλογική φαντασία.
Η μεθοδολογική τοποθέτηση του έργου εντάσσεται σαφώς στο ρεύμα της νεωτερικής ερμηνείας του εθνικισμού. Ο συγγραφέας συνομιλεί συστηματικά με κορυφαίους θεωρητικούς, όπως ο Ernest Gellner, ο Eric J. Hobsbawm και ο Benedict Anderson, υιοθετώντας την άποψη ότι ο εθνικισμός αποτελεί κατεξοχήν προϊόν της νεωτερικότητας, μια «κοσμική θρησκεία» που αναδύεται μετά τη Γαλλική Επανάσταση και εξαπλώνεται στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, ο Πλουμίδης δεν υιοθετεί άκριτα τον μοντερνισμό, αλλά επισημαίνει τις αντιρρήσεις των παραδοσιοκρατικών σχολών, αναγνωρίζοντας ότι η συζήτηση περί της προνεωτερικής ύπαρξης εθνικών ταυτοτήτων παραμένει ανοιχτή και γόνιμη.
Ρήγας και Φιλική Εταιρεία
Η ιστορική αφήγηση ξεκινά από τον ύστερο 18ο αιώνα και τη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού κινήματος στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Κεντρική θέση κατέχει η μορφή του Ρήγα Βελεστινλή, τον οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει όχι ως απλό προάγγελο της εθνικής ιδεολογίας, αλλά ως τον πρώτο που διατύπωσε ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα εθνικής και ταυτόχρονα βαλκανικής απελευθέρωσης. Η ανάγνωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς απομακρύνει τον Ρήγα από μια μονοδιάστατη εθνική ερμηνεία και τον εντάσσει σε ένα ευρύτερο επαναστατικό και διαφωτιστικό πλαίσιο.
Το όραμα του Ρήγα για μια πολυεθνική δημοκρατία, που θα περιλάμβανε τους λαούς της Βαλκανικής υπό ένα κοινό πολιτικό καθεστώς, αποκαλύπτει την αρχική συνύπαρξη εθνικιστικών και υπερεθνικών στοιχείων στον ελληνικό πολιτικό στοχασμό. Η επισήμανση αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα του έργου, καθώς αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της ιδεολογικής συγκρότησης του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος δεν υπήρξε εξαρχής αποκλειστικός ή μονοδιάστατος.
Η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη πραγματοποιείται με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το 1814, η οποία παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν φορέας διάδοσης και υλοποίησης της εθνικής ιδέας. Ο Πλουμίδης αναλύει διεξοδικά τη δομή, τη λειτουργία και τη σύνθεση της Εταιρείας, επισημαίνοντας ότι αυτή αποτέλεσε προϊόν της εμπορικής και μορφωμένης μεσαίας τάξης της ελληνικής διασποράς. Η διαπίστωση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη θεωρητική θέση ότι ο εθνικισμός γεννήθηκε ως ιδεολογία της αστικής τάξης και στη συνέχεια διαχύθηκε στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
Ωστόσο, η Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε απλώς ένας οργανωτικός μηχανισμός. Ο συγγραφέας την προσεγγίζει ως έναν ιδεολογικό χώρο, όπου συνυφάνθηκαν διαφορετικά ρεύματα σκέψης: ο ιακωβινισμός, ο ρομαντισμός, ο τεκτονισμός και ο θρησκευτικός συμβολισμός. Η σύνθεση αυτή προσέδωσε στο εθνικό κίνημα έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που συνδύαζε την επαναστατική δράση με τη μυστικιστική και συμβολική φόρτιση.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη θρησκευτική διάσταση της εθνικής ιδεολογίας. Ο Πλουμίδης επισημαίνει ότι η Ορθοδοξία αποτέλεσε βασικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και λειτούργησε ως ισχυρός συνεκτικός παράγοντας. Η χρήση θρησκευτικών συμβόλων, η έντονη παρουσία του σταυροφορικού λόγου και η σύνδεση της εθνικής απελευθέρωσης με τη χριστιανική πίστη προσέδωσαν στο εθνικό κίνημα έναν βαθύ συναισθηματικό χαρακτήρα. Η εθνική ιδέα δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικό αίτημα, αλλά ως ηθική και σχεδόν μεταφυσική επιταγή.
Η ανάλυση της Φιλικής Εταιρείας αποκαλύπτει επίσης τις αντιφάσεις του ελληνικού εθνικισμού. Από τη μία πλευρά, το όραμα παραμένει πολυεθνικό και οικουμενικό, εμπνευσμένο από το παράδειγμα του Ρήγα. Από την άλλη, η πρακτική της Εταιρείας οδηγεί σταδιακά σε έναν πιο στενό και αποκλειστικό εθνικισμό, που εστιάζει στην απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών και στη συγκρότηση ενός εθνικού κράτους.
Η ένταση αυτή μεταξύ οικουμενικότητας και εθνικής αποκλειστικότητας αποτελεί ένα από τα κεντρικά ερμηνευτικά σχήματα του Πλουμίδη. Ο συγγραφέας δείχνει ότι ο ελληνικός εθνικισμός δεν υπήρξε ποτέ πλήρως συνεκτικός ή ομοιογενής, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από αντιφάσεις, συγκρούσεις και προσαρμογές στις ιστορικές συνθήκες.
Η Επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως το καθοριστικό σημείο καμπής, όπου η εθνική ιδέα αποκτά μαζικό χαρακτήρα και μετατρέπεται σε πολιτική πραγματικότητα. Ωστόσο, ο Πλουμίδης αποφεύγει να παρουσιάσει την Επανάσταση ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας γραμμικής εξέλιξης. Αντιθέτως, τονίζει τον ρόλο των συγκυριών, των διεθνών εξελίξεων και των εσωτερικών αντιθέσεων, αναδεικνύοντας την ιστορική πολυπλοκότητα του γεγονότος.
Η ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, κατά την οποία ο εθνικισμός αποκτά θεσμική μορφή και μετατρέπεται σε κυρίαρχη ιδεολογία. Η Μεγάλη Ιδέα αναδύεται σε αυτό το πλαίσιο ως το συνεκτικό στοιχείο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, προσφέροντας ένα αφήγημα συνέχειας και προοπτικής.
Το πρώτο μέρος της μελέτης του Πλουμίδη καταλήγει, έτσι, στη διαπίστωση ότι η ελληνική εθνική ιδεολογία δεν ήταν ένα στατικό ή μονοσήμαντο φαινόμενο, αλλά ένα δυναμικό σύστημα ιδεών που εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο. Η Μεγάλη Ιδέα εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής διεργασίας, στην οποία συνέβαλαν διαφορετικοί παράγοντες: ο Διαφωτισμός, η Επανάσταση, η θρησκεία, οι κοινωνικές δομές και οι διεθνείς εξελίξεις.
Η διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1844 αποτελεί, στη συλλογιστική του Πλουμίδη, το κατεξοχήν σημείο καμπής, κατά το οποίο η εθνική ιδεολογία αποκτά ρητή, πολιτικά θεσμοποιημένη μορφή. Δεν πρόκειται απλώς για μια ρητορική στιγμή εντός της Εθνοσυνέλευσης, αλλά για τη συγκρότηση ενός συνεκτικού ιδεολογικού πλαισίου που επρόκειτο να καθορίσει τη φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους για δεκαετίες. Η Μεγάλη Ιδέα, ως έννοια, λειτουργεί εδώ όχι μόνο ως πολιτικό πρόγραμμα, αλλά ως ορίζοντας προσδοκιών, ως ένα συμβολικό κεφάλαιο που προσδίδει νόημα στη συλλογική ύπαρξη.
Ο ελληνικός εθνικισμός
Ο Πλουμίδης αναλύει με ιδιαίτερη οξύτητα τη διττή φύση αυτού του ιδεολογικού σχήματος. Από τη μία πλευρά, η Μεγάλη Ιδέα αντλεί από το βυζαντινό παρελθόν, προβάλλοντας την Κωνσταντινούπολη ως το κατεξοχήν σύμβολο ιστορικής συνέχειας και πολιτισμικής ακτινοβολίας. Από την άλλη, ενσωματώνει στοιχεία του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και της νεωτερικής πολιτικής σκέψης, επιδιώκοντας να εναρμονίσει το εθνικό όραμα με τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της πολιτικής ελευθερίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδεολογικό υβρίδιο, στο οποίο η αναφορά στο παρελθόν δεν λειτουργεί ως απλή αναβίωση, αλλά ως εργαλείο νομιμοποίησης ενός σύγχρονου πολιτικού σχεδίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της έννοιας της «εκπολιτιστικής αποστολής», της λεγόμενης l’action civilisatrice, που ο Πλουμίδης εντοπίζει στον λόγο της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η ιδέα ότι οι Έλληνες, ως φορείς ενός ανώτερου πολιτισμού, έχουν την ιστορική ευθύνη να διαχύσουν τα πολιτισμικά τους πρότυπα στους λαούς της Ανατολής, συνδέεται άμεσα με τα ευρωπαϊκά αποικιακά αφηγήματα του 19ου αιώνα. Η ενσωμάτωση αυτού του σχήματος στον ελληνικό εθνικισμό αποκαλύπτει όχι μόνο τη σχέση του με τον ευρωπαϊκό λόγο, αλλά και τη φιλοδοξία του να τοποθετηθεί ισότιμα εντός αυτού.
Η διερεύνηση των «μηχανισμών» της εθνικής ιδεολογίας, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, συνιστά μία από τις πιο γόνιμες συμβολές του έργου. Ο Πλουμίδης δεν περιορίζεται στην περιγραφή των ιδεών, αλλά εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους αυτές μετατρέπονται σε πολιτική πράξη και κοινωνική πραγματικότητα. Η έννοια του «Ιανού» του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού λειτουργεί εδώ ως κεντρικό ερμηνευτικό εργαλείο: ο ελληνικός εθνικισμός εμφανίζεται με δύο πρόσωπα, το ένα στραμμένο προς τις αξίες της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης, το άλλο προς πρακτικές αποκλεισμού, επιθετικότητας και ανταγωνισμού.
Η ανάλυση αυτή επιτρέπει στον συγγραφέα να αναδείξει τις εσωτερικές αντιφάσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης συνεπάγεται συχνά τη σύγκρουση με άλλους εθνικισμούς, ιδίως στα Βαλκάνια, όπου η γεωπολιτική πραγματικότητα δεν επιτρέπει εύκολες λύσεις. Η περίπτωση του Επτανησιακού ζητήματος ή της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης στη Μακεδονία δείχνει ότι η Μεγάλη Ιδέα δεν ήταν ένα απλό όραμα, αλλά ένα πεδίο ανταγωνισμών και συγκρούσεων.
Η έννοια της «Τουρκομάχου Ελλάδας», που αναλύεται επίσης στο ίδιο κεφάλαιο, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο εθνικός λόγος συγκροτεί την ταυτότητά του μέσα από την αντιπαράθεση με τον «Άλλο». Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αποτελεί απλώς έναν πολιτικό αντίπαλο, αλλά έναν συμβολικό εχθρό, η ύπαρξη του οποίου ενισχύει τη συνοχή της εθνικής κοινότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η εθνική ιδεολογία αποκτά έναν έντονα συγκρουσιακό χαρακτήρα που ενισχύει τη δυναμική της αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τις δυνατότητες συνεννόησης.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι και η ανάλυση των φοβικών μηχανισμών που συνοδεύουν την ανάπτυξη του ελληνικού εθνικισμού, όπως η σλαβοφοβία και η αλβανοφοβία. Ο Πλουμίδης δείχνει ότι οι φόβοι αυτοί δεν αποτελούν απλώς αντιδράσεις σε εξωτερικές απειλές, αλλά ενσωματώνονται στον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο το έθνος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.
Το τέταρτο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην κοινωνική διάσταση του ελληνικού εθνικισμού, αποτελεί ίσως το πιο πρωτότυπο μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να δείξει ότι η εθνική ιδεολογία δεν είναι ένα αφηρημένο σύστημα ιδεών, αλλά ένα κοινωνικά προσδιορισμένο φαινόμενο, το οποίο συνδέεται άμεσα με τις ταξικές δομές και τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση της λειτουργίας της Μεγάλης Ιδέας, όχι μόνο ως πολιτικού προγράμματος αλλά και ως κοινωνικού μηχανισμού.
Η ανάλυση της Ένωσης της Επτανήσου το 1864 αποκαλύπτει τις κοινωνικές εντάσεις που συνοδεύουν την εθνική ολοκλήρωση. Η ένταξη των Ιονίων Νήσων στο ελληνικό κράτος δεν αποτελεί απλώς μια εθνική επιτυχία, αλλά και μια διαδικασία που επηρεάζεται από το αγροτικό ζήτημα και τις ταξικές αντιθέσεις. Αντίστοιχα, η ελληνοβουλγαρική διαμάχη στη Μακεδονία αναδεικνύεται ως ένα πεδίο όπου οι εθνικές και οι κοινωνικές συγκρούσεις αλληλοσυμπλέκονται, αποκαλύπτοντας την πολυπλοκότητα της ιστορικής πραγματικότητας.
Η κοινωνική διάσταση του εθνικισμού, όπως την παρουσιάζει ο Πλουμίδης, επιτρέπει να δούμε τη Μεγάλη Ιδέα όχι μόνο ως ιδεολογία των ελίτ, αλλά και ως ένα φαινόμενο που διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία. Η διάχυση της εθνικής ιδέας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα εξηγεί τη μακροβιότητά της και τη βαθιά της επίδραση στη συλλογική συνείδηση.
Στο επίπεδο της συνολικής αποτίμησης, το έργο του Πλουμίδη διακρίνεται για την ικανότητά του να συνδυάζει την εμπειρική έρευνα με τη θεωρητική ανάλυση. Η χρήση πρωτογενών πηγών, η εκτενής βιβλιογραφική τεκμηρίωση και η σαφής δομή του κειμένου καθιστούν το βιβλίο αξιόπιστο και χρήσιμο εργαλείο για τον μελετητή της νεοελληνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα, η ενσωμάτωση της ελληνικής περίπτωσης στο διεθνές πλαίσιο του εθνικισμού προσδίδει στο έργο μια ευρύτερη σημασία.
Υπάρχπυν, ωστόσο, και ορισμένες αδυναμίες. Σε ορισμένα σημεία, η θεωρητική προσέγγιση ενδέχεται να υπερβαίνει την ιστορική ανάλυση, οδηγώντας σε μια σχετική αφαιρετικότητα. Επιπλέον, η έμφαση στη νεωτερικότητα του εθνικισμού, αν και τεκμηριωμένη, μπορεί να αφήνει σε δεύτερο πλάνο τη σημασία των προνεωτερικών πολιτισμικών στοιχείων, τα οποία συνέβαλαν επίσης στη διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας.
Αναμφίβολα πάντως, το βιβλίο αποτελεί σημαντική συμβολή στη μελέτη της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Η Μεγάλη Ιδέα αναδεικνύεται ως σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλουστευτικές ερμηνείες. Ο Πλουμίδης καταφέρνει να φωτίσει τόσο τις ιδεολογικές της καταβολές όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της λειτουργίας της.
Με το έργο αυτό, ο Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης προσφέρει όχι μόνο μια εις βάθος ανάλυση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, αλλά και ένα πολύτιμο εργαλείο σκέψης για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ιδεών και ιστορίας. Το Περί «της Μεγάλης εκείνης της πατρίδος Ιδέας» αναδεικνύεται έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα πρόσφατα έργα για τη νεοελληνική ιστορία, επιβεβαιώνοντας ότι η μελέτη του εθνικισμού παραμένει ένα από τα πιο γόνιμα και επίκαιρα πεδία της ιστορικής επιστήμης.
Kaouther Adimi, Η εχθρική χαρά. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Μυρτώ Ταπεινού, Πόλις, Αθήνα 2026, 224 σελ.
Η οικογένεια της συγγραφέα επιστρέφει στην Αλγερία το 1994, στην καρδιά της βίαιης «μαύρης δεκαετίας». Είναι δύσκολα χρόνια, γεμάτα φόβο. Μια νύχτα, στο Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου, αφηγείται την εκπληκτική πορεία της Μπάγια Μαχιεντίν, μιας χαρισματικής αλγερινής ζωγράφου που καθήλωσε με το ταλέντο της καλλιτέχνες όπως ο Ματίς και ο Πικάσο. Ένα αυτοβιογραφικό και πολιτικό μυθιστόρημα με φόντο τη χώρα του Αλμπέρ Καμύ – και τα προβλήματά της: προβλήματα ταυτότητας και ελευθεριών. [ΤΒJ]
Οπουδήποτε με οδηγούν τα βήματά μου, σε κάθε τοίχο, σε κάθε σπιθαμή γης, κρύβονται ίχνη του περασμένου φόβου μας, αλλά δεν το φανερώνουμε, δεν θα δώσουμε αυτή τη χαρά στους εχθρούς μας, δεν θα τρέμουμε άλλο πια.
Η Εχθρική χαρά της Καουτέρ Αντιμί αρχίζει με επίγραμμα μια φράση του Αλμπέρ Καμύ: «τα πρωινά η Αλγερία με στοιχειώνει» – η συγγραφέας δηλώνει ότι είναι μια φράση που της ανήκει. Δεν της ανήκει η χώρα, δεν δηλώνει πως ανήκει η ίδια στη χώρα ή ότι της ανήκει ο γενέθλιος τόπος. Της ανήκουν οι παρούσες και οι παρελθούσες αισθήσεις που αφήνει αυτή η χώρα. Αυτά που έζησε σε αυτή τη χώρα, γι’ αυτή τη χώρα, εξαιτίας αυτής της χώρας.
Η Καουτέρ Αντιμί στην Εχθρική χαρά αποφασίζει να αναμετρηθεί με μια παράξενη κληρονομιά: τη νιότη της, τους γονείς της, έναν εμφύλιο, μια υποβόσκουσα διαρκή απώλεια. Με το δικό της μεγάλωμα στην Αλγερία, την απουσία του φωτός, με «πρόσωπα που μεγάλωσαν κάτω από έναν βαρύ ουρανό».
Η Αντιμί έρχεται στην Αλγερία το 1994, σε μικρή ηλικία. Επιστρέφει με τους γονείς της από την Γκρενόμπλ όπου σπούδαζε ο πατέρας της. Είναι ενθουσιασμένη, νομίζει πως θα βρεθεί στο σπί-τι, μακριά από το κρύο και την καχυποψία απέναντι στον ξένο μιας ορεινής γαλλικής πόλης.
Η Αλγερία είναι η θάλασσα, η απεραντοσύνη του γαλάζιου ουρανού, ο ήλιος που χαϊδεύει τα γυμνά μου πόδια, το χωριό των παππούδων μου, η καρτ ποστάλ. Και μια ασαφής βεβαιότητα ότι κάτι με περιμένει εκεί.
Αλλά η Αλγερία του 1994 είναι ήδη βυθισμένη σε ισλαμιστική φονταμενταλιστική τρομοκρατία. Οι νοήμονες άνθρωποι παίρνουν τις οικογένειές τους και φεύγουν, ενώ αντίθετα ο πατέρας της αποφασίζει να επιστρέψει. Οι αποχαιρετισμοί της Γαλλίας από φίλους μοιάζουν σαν πρώιμο μνημόσυνο. Ο πατέρας διακατέχεται από μια παράξενη αίσθηση χρέους. Μικρός, είχε καταταγεί στο στρατό – κι ο στρατός, βασικά, του προσέφερε ένα μακροχρόνιο συμβόλαιο που του επέτρεπε να κάνει άλλα πράγματα στη ζωή του, τον έφτασε ώς την Γκρενόμπλ για να σπουδάσει, άρα έχει κι αυτός υποχρέωση, έτσι αισθάνεται. Για τον πατέρα, που πρόλαβε τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, η χώρα είναι κάτι ιερό: «σου προσέφερα μια ολόκληρη χώρα», λέει στην κόρη του. Μια χώρα όμως που, από την πρώτη στιγμή, όλοι κατανοούν ότι δεν υπάρχει ασφαλές σημείο στην επικράτειά της, ότι ακόμα και ένας άκακος περαστικός μπορεί τελικά να είναι καταδότης. Ακόμα και σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό μπορεί να πρέπει να κλείνεις ερμητικά τα παράθυρα, να μην κοιτάξει κάποιος μέσα. Ακόμα και ένα στρατιωτικό μπλόκο μπορεί να είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Η ζωή μπορεί να είναι μόνο εντοιχισμένη, προστατευόμενη, βιώνοντας «τον αβάσταχτο πόνο να γίνεσαι μάρτυρας του ναυαγίου της πατρίδας σου». Αλλά είναι ζωή ανθρώπων που μεγαλώνουν, εφηβείας και επίσης νεότητας, «έχοντας αποκρύψει από τους γονείς μας όλες τις φορές που παραλίγο να πεθάνουμε απ’ τα πολυβόλα που ήταν στραμμένα πάνω μας κι απ’ όλες τις βόμβες που εξερράγησαν σε απόσταση αναπνοής ενώ υποτίθεται ότι βρισκόμασταν κάπου αλλού», «περνώ τα Σαββατοκύριακά μου αναπνέοντας, περιμένοντας, μένοντας ζωντανή. Με αυτή τη σειρά».
Αποδράσεις
Η Αντιμί αποδρά και μέσω της γραφής – πόσα βιβλία άλλωστε θα είναι εύκολα και ασφαλώς διαθέσιμα στην Αλγερία του 1994; Από τα οχτώ της βάζει μπρος «το παράλογο σχέδιο μιας ολόκληρης ζωής, να φτιάξω ένα βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω εγώ η ίδια». Έτσι θα γίνει συγγραφέας· μια μικρή ιστορία στα 21 της θα αποτελέσει διαβατήριο για την επιστροφή της στη Γαλλία. Κάποια χρόνια αργότερα, ένα βιβλίο της, Τα πλούτη μας, θα αποκαλύψει και στην Ελλάδα μια επίμονη ματιά στο πώς οι άνθρωποι επιβιώνουν σε παράξενους καιρούς, μέσα από την αναφορά στον Εντμόν Σαρλό, τον άνθρωπο που αγάπησε τα βιβλία και, μεταξύ άλλων, πήρε από το χέρι έναν νεαρό συγγραφέα ονόματι Αλμπέρ Καμύ που τον σύστησε στον κόσμο και στην ιστορία. Στη συνέχεια, Με άνεμο κακό, θα προσπαθήσει να συνθέσει όλη την ιστορία της Αλγερίας του 20ού αιώνα, αυτή που προηγήθηκε της ίδιας, την ιστορία δηλαδή των γονιών και των παππούδων της.
Κάποια στιγμή αποφασίζει να αναμετρηθεί και με το δικό της παρελθόν, με τη «δική της» (αν υπήρξε ποτέ, αν αποδέχτηκε τη χώρα που «της χαρίστηκε») Αλγερία. Με τις δικές της μνήμες, ακόμη κι αν αυτές περιλαμβάνουν φαντάσματα, πώς αλλιώς; – «να ξέρεις ότι τίποτα δεν μοιάζει με αυτό που νομίζεις ότι άφησες πίσω». Δανείζεται τα λόγια του Ανρί Μισώ: «Γράφω για να με διασχίζω». Και συμπληρώνει:
Να με διασχίζω σημαίνει να ξανανοίγω σφραγισμένα κουτιά, κρυμμένα στο βυθό ενός κατασκότεινου πηγαδιού. Σημαίνει να ξετυλίγω τα νήματα της αφήγησης που έχει υφάνει ο χρόνος τόσο υπομονετικά. Σημαίνει να πηδώ με τα πόδια ενωμένα μέσα στις αναμνήσεις, με τον κίνδυνο να βυθιστώ και να μην μπορέσω να βγω αλώβητη.
Έχει τις ατομικές της μνήμες, αλλά τις εμπιστεύεται; Ούτε το είδος του αυτοκινήτου τους σε ένα παρ’ ολίγον μοιραίο μπλόκο δεν θυμάται σωστά. Ρωτάει, αναζητά άλλες μαρτυρίες, άλλες, διαστρεβλωμένες ίσως, μνήμες – αυτό που θυμόμαστε άλλωστε είναι δικό μας, χρωματισμένο, υποκειμενικό.
Περνάω τον χρόνο μου σκάβοντας, σπάζοντας την επιφάνεια του χρόνου με την αξίνα μου, σκαλίζοντας τη μνήμη των άλλων όπως κανείς ανασκαλεύει το χώμα, προς αναζήτηση ξεχασμένων αναμνήσεων. Ρωτώντας, επιμένοντας, φέρνοντας στο φως σκόρπια κομμάτια, ιστορίες θαμμένες κάτω από στρώματα λήθης. Εξορύσσοντας υπομονετικά ό,τι αντιστέκεται, ό,τι ξεγλιστρά, ξεχωρίζοντας το αληθινό από το ασαφές, προσπαθώντας να ανασυνθέσω ό,τι υπήρξε.
Ό,τι υπήρξε είναι και οι παλιές super 8 που γύριζε ο πατέρας της. Θα πάρει τελικά την απόφαση να τις ψηφιοποιήσει, θα παραλάβει το αρχείο και θα συναντήσει μια αφήγηση που έχει λειανθεί, μια καθημερινότητα λιγότερο ωμή, όχι ψεύτικη αλλά μετριασμένη, φιλτραρισμένη. Αυτό που θυμόμαστε είναι αυτό που επιλέγουμε να θυμόμαστε. Γιορτές, επέτειοι, χαμόγελα. Δεν θα βρεις σε παλιές super 8 τσακωμούς και φωνές και δάκρυα και απώλειες. Θα βρεις ίσως απουσίες και σκιές αν κοιτάξεις προσεκτικά. Είναι δύσκολο να βλέπεις αυτές τις παλιές ταινίες της ζωής σου, λέει η Αντιμί, θέλει θάρρος, πρέπει να αναμετρηθείς πραγματικά. Εντέλει, πρέπει να φτιάξεις το δικό σου αρχείο του παρελθόντος. Αυτό που επιλέγεις:
Ίσως σε αυτό να καταλήγει το εγχείρημα τούτου του βιβλίου: να επινοήσει ένα αντι-αρχείο. Να αφηγηθεί από το πλάι, από χαμηλά, μερικές φορές σε κόντρα. Να περισυλλέξει τα θραύσματα, τα συντρίμμια, τα κενά, και να τα εντάξει στην αφήγηση. Όχι για να αποκαταστήσει την αλήθεια –που δεν υπάρχει καν–, αλλά για να δώσει σάρκα και οστά σε οτιδήποτε οφείλει την παρουσία του.
Όμως η Εχθρική χαρά δεν είναι μόνο μια (ακόμη;) επιστροφή στις μνήμες ενός ανθρώπου προικισμένου στη γραφή. Είναι και μια αναζήτηση του τι σημαίνει να γράφεις. Είναι και μια αναζήτηση μιας καθαρτικής ανάμνησης, από την οποία κάποιος επιλέγει να γραπωθεί και να μπορεί να προχωράει επειδή αυτή η ανάμνηση, η συντήρησή της, η αναζήτηση ή η απόπειρα δημιουργίας όμοιών της μάχονται το μάταιο και τον παραλογισμό. Είναι τέλος και μια άλλη ζωή που θα έρθει να συναντήσει τη δική της.
Αληθινή χαρά
Τις ξέρει τις λέξεις η Αντιμί, ξέρει και τη σημασία τους, το πώς συντονίζονται ιδανικά με τον δικό σου εσωτερικό ρυθμό:
Το γράψιμο απαιτεί περιπλάνηση. Κάθε βήμα ξεδιπλώνει μια φράση. Κάθε κίνηση επανατοποθετεί μια ιδέα. Ο ρυθμός του σώματος είναι ίδιος με του κειμένου. Αν σταματήσω, οι λέξεις απομακρύνονται κι όλα παγώνουν. Δεν είναι η αναστάτωση, είναι η γραφή η οποία περνάει μέσα από το σώμα.
Οι λέξεις/mots μπορεί να αντιπαρατίθενται στους νεκρούς/morts.
Εκείνες που εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας και που θα χρειαστεί να τις ξαναμάθουμε –μερικές φορές ακόμα και να τις μάθουμε από την αρχή–, εκείνες που εμφανίστηκαν δίχως να τις θέλουμε, τις επαναστατικές λέξεις που, ξεχασμένες μέσα στον αναβρασμό, σφράγισαν συμφωνίες, αλλά κι εκείνες των οποίων το νόημα θέλησαν να στρεβλώσουν, εκείνες με τις οποίες θρηνήσαμε τους νεκρούς μας, εκείνες που δεν μπορέσαμε να ξεστομίσουμε, εκείνες που επινοήσαμε για να περιγράψουμε το απερίγραπτο, ή εκείνες που δανειστήκαμε από άλλες γλώσσες, γιατί σε μια άλλη γλώσσα μερικές φορές τα πράγματα είναι πιο εύκολα.
Είναι και μια ιστορία του παρελθόντος η Εχθρική χαρά. Είναι η ιστορία τού πώς ένα 15χρονο ορφανό κορίτσι από την Αλγερία, η Μπάγια Μαχιεντίν, έφτασε να γίνει προβεβλημένη καλλιτέχνης, εικαστικός και ζωγράφος στη Γαλλία των ύστερων χρόνων της δεκαετίας του 1940, πώς το καλειδοσκοπικό της βλέμμα στον κόσμο γύρω της μπορεί να επηρέασε κάποιον Πικάσο, τι μπορεί να έλεγε αυτό το βλέμμα για την ψυχή της, πώς εξαφανίστηκε με την επιστροφή της στην Αλγερία και το γάμο της, πώς επέστρεψε μια δεκαετία αργότερα διακριτικά, σχεδόν αποκλειστικά τοπικά. Βρίσκει αναλογίες η Αντιμί, αλλά θα βρει και κάτι σπουδαιότερο, ένα αμόλυντο νόημα, μια αμιγή ομορφιά. Τα χρώματα στους πίνακες της Μπάγια είναι για την Αντιμί μια διαρκής υπενθύμιση ενός φωτεινού βλέμματος, ενός τρόπου να κοιτάξουμε γύρω μας και να ορίσουμε τι είναι πολύτιμο. Σε μια επίσκεψή της σε μουσείο του Αλγερίου με φίλες της, συνάντησαν στη νιότη τους εργαζόμενους που με χαρά θέλησαν να μοιραστούν μαζί τους την ομορφιά – άνοιξαν τα υπόγεια και τις κρύπτες όπου φυλάσσονταν ακόμη πίνακες και έδωσαν λάμψη στο χώρο και το νου. Αληθινή χαρά, όχι σαν αυτή την εχθρική χαρά του τίτλου, αυτή της νίκης σε πολέμους, της επικράτησης:
Ύστερα απ’ όλα αυτά τα χρόνια του ζόφου, του τρόμου και της σιωπής που επέβαλε ο πόλεμος, τα χρώματα είναι επιτέλους εδώ, ζωντανά, παλλόμενα.
Jeremy Eichler, H ηχώ του χρόνου. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2025, 430 σελ.
Η Ηχώ του χρόνου είναι ένα από τα σημαντικότερα ξένα βιβλία που είδαν το φως τα τελευταία χρόνια στο πεδίο των μνημονικών και πολιτισμικών σπουδών και η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, πραγματικά αξιοθαύμαστη, επιτρέπει στον αναγνώστη να απολαύσει το έργο.
Στην Ηχώ του χρόνου, καρπό πολυετούς έρευνας, ο μουσικοκριτικός και ιστορικός της ευρωπαϊκής ιστορίας Τζέρεμι Άικλερ προσεγγίζει την κλασική μουσική ως φορέα μνήμης. Οι περιπτώσεις που αναφέρει κι οι ιστορίες που αφηγείται είναι πολυάριθμες αλλά επιλέγει να εμβαθύνει σε τέσσερα εμβληματικά έργα ισάριθμων κορυφαίων συνθετών του 20ού αιώνα, του Ρίχαρντ Στράους, του Άρνολντ Σαίνμπεργκ, του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, ως γέφυρα με τις οδύνες του παρελθόντος που δεν λέει να παρέλθει, που είναι ακόμη ζωντανό για τις κοινωνίες μας 80 χρόνια μετά, αυτό του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Ενός παρελθόντος που άφησε ανεξίτηλο ίχνος στη συλλογική μνήμη των κοινωνιών μας και που, όσο ξεθωριάζει στις οικογενειακές μνήμες, καθώς οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη και οι επιζήσαντες μας εγκαταλείπουν, τόσο η θέση του ενισχύεται στη συλλογική και στην πολιτισμική μνήμη.
Εξερευνώντας χρόνια τώρα τους δρόμους που παίρνει η τραυματική μνήμη για να αναδυθεί, να συγκροτηθεί ατομικά και συλλογικά, στην έκφραση και στην αποτύπωση μέσω του λόγου, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για μένα η εντρύφηση του συγγραφέα σε μουσικά έργα που παρήγαγε η ανάγκη να συνομιλήσουν με ακραία γεγονότα της εποχής αυτής – και, βέβαια, ο τρόπος που το θεωρητικοποιεί ο συγγραφέας, αναφερόμενος σε εκλεκτικές συγγένειες μουσικής και μνήμης.
Ο λόγος όμως κάθε άλλο παρά απών είναι από αυτά τα έργα, στα τρία μάλιστα από τα τέσσερα κατέχει κεντρική θέση, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του έργου. Θα πρόσθετα λοιπόν ότι πρόκειται και για μια διαλεκτική μουσικής και λόγου. Για την ανάκληση του τρομερού γεγονότος, ο λόγος παίζει σημαντικότατο ρόλο πλάι στη μουσική, Πολλές άλλες φιγούρες λογοτεχνών και διανοουμένων κυκλοφορούν μέσα στο έργο, όπως ο Χάινριχ και ο Τόμας Μαν, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Φρόυντ, ο Κάφκα, ο Γιόζεφ Ροτ, τα βιβλία των οποίων παραδόθηκαν στις φλόγες στις 10 Μαΐου 1933 και όσοι πρόλαβαν έφυγαν. Αλλά και μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ.
Η μουσική εντάσσεται λοιπόν πλάι στο λόγο, στην εικαστική δημιουργία και στον κινηματογράφο, στα προνομιακά πεδία από τα οποία συγκροτείται η πολιτισμική μνήμη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Και ως γνωστόν, τα έργα του πολιτισμού είναι η βασιλική οδός για να προσεγγίσουν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας τα γεγονότα και να συναισθανθούν τον αντίκτυπό τους, κρατώντας ζωντανή τη συγκίνηση.
Ο συγγραφέας εξετάζει τη μουσική ως μια μνημονική λειτουργία και τα συγκεκριμένα έργα ως «μουσικά μνημεία». Κεντρική ιδέα του βιβλίου: «Δεν θυμόμαστε μόνο εμείς τη μουσική, η μουσική μάς θυμάται εμάς ως κοινωνία». Ο Άικλερ θυμάται όσα τρομερά συνέβησαν σε μια εποχή που έσπειρε και θέρισε θάνατο όσο καμία άλλη. Ακούγοντας λοιπόν αυτά τα «μουσικά μνημεία» συνδεόμαστε με την οδύνη αυτού του παρελθόντος. Ο συγγραφέας παραλληλίζει συχνά τα αρχιτεκτονικά ή γλυπτικά μνημεία με τα μουσικά. Θυμίζει τη φράση του Ρόμπερτ Μούζιλ: «τίποτε δεν είναι τόσο αόρατο όσο ένα μνημείο». Περνώντας καθημερινά μπροστά του, γρήγορα το αγνοούμε, παύει να λειτουργεί για μας. Η μουσική όμως, υποστηρίζει ο συγγραφέας, αντηχεί μέσα μας με την ίδια ένταση κάθε φορά που την ακούμε. Θα διαφωνήσω με τη σχετική υποτίμηση της σημασίας των υλικών μνημείων, η σηματοδότηση του δημόσιου χώρου είναι πολύ σημαντική. Ο ίδιος εξάλλου επισκέπτεται πολλά τέτοια μνημεία στις περιπλανήσεις του, τα σχολιάζει και μας παραθέτει φωτογραφίες.

O Ντμίτρι Σοστακόβιτς, πιθανόν το 1941. Ήταν η χρονιά που άρχισε η πολιορκία του Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη) από τα γερμανικά στρατεύματα, που ενέπνευσε στον συνθέτη την 7η Συμφωνία.
Wikipedia
Γερμανία, δεκαετία του 1930
Ο Άικλερ μάς εισάγει στην ατμόσφαιρα της Γερμανίας τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Από τον Ιανουάριο του 1933, που εξελέγη και ανήλθε στην εξουσία το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, όλα άλλαξαν. Οι γερμανοί εβραίοι μπήκαν αμέσως στο στόχαστρο και αποκλείστηκαν από τη ζωή με περιορισμούς στο επάγγελμα, στις σπουδές, στην πρόσβαση σε κοινωνικούς χώρους... Αλήθεια πόσοι είναι οι εβραίοι τότε στη Γερμανία; Δεν είναι και τόσο πολλοί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, είναι 505.000 σ’ έναν πληθυσμό 67.000.000 κατοίκων, δηλαδή το 0,75% του συνολικού πληθυσμού (σύμφωνα με την απογραφή του Ιουνίου 1933). Το μέγεθος του λυσσώδους αντισημιτισμού δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι επρόκειτο για σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν ποσοτικό, ήταν εντελώς άλλης τάξεως. Και έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στα κεφάλια των ανθρώπων που αφορούσε.
Τους προηγούμενους αιώνες οι εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Αγγλία (13ος αι.), από τη νότια Γαλλία (14ος αι.), από την Ισπανία (15ος αι., ένας διωγμός που γέννησε τη σεφαραδίτικη διασπορά). Στα κρατίδια, όμως, που αργότερα θα συναποτελούσαν τη Γερμανία, δεν έγιναν διωγμοί. Το διάστημα αυτό ήκμασαν εβραϊκές κοινότητες σε όλα τα αστικά κέντρα της μετέπειτα Γερμανίας, όπου βέβαια και γκέτο υπάρχουν και διακρίσεις υφίστανται, αλλά όχι αντίστοιχοι διωγμοί. Τέλη του 18ου αιώνα και αρχές του 19ου γεννήθηκε και η Χασκαλά, το πνευματικό εβραϊκό κίνημα που είναι βαθιά επηρεασμένο από τον Διαφωτισμό, η εβραϊκή πτυχή του Διαφωτισμού, με κορυφαία μορφή του τον φιλόσοφο Μόζες Μέντελσον.
Οι εβραίοι που θέλησαν να ασπαστούν τα διδάγματα της Χασκαλά, και ήταν πολλοί, αισθάνθηκαν ακόμα πιο Γερμανοί. Και όμως, από το 1933 ώς το 1945, εκεί ο αντισημιτισμός πήρε τον πιο φρικτό του χαρακτήρα. Μέσα στο πλαίσιο του ναζισμού, έγινε εξολοθρευτικός ή «λυτρωτικός» (σύμφωνα με τον όρο του κορυφαίου ιστορικού Σαούλ Φριντλέντερ), γιατί με την «τελική λύση» θα τους λύτρωνε από το μείζον κακό που είναι η ύπαρξη εβραίων.
Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι Γερμανοεβραίοι; Οι γερμανοί εβραίοι ήσαν αναπόσπαστο τμήμα της κοινωνίας, πολλοί είχαν πολεμήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως κι ο ίδιος ο Άρνολντ Σαίνμπεργκ, άλλοι είχαν σκοτωθεί για την πατρίδα κι άλλοι, έχοντας επιζήσει και παρασημοφορηθεί, ένιωθαν εντελώς Γερμανοί. Στα αστικά καλλιεργημένα στρώματα ήταν πολλοί αυτοί που απομακρύνονταν από τη θρησκεία όλο και περισσότερο. Είχαν διακριθεί στα γράμματα και στις τέχνες, ιδιαίτερα στον τομέα της μουσικής. Πώς να φανταστεί κανείς την κλασική μουσική της Γερμανίας δίχως τη συνδρομή των Γερμανοεβραίων; Η γερμανική κουλτούρα είναι σε υψηλό βαθμό γερμανοεβραϊκή. Ο Σαίνμπεργκ έγραψε ότι του ήταν δύσκολο να εκφράσει «πώς μάτωσε η καρδιά [τ]ου όταν άστραψε ξαφνικά στο νου [τ]ου η σκέψη πως, πλέον, δεν θα ή[τα]ν Γερμανός» (σ. 154).
Στις 10 Νοεμβρίου 1936, οι μουσικοί που είχαν έρθει στη Λειψία από τη Φιλαρμονική του Λονδίνου, έψαχναν το άγαλμα του Φελίξ Μέντελσον μπροστά στο Γκεβάντχαους για να καταθέσουν ένα στεφάνι, αλλά είδαν μόνο άδεια παρτέρια. Την προηγούμενη νύχτα, 9 Νοεμβρίου 1936, δυο χρόνια πριν από τη Νύχτα των Κρυστάλλων, το τεράστιο άγαλμα είχε απομακρυνθεί. Ο σπουδαίος μουσικός, εγγονός του φιλοσόφου Μέντελσον, δεν δικαιούνταν πια να τιμάται στον δημόσιο χώρο, διότι δεν ήταν πια Γερμανός παρά μόνο «εβραίος». Όμως, όπως γράφει ο Άικλερ,
Στο πεδίο της μουσικής αλλά και πολύ πέρα από αυτό, η γερμανική κουλτούρα είχε γίνει σταδιακά γερμανοεβραϊκή. Ο Γερμανός και ο Εβραίος ήταν πλέον, για να παραφράσουμε ελαφρά τη φράση του Αντόρνο, τα «δύο μισά» ενός ενιαίου συνόλου εντός του οποίου δεν ήταν πλέον δυνατόν να συνυπάρξουν.
Μου άρεσε ιδιαιτέρως το κεφάλαιο με τα δύο μισά. Ποιος ήταν ο εβραίος; Δεν ήταν απλό να το προσδιορίσουν. Οι μεικτοί γάμοι ήταν πάρα πολλοί. Με πόσους προγόνους κάποιος θεωρούνταν εβραίος; Οι νόμοι της Νυρεμβέργης, το 1935, αποφάσισαν ότι αρκούσε ένας και μόνο από τους τέσσερις προγόνους κάποιου να είναι εβραίος για να θεωρηθεί εβραίος και εκείνος, ασχέτως αν δεν πίστευε στην εβραϊκή θρησκεία και δεν τηρούσε κανένα τελετουργικό ή αν είχε βαφτιστεί χριστιανός με τη θέλησή του. Έτσι, ο συγγραφέας Ζαν Αμερύ (Χανς Μάγερ λεγόταν ακόμη τότε) μπήκε σ’ ένα βιεννέζικο καφέ Αυστριακός και βγήκε εβραίος, γιατί διάβασε αυτούς τους νόμους στην εφημερίδα. Αμέσως μετά οργάνωσε τη φυγή του για το Βέλγιο. Τα επόμενα χρόνια βγήκαν πάρα πολλοί νόμοι και διατάγματα, πολλά αντιφατικά, που επιχειρούσαν να προσδιορίσουν τον «αιώνιο εβραίο», αυτόν που τίποτα δεν τον αλλάζει.
«Μουσικά μνημεία» και οι συνθέτες
Ο Τζέρεμι Άικλερ επικεντρώνεται σε τέσσερα έργα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου αλλά και στον βίο των συνθετών τους, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικά έθνη, και που ο ναζισμός, ο πόλεμος και η γενοκτονία των εβραίων τους σημάδεψε ανεξίτηλα, αν και με διαφορετικό τρόπο τον καθένα. Είδαν την ιστορία από διαφορετικό παράθυρο, όπως λέει ο Άικλερ. Τα δύο πρώτα έργα γράφτηκαν τη δεκαετία του 1940, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου· τα άλλα δύο, τη δεκαετία του 1960.
Ο μέγας μουσουργός του ρομαντισμού Ρίχαρντ Στράους, ο συνθέτης που εξυμνήθηκε περισσότερο από τη ναζιστική Γερμανία και που ενέδωσε στο καθεστώς για να μη χάσει τιμές και αξιώματα, είχε εβραία νύφη από τον μεικτό γάμο του γιού του, άρα τα εγγόνια του κινδύνευαν άμεσα. Έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες για να τα σώσει. Αλλά κι ο αγαπημένος του λιμπρετίστας, που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν άλλος από τον Στέφαν Τσβάιχ, πριν εγκαταλείψει τη Γερμανία για τη Βραζιλία, όπου και αυτοκτόνησε, δεν μπορούσε πια να γράψει για εκείνον, πράγμα που θύμωνε και αναστάτωνε τον Στράους, ο οποίος έδειχνε απόλυτη αδυναμία κατανόησης.
Ο Άικλερ αναλύει ένα από τα τελευταία μείζονα έργα του γέρου πια Ρίχαρντ Στράους, τις Μεταμορφώσεις, γραμμένο προς το τέλος του πολέμου (το 1944-45) κι αναρωτιέται για το νόημά του. Καθρεφτίζει άραγε τον ξεπεσμό της Γερμανίας στη ναζιστική θηριωδία; Είναι ένας θρήνος για τον βομβαρδισμό των γερμανικών πόλεων; Ή είναι πιο υπαρξιακό και αφορά τις μεταμορφώσεις του ίδιου του του εαυτού; Ο Άικλερ καταλήγει πως το έργο αυτό είναι «ένα βότσαλο στον τάφο του ουτοπικού ονείρου του γερμανικού πολιτισμού» (σ. 150). Ο Στράους πέθανε ήσυχα στον ύπνο του τον Σεπτέμβριο του 1949, σε ηλικία 85 ετών.
Ο γεννημένος στη Βιέννη το 1874 Άρνολντ Σαίνμπεργκ ήρθε μικρός στη Γερμανία, πολέμησε στο πλευρό των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ένιωθε εντελώς Γερμανός, φτιαγμένος από τη γερμανική κουλτούρα και ειδικά τη μουσική, κάποια στιγμή μάλιστα μεταστράφηκε και βαπτίστηκε χριστιανός. Υπήρξε όμως εξαιρετικά διαυγής και, αμέσως μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία, μετανάστευσε με τη γυναίκα του και το παιδί τους, ήδη από το 1933. Πρώτα στη Γαλλία. Στη συνέχεια διέσχισε τον Ατλαντικό κι εγκαταστάθηκε για λίγο στη Βοστώνη, όπου είχε μια πρόσκληση για συνεργασία, ενώ αργότερα όλη την υπόλοιπη ζωή του έζησε στην Καλιφόρνια. Από εκεί θα παρακολουθούσε συγκλονισμένος το ευρωπαϊκό δράμα. Πολλοί συγγενείς του που έμειναν πίσω δολοφονήθηκαν με διάφορους τρόπους. Ο Σαίνμπεργκ δεν παρακολουθούσε αμέτοχος. Έκανε διάφορες κινήσεις γράφοντας επιστολές σε σημαίνοντα πρόσωπα και κείμενα. Είχε έναν ακτιβισμό που δεν απέφερε αποτελέσματα, αφού τον αγνόησε ακόμη και η αμερικανική εβραϊκή διασπορά ενώ κι ο Τόμας Μαν αρνήθηκε τη βοήθειά του στη δημοσίευση ενός κειμένου. Απονενοημένα διαβήματα…
Ο συνθέτης του συγκλονιστικού Επιζώντος της Βαρσοβίας αφιέρωσε το 1947 αυτό το μνημειώδες έργο 7 λεπτών στην εξόντωση των Εβραίων. Επ’ αυτού, γράφει ο Άικλερ: «Πολύ προτού χτιστεί έστω και ένα μνημείο για το Ολοκαύτωμα οπουδήποτε στις ΗΠΑ, η μουσική του Σαίνμπεργκ έγινε ο ήχος της δημόσιας μνήμης» (σ. 22).
Ο Άικλερ συσχετίζει το συγκεκριμένο έργο με τη δημοσίευση, την ίδια χρονιά, του Δόκτωρα Φάουστους του Τόμας Μαν. Προσωπικά, δεν μπορώ να μην το συσχετίσω με δύο κορυφαία κείμενα που είδαν το φως της δημοσιότητας στην Ευρώπη το 1947. Εννοώ την α΄ έκδοση του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, του Πρίμο Λέβι, από μικρό εκδοτικό οίκο με περιορισμένη υποδοχή, και Το ανθρώπινο είδος του Ρομπέρ Αντέλμ. Επιζών του Άουσβιτς ο πρώτος, του Μπούχενβαλντ ο δεύτερος, δημοσιεύουν αυτά τα πρώτα συγκλονιστικά έργα στο Τορίνο και στο Παρίσι το 1947, ενώ μιλούν παράλληλα με τον Επιζώντα της Βαρσοβίας.
Το έργο γράφτηκε, αλλά μόνο απλό δεν ήταν να εκτελεστεί δημοσίως· η υποδοχή του δεν ήταν διόλου εξασφαλισμένη. Η πρεμιέρα του έργου είναι κάπως σουρεαλιστική και ο Άικλερ της αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο: «Ο Μωυσής στην Αλμπουκέρκη», σ. 186-213.
Στην απομακρυσμένη Αλμπουκέρκη, πόλη του Νέου Μεξικού, ένας άγνωστος μαέστρος, ο Κουρτ Φρέντερικ, γεννημένος στη Βιέννη, παιδί της Bildung κι αυτός, που αυτοεξορίστηκε, τρέφει απέραντο θαυμασμό για τον συνθέτη. Ζητά λοιπόν την άδεια του Σαίνμπεργκ να παίξει το έργο του. Ο συνθέτης τη δίνει, αν και η Δημοτική Συμφωνική Ορχήστρα δεν είναι παρά ένα ερασιτεχνικό σύνολο. Ο Φρέντερικ πέφτει από τα σύννεφα που αυτή θα είναι η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου. Η υποδοχή είναι ανέλπιστη για ένα όχι εκπαιδευμένο κοινό. Ο Σαίνμπεργκ δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει στις 4 Νοεμβρίου 1948. Έμαθε όμως πως περίπου επτά λεπτά αργότερα, σύμφωνα με το περιοδικό Time, η αίθουσα δονήθηκε από βροντερά χειροκροτήματα, ο Φρέντερικ επανέλαβε επιτόπου την εκτέλεση του έργου και η υποδοχή ήταν ένας θρίαμβος. Ο Σαίνμπεργκ έγραψε στον Φρέντερικ: «ο ενθουσιασμός και η ικανότητά σας φαίνεται πως δημιούργησαν ένα θαύμα, για το οποίο όχι μόνο η Αλμπουκέρκη αλλά πιθανότατα και όλη η Αμέρικα “Kopfstehen wird” (θα ξετρελαθεί)» (σ. 197).
Λίγο μετά, την ίδια πάντα χρονιά (1948), το έργο έκανε την πρώτη ευρωπαϊκή του πρεμιέρα στο Παρίσι και το 1950 στη Δυτική Γερμανία, στο Ντάρμσταντ. Γράφει ο Άικλερ:
Αν για τη Νοτιοδυτική Αμερική ο Επιζών ήταν κάτι εκπληκτικά καινοφανές και ως εκ τούτου δύσκολα κατανοήσιμο, η ανησυχία πριν την πρεμιέρα του στη Δυτική Γερμανία το 1950 ήταν μήπως γίνει υπερβολικά κατανοητό. […] Είναι υπερβολικά νωρίς για την επεξεργασία και την αποδοχή του παρελθόντος. Η σταδιοδρομία του Επιζώντα στη Δυτική Γερμανία τα επόμενα χρόνια αποκαλύπτει πόσο στέρεα ήταν ακόμη ριζωμένα τα ίχνη της ναζιστικής ιδεολογίας στην εθνική συνείδηση. (σ. 199-200)
Τέλος ο Επιζών θα έχει την αμερικανική πρεμιέρα που του άξιζε το 1950, όταν το υποδέχτηκε και το διηύθυνε ο Δημήτρης Μητρόπουλος με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Θρίαμβος και εκεί, και διπλή εκτέλεση του έργου. Ευτυχώς, ο συνθέτης πρόλαβε να το μάθει.
Ο Σαίνμπεργκ πέθανε τον Ιούνιο του 1951 και η σορός του αποτεφρώθηκε. Πολύ αργότερα, το 1974, η πόλη της Βιέννης ζήτησε από τους απογόνους του να επιστραφεί η στάχτη του για να αποκτήσει το μνήμα που της άξιζε. Πράγματι, η στάχτη του καθώς και αυτή της συζύγου του μεταφέρθηκαν στη γενέθλια πόλη του και τοποθετήθηκαν σε ένα μνήμα. Εκεί, στο απέραντο Κεντρικό Κοιμητήριο, γειτόνεψε μ’ αυτούς που ήταν οι αληθινοί του πρόγονοι και των οποίων ήταν συνεχιστής με τη μουσική του: με τον Μπετόβεν, τον Σούμπερτ και τον Μπραμς.
Στη Ρωσία και στη Βρετανία
Λένινγκραντ, καλοκαίρι του 1942. Η πόλη πολιορκείται από τον Σεπτέμβριο του 1941 από τα γερμανικά στρατεύματα και υφίσταται άγριο αποκλεισμό· οι κάτοικοι λιμοκτονούν. Αλησμόνητη είναι η βραδιά της συναυλίας με την πρώτη εκτέλεση της 7ης Συμφωνίας του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, της συμφωνίας Λένινγκραντ στην πολιορκημένη εδώ κι ένα χρόνο πόλη. Οι κάτοικοι θα λιμοκτονούσαν αλλά θα αντιστέκονταν επί 900 ημέρες, από τον Σεπτέμβριο του 1941 ώς τις 27 Ιανουαρίου 1944, που τα εχθρικά στρατεύματα αποχώρησαν. Τεράστια ηχεία στραμμένα προς τα στρατεύματα της Βέρμαχτ που στρατοπέδευαν μια ανάσα από την πόλη μετέφεραν τον ήχο της συναυλίας. Το γεγονός αυτό εγγράφεται στην ηρωική αντίσταση που πρόβαλαν στρατός και πολίτες στη Σοβιετική Ένωση και είναι μια πολύ ξεχωριστή στιγμή της. Βεβαίως, ο Σοστακόβιτς διώχθηκε ανελέητα στη συνέχεια από το καθεστώς.
Αλλά δεν είναι αυτό το έργο που ο Άικλερ εντάσσει στo corpus των τεσσάρων έργων που εξετάζει. Χρόνια αργότερα, ο συνθέτης θα εμπνεόταν από ένα φρικιαστικό γεγονός, που έλαβε χώρα στο Μπάμπι Γιαρ. Πρόκειται για τη μαζική δολοφονία 33.771 Ουκρανών εβραϊκής καταγωγής στη χαράδρα του Μπάμπι Γιαρ, τη μεγαλύτερη σφαγή σε μία μόνο φορά στις εκκαθαρίσεις Εβραίων από τα Αϊζαντσγκρούπεν, τα ειδικά τμήματα εκτελέσεων των Ες Ες. Η αφήγηση κλείνει ως εξής: «Στο Μπάμπι Γιαρ η σιωπή ήταν απόλυτη. Πρώτα οι ναζί κατέστρεψαν τα αποδεικτικά στοιχεία και στη συνέχεια οι Σοβιετικοί κατέστρεψαν τη μνήμη. Και οι δύο πλευρές μαζί επικύρωσαν την τέλεια συγκάλυψη» (σ. 83). Υπάρχουν όμως τα συγκλονιστικά κείμενα του Βασίλι Γκρόσσμαν, «Η Ουκρανία δίχως Εβραίους», το πρώτο πρώτο κείμενο που θα δημοσιευτεί για τη γενοκτονία,[1] και η «Μαύρη Βίβλος» του ιδίου, απαγορευμένη και αδημοσίευτη, που θα γίνει γνωστή στη Δύση πολλές δεκαετίες αργότερα.
Χρόνια αργότερα, ο νεαρός ποιητής Γεβγκένι Γεφτουσένκο θα συγκλονιζόταν από το δράμα αυτό και θα συνέθετε το ποιητικό του έργο, Μπάμπι Γιαρ. Το έργο αυτό διάβασε ο Σοστακόβιτς και εμπνεύστηκε το ομώνυμο συμφωνικό του έργο, κατά την εκτέλεση του οποίου απαγγέλλεται το ομώνυμο ποίημα του Γεφτουσένκο. Έργο που μετά δυσκολίας παίχτηκε το 1961 στη Σοβιετική Ένωση, η οποία έκανε δειλά βήματα στον δρόμο της αποσταλινοποίησης. Ίσως η συμφωνία αυτή να είναι το καλύτερο μνημείο γι’ αυτό το επεισόδιο της εξόντωσης, το απόλυτα αποσιωπημένο ώς τότε. «Πάνω από το Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν…», λέει ο στίχος του Γεφτουσένκο. Στα υλικά μνημεία που υπάρχουν σήμερα στην τεράστια καλυμμένη κι αναδασωμένη έκταση, εν είδει πάρκου, ο Άικλερ αφιερώνει μια μεγάλη ενότητα.
Τέλος, ο Άγγλος Μπέντζαμιν Μπρίτεν συνέθεσε τη συμφωνία του Πολεμικό Ρέκβιεμ, εμπνευσμένος από την καταστροφή του τεράστιου καθεδρικού ναού του Κόβεντρι από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Το περίφημο Μπλιτζ υπήρξε πολύ τραυματικό για την βρετανική κοινωνία. Περίπου τετρακόσιες χιλιάδες ήταν οι νεκροί νεαρής ηλικίας Βρετανοί στις μάχες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αλλά το Ρέκβιεμ συμπεριλαμβάνει τα δεινά και τους νεκρούς του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αφού βασίζεται σε μελοποιήσεις 9 αντιπολεμικών ποιημάτων του Γουίλφρεντ Όουεν, ο οποίος πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο, τον Μεγάλο Πόλεμο, και έγραψε έπειτα από τις εμπειρίες του εκεί. Τα ποιήματα αυτά απαγγέλλονται στα αγγλικά και συνδυάζονται με τη λατινική λειτουργία του Ρέκβιεμ όπου τραγουδά μία σοπράνο και η χορωδία.
Ένα μουσικό μνημείο λοιπόν για τους νεκρούς των πολέμων, το Ρέκβιεμ, συγκλόνισε τον Σοστακόβιτς, ο οποίος αφιέρωσε στον Μπρίτεν τη 14η Συμφωνία του, στην οποία μελοποίησε Απολλιναίρ, Πούσκιν, Ρίλκε και Λόρκα. Οι εκλεκτικές συγγένειες είναι πολύ έντονες. Το Μπάμπι Γιαρ και το Πολεμικό Ρέκβιεμ είναι «παιδιά όμοιων πατεράδων», όπως είπε ο ίδιος ο Μπρίτεν. Χέρι χέρι μουσική και ποίηση μνημονεύουν το παρελθόν, αναμοχλεύοντας τις οδύνες του και μεταμορφώνοντάς τις σε τέχνη.
Επίλογος: Ο αναγνώστης θα εισέλθει στη μεγάλη Ιστορία μέσα από πολλές μικρές ιστορίες και από επιλεγμένα γεγονότα. Μέσα από πολλές «μικρές εικόνες» (ορολογία του Βάλτερ Μπένγιαμιν) τις οποίες ο ίδιος παραθέτει και συμπυκνώνει στον επίλογο του με τίτλο εμπνευσμένο από τον Προυστ: «Ακούγοντας τον χαμένο χρόνο». Μέσα από τα έργα αυτά, ο χρόνος θα ανακτηθεί. Όπως και στο τέλος της Αναζήτησης, θα οικειοποιηθούμε πάλι αυτό το τραυματικό παρελθόν, μεταμορφωμένο πια μέσα από την τέχνη.
Ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν (δεξιά) με τον τσελίστα και μαέστρο Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, το 1964.
Mikhail Ozerskiy / RIA Novosti archive, image #25562 / CC-BY-SA 3.0
[1] Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα, εισαγωγή-μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Άγρα, Αθήνα 2020.
Γιώργος Σεφέρης - Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμέλεια: Λουκάς Κούσουλας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1988, 208 σελ. (εξαντλημένο)
Κωνσταντίνος Τσάτσος, Διάλογοι σε μοναστήρι. Κείμενα προβληματισμού, Ευθύνη, τελευταία έκδοση Αθήνα 2011 (α΄έκδοση 1974), 255 σελ.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987) ήταν ένας σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος και σημαντικός πολιτικός της συντηρητικής παράταξης, που διετέλεσε και πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Στους περισσότερους πολιτικούς που είναι ταυτόχρονα και συγγραφείς συμβαίνει ετούτο: όταν από τη σφαίρα της δράσης μεταβαίνουν στη σφαίρα του λόγου, η φυσιογνωμία τους κάπως αποχρωματίζεται. Στον Τσάτσο συμβαίνει το αντίθετο: μέσα από τα γραπτά του η φυσιογνωμία του, η πνευματική και ψυχική, προβάλλει εντονότερη. Δυο διάλογοί του, ο ένας με τον Σεφέρη και ο άλλος με σημαντικές προσωπικότητες της διανόησης στην αρκαδική μονή της Μεταμορφώσεως αποδεικνύουν το εύρος της σκέψης του.
Συλλογίζομαι πως όποιος πλησιάσει τον Κωνσταντίνο Τσάτσο μόνο μέσα από τα κείμενά του, τα στοχαστικά και τα λογοτεχνικά, δεν βρίσκεται σε εντελώς μειονεκτική θέση σε σχέση με όποιον τον γνώρισε και ως πολιτικό, όσο κι αν λυπούμαστε που η χώρα μας δεν έχει σήμερα τέτοιους πολιτικούς. Αυτά διαφυλάττουν την αυθεντικότερη φυσιογνωμία του: την κρείττω τα συγγράμματα δείξει.
Στους περισσότερους πολιτικούς που είναι ταυτόχρονα και συγγραφείς συμβαίνει ετούτο: όταν από τη σφαίρα της δράσης μεταβαίνουν στη σφαίρα του λόγου, η φυσιογνωμία τους κάπως αποχρωματίζεται. Στον Τσάτσο συμβαίνει το αντίθετο: μέσα από τα γραπτά του η φυσιογνωμία του, η πνευματική και ψυχική, προβάλλει εντονότερη. Ο θεωρητικός βίος κατέχει εδώ τα πρωτεία.
Η νεότητα του Τσάτσου διασταυρώθηκε με δύο σπουδαίους ποιητές: τον πρώτο μεταξύ των πρεσβυτέρων και τον πρώτο μεταξύ των νεότερων, τον Κωστή Παλαμά και τον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Παλαμάς βρήκε στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Τσάτσου τον αξιότερο ερμηνευτή του. Αλλά κι η ανάδειξη του Τσάτσου στο ύπατο αξίωμα, σε πρώτο πολίτη της χώρας, δικαίωσε την προορατικότητα του μεγάλου πρεσβύτη, όταν κέντριζε τη φιλοτιμία και τη φιλοπρωτία του νεότερου με την προτροπή:
όπου σταθής, πρώτος.
Ο Σεφέρης, αλλά κι ο Ελύτης, συνάντησαν στον υψηλόφρονα στοχαστή που υπήρξεν ο Τσάτσος τον πιο κατάλληλο συνομιλητή (όχι οπαδό ή μιμητή). Αξίζει να διαβαστεί όλος ο τόμος Ένας διάλογος για την ποίηση (κι όχι μόνον οι τοποθετήσεις του Σεφέρη). Ας μη λησμονούμε πως σε έναν διάλογο κανείς δεν έχει όλο το δίκιο με το μέρος του. Αυτό είναι το δίδαγμα των πλατωνικών διαλόγων. Αν ο Σεφέρης είχε με το μέρος του τη συγκυρία, το εδώ και το τώρα, στο ενεργητικό του Τσάτσου πρέπει να προσγραφεί μια καθολικότερη και διαχρονικότερη εποπτεία.
Ίσως ο Τσάτσος, στηριγμένος σε ορισμένες υπερβασίες των νέων ρευμάτων στις τέχνες, να παραγνώρισε τον πρωτόγνωρο δυναμισμό τους, που οδήγησε αυτές τις ίδιες τέχνες σε μιαν άνευ προηγουμένου ανθοφορία. Αντιπρότεινε όμως, αντίβαρο στην εύκολη αχαλινωσία, το ιδανικό της κλασσικής ισορρόπησης, που διασώζει στη δοκιμασία του χρόνου την πνευματική δημιουργία.
Στους Διαλόγους σε Μοναστήρι διαλέγονται, αν εξαιρέσουμε τον μοναχό Σωφρόνιο, που εμφανίζεται στο τέλος και μιλά ελάχιστα, πέντε πρόσωπα: δύο γερμανοί πανεπιστημιακοί καθηγητές, ο ένας της φιλοσοφίας κι ο άλλος της φιλολογίας, ένας Γάλλος επίσης ακαδημαϊκός, καθηγητής της ιστορίας, και δυο Έλληνες, ο Κώστας Ιπλιξής, πανεπιστημιακός φιλόσοφος κι αυτός, κι ο ηγούμενος Συνέσιος.
Οι διάλογοι γίνονται στην αρκαδική μονή της Μεταμορφώσεως. Επισημαίνει εύστοχα ο Πρεβελάκης:
Το σκηνικό δεν έχει στηθεί για τη γραφικότητά του. Η ελληνική φύση θα αποδειχθεί μυσταγωγός. Εξ άλλου, η γαλήνη του μοναστηριού κάνει τον αναγνώστη να θυμηθεί την ηρεμία που αποζητούσαν στην έπαυλη των Μεδίκων οι φλωρεντινοί ζηλωτές της πλατωνικής φιλοσοφίας γύρω απ’ τον Μαρσίλιο Φιτσίνο, τον ιερωμένο και φιλόσοφο που προσπάθησε να εναρμονίσει τη χριστιανική πνευματικότητα με την πλατωνική φιλοσοφία – το ίδιο που θα κάμει ο συγγραφέας των διαλόγων. Η αρκαδική φύση, κατ’ άλλον συνειρμό, θυμίζει τη νοσταλγία των πνευματικών ανθρώπων του Βορρά για το Νότο, τη βουκολική ποίηση της Αναγέννησης και των νεότερων χρόνων και τον πίνακα του Πουσσέν Ποιμένες της Αρκαδίας.
Ας σημειώσω, με τη σειρά μου, πως ο Συνέσιος είναι ένας πνευματικός ποιμένας. Ο αρκαδισμός επομένως μεταρσιώνεται σε υψηλότερες σφαίρες. Η απαράμιλλη λογοτεχνικότητα, που διακρίνει τους διαλόγους, ίσως κι αυτή να μην είναι άσχετη με τη μεγάλη αρκαδική παράδοση που αναφέραμε.
Τα θέματα των διαλόγων παρουσιάζουν μεγάλο εύρος και ποικιλία: χριστιανική αγάπη και έρωτας, χριστιανισμός και σύγχρονος κόσμος, ελληνισμός, λόγος και άλογες δυνάμεις, η ιστορία κι ο σκοπός της κ.ά. Με ιδιαίτερη θέρμη συζητιούνται ο έρωτας, η τέχνη κι η θρησκεία. Ας ιχνηλατήσουμε τον στοχασμό του Τσάτσου στα τρία αυτά ζητήματα.
Τέχνη
Η τέχνη γεννιέται όταν ο νους αφήνει τη σφαίρα της στενής διανοητικότητας και ανασυνθέτει την πραγματικότητα με τη δύναμη της φαντασίας, τη στιγμή που ο ορθός λόγος την αποσυνθέτει για να διαπιστώσει τους λογικούς και επιστημονικούς νόμους που τη διέπουν. Έτσι, το πνεύμα αποδεσμεύεται από τη λογική νομοτέλεια, από την αδήριτη ανάγκη, κι ανυψώνεται στον ουρανό μιας πρωτόγνωρης ελευθερίας.
Στην περιοχή της τέχνης, το πνεύμα και ο νους, η ύλη και η αίσθηση, συμπορεύονται ισότιμα. Το πνεύμα φτιάχνει καινόν ουρανόν και καινήν γην, έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Σ’ αυτόν τον κόσμο ο άνθρωπος πρέπει να εισέλθει ακέραιος: με όλες τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Μόνον έτσι θα ζήσει όλον αυτόν τον πλούτο, ταυτόχρονα αισθητό και νοητό, που υπάρχει εκεί.
Η ψυχική ζωή του ανθρώπου ανακτά την ακεραιότητά της, την οποία συνήθως ακρωτηριάζουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: η αισθησιακή ζωή, που κυριαρχείται από την επιθυμία και φυγαδεύει το πνεύμα, και η υπέρμετρη διανοητικότητα, που εξατμίζει την αίσθηση. Στην τέχνη, όπως είπαμε, η αίσθηση δεν ακυρώνεται αλλά απελευθερώνεται από την τυραννία της επιθυμίας και συλλειτουργεί αγαστά με το πνεύμα.
Θρησκεία
Ο Τσάτσος είναι θιασώτης του υποκειμενικού ιδεαλισμού, και μάλιστα στη νεοκαντιανή εκδοχή του. Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός δεν θεμελιώνεται, όπως στον Πλάτωνα, στην οντολογική αυθυπαρξία της ιδέας αλλά στην πρωταρχή της συνειδητότητας.
Ο αντικειμενικός κόσμος φωτίζεται από το πνεύμα με διάφορους τρόπους –γνωστικά, αισθητικά, ηθικά– κι έτσι πνευματοποιείται κι εκείνος. Αλλά και το ίδιο το πνεύμα διαφορίζεται ανάλογα με τους τρόπους που μετέρχεται. Άλλοτε λειτουργεί ως διάνοια –στενά λογικά–, άλλοτε ως ηθικός ή αισθητικός λόγος. Το πνεύμα νομοθετεί την αλήθεια, το αγαθό, την ομορφιά.
Το πνεύμα όμως δεν περιορίζεται εκεί. Διαισθάνεται και υποθέτει, πέρα απ’ τα όρια του λογικού, μια έσχατη υπερβατική πραγματικότητα. Όπως το πνεύμα, ως διάνοια, ανακαλύπτει τους νόμους που εξηγούν τις σχέσεις των πραγμάτων –τις λογικές αλήθειες–, έτσι ανακαλύπτει και τις άρρητες υπερβατικές αλήθειες. Αυτές τις αλήθειες τις εκφράζει συμβολικά. Τα θρησκευτικά δόγματα –η Τριαδικότητα, η Ενανθρώπιση– αποτελούν τέτοιες συμβολικές αλήθειες.
Μπορεί όμως μια τέτοια θεώρηση της θρησκείας, όσο κι αν εναντιώνεται στον στυγνό υλισμό, να στηρίξει τη θρησκευτική πίστη; Μήπως μια απόλυτη υπερβατικότητα είναι αντεστραμμένος μηδενισμός; Ο αναγνώστης παρακινείται να θέσει αλλά και να απαντήσει αυτά τα ερωτήματα.
Έρωτας.
Το ερωτικό βίωμα είναι αμετάδοτο. Γι’ αυτό και ο αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει στα όσα εκμυστηρεύεται ο ίδιος ο Τσάτσος έμμεσα, διά του Συνέσιου, στους Διαλόγους και άμεσα στη Λογοδοσία μιας ζωής. Ας αρκεστούμε να πούμε πως ο έρωτας, πριν οδηγήσει τον φιλόσοφό μας σε πιο ευφρόσυνες περιοχές, τον πλήγωσε με τη ρομφαία του. Αυτή η πληγή όμως δεν ήταν παρά τα κέντρα και οι κνησμοί, οι ωδίνες και τα οιδήματα της πτεροφυΐας του πλατωνικού Φαίδρου. Κάθε πνευματική εξύψωση εμπεριέχει πόνο.
Πλατωνικός αλλά και αντιπλατωνικός ο Τσάτσος, στα ερωτικά, τοποθετεί στα άγια των αγίων του ναού του έρωτα τη γυναίκα. Σ’ αυτόν όμως τον έρωτα αναγνωρίζει ένα στοιχείο υπερβατικότητας. Φυσικά, υπάρχουν και άλλοι έρωτες που ηνιοχούνται από την ιδέα του κάλλους. Αλλά ο έρωτας προς τη γυναίκα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ένταση –άρα τη μεγαλύτερη υπερβατικότητα– γιατί συναιρεί τρία αλληλοτροφοδοτούμενα στοιχεία: τη σωματική έλξη, το θάμβος της ομορφιάς και την εσωτερικότητα της ψυχής. Έτσι ο έρωτας γίνεται δρόμος προς το απόλυτο.
Πλατωνισμός
Ο πλατωνισμός είναι το νήμα που συνέχει όλους τους στοχασμούς του Τσάτσου: όχι μόνο ο πλατωνισμός του Πλάτωνος αλλά και των νεοπλατωνικών και των νεοκαντιανών.
Ο Πλάτων πίστεψε σ’ έναν αιώνιο κι αμετάβλητο κόσμο ιδεών, προσιτό στον νου, πέρα από τη ρευστότητα των φαινομένων. Όμως προχώρησε πέρα από τα σύνορα του λόγου, στο επέκεινα της ουσίας, κι άνοιξε έτσι τους ορίζοντες του μεταφυσικού ετασμού, όπου καταβυθίστηκε η νεοπλατωνική φιλοσοφία κι ο χριστιανικός μυστικισμός. Φυσικά, ο Τσάτσος δεν παραβλέπει τη διδασκαλία της αγάπης, τον θεμέλιο λίθο του χριστιανισμού, η οποία απουσιάζει στην ελληνική σκέψη και τη συμπληρώνει. Ο νεοκαντιανισμός, κυρίως ο Paul Natorp, ερμήνευσε την πλατωνική θεωρία των ιδεών κάτω από το καθαρό φως της καντιανής γνωσιολογίας.
Για τον Τσάτσο ο λόγος, όπως κι αν εκδηλώνεται –θεωρητικά, αισθητικά, ηθικά–, αποτελεί σταθερή εστία ακτινοβολίας και αμετάθετο σημείο αναφοράς. Περιχαρακώνει το Απόλυτο. Το Απόλυτο δεν αποδεικνύεται. Προϋποθέτει μιαν αρχική κατάφαση, ένα μεγάλο ΝΑΙ, που αιμοδοτεί με νόημα τον κόσμο και τον άνθρωπο. Απ’ αυτό το άχρονο και απόλυτο παίρνουν αξία τα πολλά έγχρονα και σχετικά· και προς αυτό κατατείνει ο άνθρωπος μέσα από την τέχνη, την επιστήμη και την ηθική, οι οποίες συνιστούν τους κύριους τρόπους της πνευματικής του ζωής και της ελευθερίας του. Είναι ο Θεός το Απόλυτο; Και μπορεί να προσπελαστεί άμεσα με τον τρόπο της θρησκείας; Ο Τσάτσος αποφαίνεται πως μια τέτοια επιδίωξη είναι θεμιτή.
Όμως οι διάλογοι δεν είναι εγχειρίδιο φιλοσοφίας. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Τσιρόπουλος,
το συμπερασματικό αυτό βιβλίο εμπεριέχει όλη την πνευματική ουσία του προσώπου που φέρει την ταυτότητα του Κ. Τσάτσου αλλά αποτελεί μαζί και μεγάλο επίτευγμα του Νεοελληνισμού, [ταμιεύει] πνευματικό πλούτο αιώνων και διατυπώνει με αρμόδιο λόγο την εμπειρία πολλών και μακρών φάσεων της περιπετειώδους ζωής του ως εμφάνισης στον κόσμο του πνεύματος.
O Γιώργος Σεφέρης (αριστερά) και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
Μάριος Μπέγζος, Θρησκεία και ψυχανάλυση, Οδός Πανός, Αθήνα 2023, 140 σελ.
Το θέμα σχέσεων θρησκείας και ψυχανάλυσης είναι μείζον, γι’ αυτό και ασχολήθηκαν σχετικά ουκ ολίγοι συγγραφείς και θεολογίζοντες ψυχαναλυτές. Ο λόγος είναι προφανής. Θρησκεία και ψυχανάλυση παίζουν ρόλο ανακουφιστικό και θεραπευτικό για τον πάσχοντα. Στο ίδιο θέμα, αφιερώνει ένα από τα πρόσφατα βιβλία του και ο Μάριος Μπέγζος – βιβλίο καλά δομημένο, εύληπτο και σύντομο.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του Μάριου Μπέγζου, Θρησκεία και ψυχανάλυση, ασχολείται με τις θεωρίες του Ζίγκμουντ Φρόυντ (1886-1939). Εξαρχής αναγνωρίζεται και ορθά τονίζεται ότι η ψυχανάλυση δεν είναι αυστηρά επιστημονική θεωρία ή ιδεολογική κοσμοθεωρία, ούτε θρησκεία ή φιλοσοφία, αλλά είναι μια θεραπεία. Κατά τον συγγραφέα, είναι η θεραπευτική μέθοδος του ανθρώπινου ψυχισμού με διττή προτεραιότητα. 1. Το ασυνείδητο προηγείται του συνειδητού και 2. Το ερωτικό στοιχείο προηγείται του κοινωνικού. Ο συγγραφέας σε όλο το βιβλίο του προχωρεί σε λεπτές εννοιολογικές αποσαφηνίσεις.
Το «ασυνείδητο» είναι το μέρος του ψυχισμού που αποθηκεύει κάθε ανεκπλήρωτη επιθυμία. Κατά τον Φρόυντ, είναι id = Αυτό και όχι Εκείνο. Είναι το Υπο-Εγώ. Έτσι έχουμε μια τριμερή διάκριση. Το Εγώ (=συνειδητό), το Υπο-Εγώ (=ασυνείδητο) και το Υπερ-Εγώ (Super-Ego) που είναι η κουλτούρα, ο πολιτισμός. Το ασυνείδητο είναι η αποθήκη όλων των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Υπάρχουν δύο δυνάμεις της ζωής. Ο Έρως, η κεντρομόλος δύναμη· και ο θάνατος, η κεντρόφυγος, διασπαστική δύναμη. Γνωστά στους ειδικούς, αυτά τα θέματα καταλαμβάνουν το πρώτο κεφάλαιο. Στα επόμενα κεφάλαια εξετάζεται η «ψυχαναλυτική ανατομία της θρησκείας» όπου η φροϋδική ματιά, με τα βιβλία Το μέλλον μιας αυταπάτης (1927) και «Η δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό» (1930 – κακώς μεταφράστηκε στα ελληνικά ως Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας), ασκεί κριτική στη θρησκεία ως κοινωνικό φαινόμενο. Όπως επισημαίνει ο Μπέγζος, ο Φρόυντ θεωρεί ότι η θρησκεία είναι μεν αυταπάτη αλλά δεν είναι πλάνη, χαρακτηρίζει πάντως ευσεβή πόθο την ύπαρξη Θεού-δημιουργού με αγαθή πρόνοια του κόσμου και την ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής. Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι η ζωή είναι σκληρή και δύσκολη· για να την υποφέρουμε χρειαζόμαστε καταπραϋντικά μέσα, κι αυτό το ρόλο παίζει η θρησκεία. Γι’ αυτό και δεν νοείται μακράν και πέραν της μάζας.
Είναι γνωστό ότι ο Φρόυντ εμφανίζεται περισσότερο ως αγνωστικιστής παρά ως δηλωμένος άθεος (με την αυστηρή σημασία του όρου). Επικρίνοντας τη θρησκεία ως κοινωνικό θεσμό, με ναρκισσιστική έπαρση, κατέταξε τον εαυτό του ανάμεσα στον Κοπέρνικο και τον Δαρβίνο. Είναι επίσης γνωστό ότι δεν έγινε πλήρως αποδεκτός από τη στενή ιατρική κοινότητα, αλλά και από τους επιγόνους του, σχισματικούς (Γιουνγκ, Άντλερ, Φρόμ, Ράιχ), νεοφροϋδιστές κ.ά. Παρά ταύτα, λέει ο Μπέγζος, «προσπάθησε και πέτυχε πολύ περισσότερα από όσα απέτυχε» (σ. 39).
Η θρησκεία ως νεύρωση
Ο Φρόυντ ορίζει τη θρησκεία ως πίστη στο δόγμα εκφράζοντας έκδηλη αμφιβολία για τα ιερά κείμενα. Τα θεωρεί αναξιόπιστα, αντιφατικά, διασκευασμένα, αλλοιωμένα, χωρίς βέβαια να προσκομίζει και σχετικές αποδείξεις ή τεκμήρια περί του ισχυρισμού του. Γράφει οιονεί «αφοριστικά», υιοθετώντας την τακτική του Νίτσε τον οποίο είναι γνωστό ότι θαύμαζε.
Η επιθυμία, κατά τον Φρόυντ, είναι η σπονδυλική στήλη της θρησκείας χρονικά, χωρικά και τροπικά. Η εξίσωση θρησκείας και αυταπάτης δεν είναι υποβάθμιση της θρησκείας. Η θρησκεία δεν είναι το «όπιο του λαού» όπως ήθελε ο Μαρξ, αλλά αυταπάτη στην εκπλήρωση της επιθυμίας του πιστού. Ως προς τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας της ψυχανάλυσης επικαλείται την αυξανόμενη επιστημονική γνώση, τον μοναδικό δρόμο που οδηγεί σε επίγνωση της πραγματικότητας.
Η θρησκεία έχει προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον πολιτισμό, αλλά ο πολιτισμός, ατυχώς, περιόρισε και περιορίζει τις επιθυμίες και τις ορμές του ανθρώπου, κάνοντάς τον δυστυχή, υποστηρίζει ο Φρόυντ. Επ’ αυτού, ο Μπέγζος (σ. 76 επ.) θέτει το ερώτημα: θρησκευτική αυταπάτη ή άθρησκη αλήθεια; Η cultura, στη φροϋδική ψυχανάλυση, λειτουργεί αντιθετικά με τη natura. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη φυσική γέννηση του έμβιου όντος, ενώ η πρώτη με κάτι το θεσπισμένο, το θετό, το επίκτητο: cultio agri (=καλλιέργεια των αγρών). Ο πολιτισμός επιβάλλει περιορισμούς στον έρωτα, καταφάσκοντας στην εργασία. Για τον Φρόυντ, κάθε πολιτισμός στηρίζεται στον καταναγκασμό και στην καταπίεση των ορμών. Ο Μπέγζος με μια αποφθεγματική διατύπωση, δείχνει ότι το δίδυμο του έρωτα και της εργασίας είναι αυτό της «ανώδυνης ηδονής και της ευήδονης οδύνης». Έτσι αναδύεται και ο ναρκισσισμός του ανθρώπινου πολιτισμού (σ. 88-90).
Τι ρόλο όμως παίζει η θρησκεία μέσα στον πολιτισμό της φύσης. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την φροϋδική θεωρία του Θεού-πατέρα, με την παντοδυναμία του Θεού, την παγγνωσία και την παναγαθότητά Του. Ο Φρόυντ, επηρεασμένος από τις θεωρίες του εθνολόγου Τζέιμς Φρέιζερ (Ο χρυσούς κλώνος), του Ουίλιαμ Ρόμπερτσον Σμιθ και του Τζούλιους Βελχάουζεν, πιστεύει στη μετάβαση από τον πολυθεϊσμό στον μονοθεϊσμό (μέσω του ανιμισμού και της πίστης στον ένα Θεό). Tη θεωρεί έργο του ισραηλιτικού λαού και, ως εικός, απορρίπτει την έννοια της θείας αποκάλυψης αφού δεν αποδέχεται τον παραδοσιακό Θεό του ιουδαιο-χριστιανισμού. Εμμένει δηλαδή στον πατρικό πυρήνα της δοξασίας του Θεού, γιατί ο πατέρας-προστάτης είναι το σπέρμα της θρησκείας. Ο Πατέρας Θεός, ή οι θεοί γενικά, αποτρέπουν τον τρόμο για τις καταστρεπτικές φυσικές δυνάμεις εξοικειώνοντας τον άνθρωπο με αυτές, δίνοντάς του μια μεταθανάτια ελπίδα. Έτσι, η θρησκεία, κατά τον βιεννέζο ψυχίατρο, είναι μια φυσική ανάγκη για να αμυνθεί ο άνθρωπος απέναντι στη συντριπτική υπεροχή της φύσης.
Ο άνθρωπος που θρησκεύεται προσωποποιεί τις δυνάμεις αυτές, προχωρεί στον ανθρωπομορφισμό του θείου, για να τον καταλαβαίνει καλύτερα. Ο βιβλικός Θεός, αντίθετα, μένει ανεικονικός μεν, αλλά στο ημίφως της αμφισημίας: είναι θεός αποκαλυπτόμενος αλλά και deus absconditus. Βέβαια, ο Φρόυντ υπερβαίνει τα εσκαμμένα, θεωρώντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως ερμηνευτικό κλειδί για τη θρησκεία – η θεωρία του αυτή επικρίθηκε από τους επιγόνους του και ιδιαίτερα από τον Έριχ Φρομ[1].
Έρως - Έρις
Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι πολιτισμός και ερωτισμός πολώνονται εξ ορισμού. Ότι η αγάπη είναι ανεσταλμένος ερωτισμός (ασώματος έρωτας), η δε περίφημη εντολή της αγάπης αποδεικνύει μόνο ένα πράγμα: την αδυναμία της μέσα στον πολιτισμό. Η αγάπη ενέχει ιδιοτέλεια, συνεπώς θα έπρεπε να ήταν αλλιώς διατυπωμένη. Γι’ αυτό, ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι ο Ιησούς καλύτερα να έλεγε: «Αγάπα τον πλησίον σου όπως σε αγαπά αυτός» και αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την εντολή του «Αγάπα τους εχθρούς σου», την οποία θεωρεί απραγματοποίητη.
Για τον Φρόυντ η επιθετικότητα συμβαδίζει με τη σεξουαλικότητα και η αγάπη ενέχει μίσος, τη ζήλεια που είναι το μίσος της αγάπης. Ο έρως είναι σχέση. Και η έρις σηματοδοτεί τη σχάση της σχέσης. Εμπνευσμένος καθ’ ομολογίαν του από τον Εμπεδοκλή, ο Φρόυντ προτείνει τη «φιλότητα και το νείκος», δηλαδή τη φιλία και την έχθρα, την αγάπη και το μίσος, τη σχέση και τη σχάση. Θάνατος και σχάση είναι ταυτόσημα, έτσι λειτουργούν τα ανωτέρω δίπολα σύμφωνα και με την ηρακλείτεια θεώρηση. Καταλήγουμε, λοιπόν, να μισούμε ό,τι αγαπάμε και να φθονούμε αυτό που θαυμάζουμε· έτσι προκύπτει η αλήθεια του ρητού «πόλεμος πατήρ πάντων». Επιπλέον, ο Φρόυντ επινοεί τις έννοιες libido και mortibo, έρως - σεξουαλικότητα, και ορμή - φορά στην καταστρεπτικότητα, στο θάνατο. Η επιθετικότητα θεωρείται ισοδύναμη της σεξουαλικότητας, ο δε ερωτισμός συρράπτει σεξουαλικότητα και επιθετικότητα στη δίδυμη εκδοχή του σαδισμού και του μαζοχισμού. Έτσι συνυπάρχει η ηδονή με την οδύνη, οι οποίες κατά τον συγγραφέα αλληλοδιαπλέκονται.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα της ψυχαναλυτικής μεθόδου του Φρόυντ είναι το θέμα της ενοχής και της αμαρτίας, καθόσον ο φόβος και η τιμωρία δημιουργούν ένοχη συνείδηση και η ενοχικότητα συνεπάγεται αναγκαστικά την επιθετικότητα: το «Υπερεγώ βασανίζει το αμαρτωλό Εγώ». Ο Φρόυντ, παρατηρεί ο Μπέγζος, ερμηνεύει την ανάδυση της ηθικής συνείδησης ως ενοχής από την επιθετικότητα και τη σεξουαλικότητα. Το άγχος ενώπιον της απώλειας της αγάπης του άλλου, και μάλιστα του πατέρα, είναι ο πρωταρχικός γενεσιουργός παράγων (σ. 119). Ιδιαίτερα τονίζονται η ενοχή που προκύπτει από τη σεξουαλικότητα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα· το αίσθημα της ενοχής ανάγεται στη θανάτωση του πατέρα, έτσι η σεξουαλικότητα συνοδεύει την επιθετικότητα.
Ο Φρόυντ υποδεικνύει ότι για να είναι κανείς ευτυχισμένος οφείλει να υπακούει στην κλήση της φύσης του και να ικανοποιεί το Εγώ του. Απ’ την άλλη, κάθε νεύρωση σκεπάζει ένα ποσοστό ασυνείδητου αισθήματος ενοχής…
Απορρίπτοντας τη χριστιανική εντολή της αγάπης ως απραγματοποίητη, καταλήγει ότι ούτε ο ίδιος μπορεί να προσφέρει παρηγοριά με την ψυχαναλυτική μέθοδό του. Το μέλλον της θρησκείας, κατά τον Φρόυντ, είναι μάλλον ζοφερό, αφού αυτή δεν ασκεί την επίδραση που ασκούσε στο παρελθόν, όσο μάλιστα αναπτύσσεται περισσότερο η επιστημονική γνώση. Η στάση του είναι κριτική και επικριτική, αλλά όχι πολεμική, ενώ επιμένει στην ουδετερότητα της ψυχανάλυσης έναντι της θρησκείας, αφού «η ψυχανάλυση είναι μια ερευνητική μέθοδος, ένα ουδέτερο όργανο, όπως π.χ. ο απειροστικός λογισμός». Ωστόσο, αναγνωρίζει τον παραμυθητικό ρόλο της θρησκείας και την εγγύηση της κοινωνικής συνοχής. Επισημαίνοντας το ανέφικτο της κατάργησης της θρησκείας όπως αποδείχτηκε περίτρανα στο παρελθόν (Γαλλική Επανάσταση - αθεϊστικό ημερολόγιο, κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού κ.ά.) ο Μπέγζος καταλήγει ότι η πραγματεία του Φρόυντ περί θρησκείας μοιάζει με κράμα γεροντικής εμμονής, ερευνητικού πείσματος και ουτοπικής νοσταλγίας για έναν καλύτερο κόσμο με λιγότερο δυστυχισμένους ανθρώπους.
Τοτέμ και ταμπού
Όπως είπα και στην αρχή, το βιβλίο παρουσιάζει τις γνωστές αρετές του γραπτού λόγου του Μάριου Μπέγζου. Σοφή δομή, πυκνή, περιεκτική παρουσίαση και ανάπτυξη των σκέψεων που δεν κουράζει τον αναγνώστη, διαλεκτική σκέψη, ευρυμάθεια και, ιδίως, γεωμετρημένη ποιητική γλώσσα: λόγο λιτό, δηλαδή, πυκνά αποφθεγματικό, με παρηχήσεις. Όπως π.χ. «εμμονή κι επιμονή», «σχέση και σχάση», «όπου έρως εκεί έρις. Αλλά και: όπου έρις εκεί έρως. Τα αντίθετα έλκονται. Τα ασύμπτωτα παραλληλίζονται. Η σχάση είναι νόσος. Η σχέση θεραπεία» (σ. 21). Ή, ακόμη: «Ο πόνος και η πείνα αντιμετωπίζονται με την τροφή και την τρυφή» (σ. 50).
Βέβαια, στο εν λόγω βιβλίο, δεν γίνεται λόγος για άλλες θεωρίες του Φρόυντ που σφοδρά επικρίθηκαν από αρμοδίους, όπως π.χ. ο φθόνος του πέους ή του ευνουχισμού, όπου υποστηρίζεται ότι η θηλυκότητα είναι κατώτερη της αρρενωπότητας, η ανάλυση των ονείρων, τα λεγόμενα ψυχοσεξουαλικά στάδια του ανθρώπου, το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας κ.ά. Ίσως, διότι δεν άπτονται του κυρίου θέματος, αλλά, νομίζω, θα έπρεπε να γίνει λόγος τουλάχιστον για το βασικό έργο του Φρόυντ Τοτέμ και ταμπού (1913)[2] και, ιδίως, για το τελευταίο βιβλίο του Ο Μωυσής και ο μονοθεϊσμός (Der Man Moses und monotheistische Religion, 1939)[3]. Το βιβλίο αυτό είναι, κατά γενική αναγνώριση, το πιο ευάλωτο και ατεκμηρίωτο έργο του πατέρα της ψυχανάλυσης. Σε αυτό, εφαρμόζοντας την ψυχαναλυτική του σκέψη, ο Φρόυντ, στηριζόμενος σε μια υπόθεση του Ερνστ Σέλιν και στη θεωρία του αιγυπτιολόγου Τζέιμς Μπρέστιντ, υποστηρίζει ότι ο Μωυσής ήταν Αιγύπτιος, ότι «έκλεψε» τον μονοθεϊσμό για να τον εισαγάγει στο λαό από τον καινοτόμο μεταρρυθμιστή Φαραώ Ακενατόν και ότι, τελικά, θανατώθηκε στην έρημο από τους ίδιους τους εβραίους. Ουσιαστικά, δηλαδή, επαναλαμβάνει το ζήτημα που αναπτύσσει στο Τοτέμ και ταμπού, ότι δηλαδή ο πατέρας της ορδής σκοτώθηκε, όχι γιατί ήταν επιθετικός αλλά λόγω σεξουαλικής ζηλοτυπίας! Πρόκειται βέβαια για προσωπικές θεωρίες επιστημονικά ανεπικύρωτες[4], που όμως δείχνουν και τις φροϋδικές εμμονές – από το Τοτέμ και ταμπού και Το μέλλον μιας αυταπάτης, με το Μωυσής και μονοθεϊσμός επανέρχεται στα ίδια. Στο πρόσωπο του Μωυσή που θανατώνεται ως θυσία, γίνεται η επανάληψη του αρχέγονου Πατέρα. Σκοτώνοντας τον Μωυσή, ο εβραίος Φρόυντ ήθελε να απαλλάξει τους εβραίους από το φορτίο της θρησκείας και την καταπίεσή της, χαρίζοντάς τους την ελευθερία τους ως νέος Μωυσής-ηγέτης.
Περιττό ίσως να πω ότι, η ψυχανάλυση δεν περιορίζεται στον Φρόυντ και ότι οι μαθητές και οι διάδοχοί του, ιδίως ο Καρλ Γιουνγκ, φρόντισαν σε πολλά σημεία να αποδομήσουν τον δάσκαλο, επικρίνοντας τον πρωτεύοντα ρόλο που έδωσε στη Libido ως προς την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Μήπως όμως, τελικά, τα παιδιά στράφηκαν ενάντια στον πατέρα, επαληθεύοντας εν μέρει τη θεωρία του Φρόυντ;
[1] Βλ. Erich Fromm, Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και οιδιπόδειος μύθος, Πλέθρον 2021. Το Οιδιπόδειο απέρριψαν κορυφαίοι ειδικοί, όπως Jung, Horney, Kartiner, Malinowski κ.ά.
[2] Εδώ ο Φρόυντ εκθέτει τις ρηξικέλευθες θεωρίες του σύμφωνα με τις οποίες, στις πρωτόγονες κοινωνίες, ο πατέρας ήταν κυρίαρχος. Οι γιοι που τον μισούσαν και τον θαύμαζαν επαναστάτησαν και τον θανάτωσαν. Για να αποκτήσουν τη δύναμή του έφαγαν το θύμα και, για να εξιλεωθούν, επινόησαν ιεροτελεστίες που έγιναν η πρώτη θρησκεία.
[3] Η καλύτερη μετάφραση στην ελληνική είναι αυτή που φέρει και τον τίτλο Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία (εκδ. Επίκουρος), με τον ενδιαφέροντα πρόλογο του Θάνου Λίποβατς. Πάντως, ο Φρόυντ σχεδίαζε να δώσει τον υπότιτλο: «Ένα ιστορικό μυθιστόρημα».
[4] Πρβλ. τα διαφωτιστικά σχόλια του Θάνου Λίποβατς στο βιβλίο του Φρόυντ, Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία. Ατεκμηρίωτες θεωρούν τις απόψεις του Φρόυντ ο Peter Gay, ο Ernst Jones, κ.ά. ειδικοί και βιογράφοι, που θεωρούν μυθιστόρημα το βιβλίο παρά πραγματεία.
Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Παναγής Παπαληγούρας. Η μεταπολιτευτική ανάπτυξη και η ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη, Καπόν, Αθήνα 2025, 616 σελ.
Ο Παναγής Παπαληγούρας ήταν διανοούμενος που συνύφανε τη ζωή του με τις μεταπολεμικές απόπειρες ανάπτυξης και προόδου της χώρας. Πραγματικός statesman, η στοχοθεσία και η δράση του οποίου υπερέβησαν την πολιτική συγκυρία και τα αποκλειστικώς κομματικά συμφέροντα υπηρετώντας μακροπρόθεσμους κρατικούς και εθνικούς σκοπούς. Ήταν για πολλά χρόνια δεξί χέρι του Κωνσταντίνου Καραμανλή και συνέβαλε καθοριστικά στην είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Ανιδιοτελής και αφοσιωμένος, είχε εκπλήξει τον οικονομικό συντάκτη Νίκο Νικολάου, όταν διαπίστωσε ότι ο τσάρος της οικονομίας έμενε σε υπόγειο. Η βιογραφία του Μελέτη Η. Μελετόπουλου για τον Παναγή Παπαληγούρα είναι αποκαλυπτική. [TBJ]
Ι.
Ο Παπαληγούρας και τα μαθηματικά
Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με μια μικρή προσωπική εξομολόγηση για το πώς και το πότε ο Παναγής Παπαληγούρας βρέθηκε απλώς ως όνομα –διότι, δυστυχώς, δεν ευτύχησα να τον γνωρίσω προσωπικά– στο δρόμο της ζωής μου. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ήμουν μαθητής Γυμνασίου και είχα εκδηλώσει μια ιδιαίτερη αγάπη προς τα μαθηματικά. Ο πατέρας μου, όμως, ήδη από τότε –παρότι δεν ήταν ο ίδιος δικηγόρος– ήθελε να με πείσει να σπουδάσω Νομικά. Μου έφερνε, λοιπόν, ως παράδειγμα τον Παναγή Παπαληγούρα, τότε υπουργό Συντονισμού της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης της ΝΔ υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, λέγοντάς μου: «Δες τον Παπαληγούρα, είναι σπουδαίο μυαλό και είναι ο υπεύθυνος για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής της χώρας. Παρότι μαθηματικό μυαλό –λύνει μάλιστα μαθηματικά προβλήματα τις ελεύθερες ώρες του– σπούδασε νομικά, όχι μαθηματικά». Από τότε, το όνομα αυτό εντυπώθηκε στο νου μου και άρχισα να διαβάζω άρθρα για τον Παναγή Παπαληγούρα, κυρίως στο περιοδικό Οικονομικός Ταχυδρόμος, το οποίο υπήρχε πάντοτε πάνω στο γραφείο του πατέρα μου στην Αγροτική Τράπεζα, όπου δούλευε.
Παρεμπιπτόντως, είναι ενδιαφέρον ότι αγάπη για τα μαθηματικά είχαν και οι Γεράσιμος Αρσένης, Ανδρέας Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Γιώργος Γεννηματάς, ο οποίος, μάλιστα, ως μαθητής είχε διακριθεί σε διαγωνισμό της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, όπως και ο Κώστας Φιλίνης, ο οποίος έχει συγγράψει και βιβλίο για τη θεωρία παιγνίων και την πολιτική στρατηγική.[1] Ειδικά, όσον αφορά τον Παναγή Παπαληγούρα, αρκούμαι να προσθέσω ότι σε ένα από τα σωζόμενα κεφάλαια ενός έργου του για τον Καρτέσιο, το οποίο συνέγραψε στην ύστερη περίοδο της ζωής του και δεν δημοσιεύθηκε ποτέ, ο Κορίνθιος πολιτικός διατυπώνει –βασιζόμενος στη μελέτη της τέταρτης έκδοσης του βιβλίου τού Andreas Speiser, Die Theorie der Gruppen der endlicher Ordnung (1956)– ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τη σχέση της «θεωρίας των πεπερασμένων ομάδων» με την τέχνη. Επισημαίνει ότι ο Speiser «εξετάζει την αραβική διακοσμητική του μεσαίωνα και την αντίστιξη του Μπαχ από την άποψη της μαθηματικής θεωρίας των ομάδων» και εξηγεί, με αναφορά στις έννοιες του μετασχηματισμού και της συμμετρίας, τον τρόπο που το κάνει.[2]
ΙΙ.
Φιλοσοφία και διδακτορική διατριβή στη Γενεύη
Όταν ο Παπαληγούρας απεβίωσε στις 6 Μαΐου 1993, απέστειλα, συγκινημένος, μια επιστολή στον Οικονομικό Ταχυδρόμο, η οποία δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 27ης Μαΐου 1993, με τίτλο, «Παναγής Παπαληγούρας: Στοχαστής με διεθνή απήχηση». Στο κείμενό μου αυτό παρέπεμπα στον αείμνηστο δάσκαλό του, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος στο άρθρο του «Heidelberg: Ο χρυσός κρίκος του πνευματικού δεσμού μας», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο (Νομικαί Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι 1980)», γράφει στην υπ’ αριθμό 250 υποσημείωση (σ. 116-117) τα ακόλουθα: «Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και εγώ είχαμε την καλή τύχη να ιδούμε μαθητές μας να εγκαινιάζουν στο ‘Αρχείο’ την πνευματική σταδιοδρομία τους, που τους έκαμε αργότερα να ξεχωρίσουν ως σημαντικές προσωπικότητες... – Ο Παναγής Παπαληγούρας, που διακρίθηκε αργότερα στην πολιτική ζωή της χώρας μας (έγινε για πρώτη φορά υπουργός, είκοσι οχτώ ετών, στην κυβέρνηση, που εσχημάτισα την 1η Νοεμβρίου 1945), έκαμε την πρώτη εμφάνισή του στο ‘Αρχείο’, στην ηλικία των 18 ετών, με το σπινθηροβόλο δοκίμιο: “Μερικές σκέψεις και ομολογίες γύρω και πέρα από το λόγο” (τόμος Η, 1937). Λίγο αργότερα, όταν συνέχισε τις σπουδές του στη Γενεύη, κατέπληξε τους καθηγητές του –ανάμεσά τους και ο Hans Kelsen– με το έξοχο και ογκώδες έργο του Theorie de l société internationale (έκδοση του Πανεπιστημίου της Γενεύης, 1941), που του εξασφάλισε τους τίτλους και του διδάκτορα και του υφηγητή. O Raymond Aron τονίζει στο έργο του, Ροix et Guerre entre les Nations (βλ. την ελληνική έκδοση, Πόλεμος και Ειρήνη μεταξύ των Εθνών, τόμος Α΄, 1966, σ. 143), ότι δανείσθηκε τη βασική διάκριση μεταξύ "ομοιογενών" και "ετερογενών" (πολιτειακών) συστημάτων από το "αξιόλογο", όπως το χαρακτηρίζει, σύγγραμμα του Παπαληγούρα, που του είχε υποδείξει η Jean Hersch (Η Ελβετίδα αυτή ήταν μαθήτρια του Karl Jaspers)».
Αυτά έγραψα τότε και, ειλικρινώς, παροτρύνω οποιονδήποτε συνάδελφό μου διδάσκει φιλοσοφία σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο να διαβάσει το προαναφερθέν κείμενο με τίτλο «Μερικές σκέψεις και ομολογίες γύρω και πέρα από τον λόγο», και να μας πει, με πάσα ειλικρίνεια, αν θα μπορούσε να γράψει ένα τόσο στοχαστικό κείμενο στην ηλικία μόλις των 18 ετών. Είναι μάλλον προφανές ότι ο Παναγής Παπαληγούρας υπήρξε ιδιοφυΐα και την ιδιοφυΐα ίσως είναι δύσκολο να την ορίσεις, όμως την αντιλαμβάνεσαι αμέσως όταν την συναντήσεις, όπως είχε πει κάποτε ο σπουδαίος θεωρητικός των ιδεών, Αϊζάια Μπερλίν.
Όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν σποραδικές μόνον επισημάνσεις για μια απίστευτα ταλαντούχα προσωπικότητα, όπως ο Παναγής Παπαληγούρας, ο οποίος, ενώ αγαπούσε τα μαθηματικά, τη φυσική, τη φιλοσοφία και την κλασική μουσική, τελικώς σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέγραψε μια πολύ σημαντική μελέτη στο γνωστικό αντικείμενο των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.
Τη ζωή, τις σπουδές, και κυρίως την πολιτική διαδρομή όπως και το σπουδαίο πολιτικό έργο του Παναγή Παπαληγούρα περιγράφει αναλυτικά ο Μελέτης Μελετόπουλος στο βιβλίο του. Το πόνημα του Μελετόπουλου αποτελεί αναμφίβολα την οριστική βιογραφία του Παναγή Παπαληγούρα, το «έργο αναφοράς» για τον κορίνθιο πολιτικό. Και τούτο διότι, πέραν των άλλων αρετών του βιβλίου, σ’ αυτό αξιοποιείται το αρχείο του Αναστάση Παπαληγούρα για τον πατέρα του (ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Παναγής Παπαληγούρας δεν φρόντισε να τηρεί συστηματικά κάποιο αρχείο). Όλα ξεκίνησαν όταν ο Αναστάσης Παπαληγούρας, εντυπωσιασμένος από τη βιογραφία του Μελετόπουλου για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο –τον δάσκαλο στο Πανεπιστήμιο και μέντορα στην πολιτική του Παναγή Παπαληγούρα– του ζήτησε να συγγράψει και τη βιογραφία του πατέρα του. Ο Μελετόπουλος δέχθηκε και παρέδωσε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια εξαιρετικά καλογραμμένη, πολυσέλιδη βιογραφία του Παναγή Παπαληγούρα. Ο συγγραφέας αφενός μεν εκθέτει τα γεγονότα με επαρκή τεκμηρίωση, αφετέρου δε –χάρη στη δική του παιδεία ως κοινωνιολόγου και ιστορικού– τα τοποθετεί στο ευρύτερο πλαίσιο των ιστορικο-κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον της εποχής. Στο τέλος του βιβλίου του παρατίθεται, ως Παράρτημα, εκτενής περίληψη της διδακτορικής διατριβής του Παναγή Παπαληγούρα, σε μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο. Ας σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι πιστεύω ακράδαντα –και το επισημαίνω προς κάθε κατεύθυνση, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τριάντα χρόνια– ότι η περί ης ο λόγος διδακτορική διατριβή διατηρεί την αξία της ακόμη και σήμερα, και πρέπει οπωσδήποτε να μεταφραστεί από τα γαλλικά στη γλώσσα μας.
Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, στο σημείο αυτό να μιλήσω λίγο πιο διεξοδικά για τη διδακτορική διατριβή του Π. Παπαληγούρα, με τίτλο, Théorie de la société internationale (Θεωρία της διεθνούς κοινωνίας). H επιρροή της θεωρίας του δικαίου και της πολιτικής θεωρίας του Hans Kelsen –του σημαντικότερου, κατά πολλούς, θεωρητικού του δικαίου του 20ού αιώνα– πάνω στην επιστημονική σκέψη του Παπαληγούρα υπήρξε καθοριστική, όπως προκύπτει από τη μελέτη της διατριβής του (παρότι δεν ήταν η μοναδική επιρροή, αφού διακρίνει κανείς και επιρροές από το έργο κυρίως του Καντ, αλλά και του Χάιντεγκερ, όπως και του Γιάσπερς). Είναι χαρακτηριστική η εισήγηση του Κέλσεν για τη διατριβή του Παπαληγούρα, στην οποία τονίζονται τα ακόλουθα:
Η διδακτορική διατριβή του Παναγή Παπαληγούρα πάνω στα κοινωνικά θεμέλια της διεθνούς δικαιοσύνης είναι μια κοινωνιολογική μελέτη που περιέχει απείρως περισσότερα από όσα υπόσχεται ο τίτλος της. Πράγματι, προκειμένου να διαλευκάνει το ιδιαίτερο πρόβλημα των κοινωνικών θεμελίων της διεθνούς δικαιοσύνης, ο συγγραφέας εξετάζει το φιλοσοφικό πρόβλημα της κοινωνίας και διατυπώνει τις αρχές μιας γενικής κοινωνιολογίας. Θέτει το πρόβλημα των προϋποθέσεων της κοινωνίας όπως το εκλαμβάνει ο Kant. Πάνω στη βάση της θεωρίας –την οποία ο Παναγής Παπαληγούρας ονομάζει υπαρξιακή κοινωνιολογία για να επισημάνει κάποια φιλοσοφική της συγγένεια– εξετάζεται το πρόβλημα της διεθνούς δικαιοσύνης. Έτσι, ο συγγραφέας έχει την ευχέρεια να συνδυάσει, με έναν εξαιρετικά εύστοχο τρόπο, έναν άκρως αφηρημένο φιλοσοφικό διαλογισμό με τη βαθιά γνώση του στους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους τομείς της ιστορίας, του δικαίου και της κοινωνικής επιστήμης. Ενδιαφέρον έχει να επιμείνουμε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε σ’ αυτή την εργασία συνδυάζει την άγρυπνη μέριμνα για την επιστημονική αντικειμενικότητα με μια τολμηρή πρωτοτυπία. Γι’ αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι αυτή η διατριβή έχει όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά πλεονεκτήματα ώστε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη φιλοσοφική και κοινωνιολογική βιβλιογραφία. Η δημοσίευσή της θα βαρύνει για την ανάδειξη ενός εξαιρετικού διαφέροντος για την επιστήμη και θα αποτελέσει τιμή για το Ινστιτούτο μας.
Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις του Κέλσεν, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η διατριβή του Παπαληγούρα συνιστά καταρχάς μια πρωτότυπη φιλοσοφική πραγματεία στην κοινωνική θεωρία που έχει ως αντικείμενο μελέτης τις διεθνείς σχέσεις. Επιπροσθέτως, όμως, μας προσφέρει κάτι πολύ ευρύτερο, καθώς είναι μια σημαντική συμβολή στη φορμαλιστική κοινωνική θεωρία. Διότι, πράγματι, ο Παπαληγούρας –επιδεικνύοντας εις βάθος γνώση της αρχαίας και της σύγχρονης φιλοσοφίας, της φιλοσοφίας του δικαίου, των βασικών ρευμάτων της κοινωνικής θεωρίας της εποχής του, και διαπνεόμενος από μιαν αξιοσημείωτη αίσθηση ιστορικότητας– προβαίνει σε μια όλως ενδιαφέρουσα φορμαλιστική συγκρότηση της έννοιας του κοινωνικού, βάσει της οποίας αναπτύσσει τη διάκριση μεταξύ ομοιογενών και ετερογενών, ως προς τις αρχές νομιμοποίησής τους, συστημάτων κρατών.
Την εν λόγω διάκριση, την οποία χαρακτηρίζει «θεμελιώδη» διότι τον βοήθησε να προσδιορίσει τη φύση και τη δομή των διεθνών συστημάτων, δανείστηκε –όπως ήδη προανέφερα– από τη διδακτορική διατριβή του Παναγή Παπαληγούρα ο Ρεϋμόν Αρόν. Επαναλαμβάνω ότι το αναφέρει ρητώς στο κλασικό του έργο, Paix et guerre entre les nations (Πόλεμος και Ειρήνη μεταξύ των Εθνών). Συγκεκριμένα, γράφει για τους δύο τύπους αυτών των συστημάτων ο διαπρεπής γάλλος κοινωνιολόγος και διεθνολόγος: «Ονομάζω ομοιογενή συστήματα εκείνα στα οποία τα κράτη ανήκουν στον ίδιο τύπο, υπακούουν στην ίδια αντίληψη για την πολιτική. Ονομάζω, αντίθετα, ετερογενή, τα συστήματα στα οποία τα κράτη είναι οργανωμένα σύμφωνα με διαφορετικές αρχές και πρεσβεύουν αντικρουόμενες αξίες. Ανάμεσα στο τέλος των Θρησκευτικών Πολέμων και τη Γαλλική Επανάσταση, το ευρωπαϊκό σύστημα ήταν πολυπολικό και ομοιογενές. Το ευρω-αμερικανικό σύστημα, από το 1945, είναι πολυπολικό και ετερογενές». Ομοίως, ο λαμπρός, γαλλικής καταγωγής, αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, Στένλεϊ Χόφμαν, όταν στη μελέτη του, “International Systems and International Law”, κάνει αναφορά στην έννοια της ετερογένειας, παραπέμπει στη διατριβή του Παναγή Παπαληγούρα, χαρακτηρίζοντάς την ως “little-known but brilliant analysis”. Τέλος, τη διάκριση μεταξύ ομοιογενών και ετερογενών πολιτικών συστημάτων αξιοποιεί στις αναλύσεις του του διεθνούς πολιτικού συστήματος ο Χένρι Κίσινγκερ, χωρίς όμως ρητή αναφορά στη διδακτορική διατριβή του Παναγή Παπαληγούρα.[3] Μάλιστα, ο σημαντικός σύγχρονος διεθνολόγος, Christian Reus-Smit, στο βιβλίο του, Διεθνείς Σχέσεις – Μια πολύ σύντομη διαδρομή, αναφέρει τον Κίσινγκερ ως υποστηρικτή της πολιτισμικής ομοιογένειας του διεθνούς πολιτικού συστήματος, σημειώνοντας τα εξής: «Ο Χένρι Κίσινγκερ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, έχει εκφράσει μια ανάλογη άποψη, ανησυχώντας τώρα για την τρέχουσα άνοδο των μη δυτικών μεγάλων δυνάμεων. “Με ποιον τρόπο”, διερωτάται στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, μπορούν «περιφέρειες με τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κουλτούρες, ιστορίες και παραδοσιακές θεωρίες για την τάξη να υπερασπιστούν τη νομιμότητα οποιουδήποτε κοινού συστήματος;”»[4]. Αυτό που αξίζει αναμφίβολα να συγκρατηθεί από την προηγηθείσα ανάλυση είναι η επικαιρότητα της προαναφερθείσας προβληματικής για την ανάλυση των σημερινών διεθνών σχέσεων, την οποία πρωτοέθεσε ο Παναγής Παπαληγούρας στη διδακτορική διατριβή του. Μάλιστα, ο Christian Reus-Smit, στο προαναφερθέν βιβλίο του, επιχειρώντας να υπερβεί τον παραδοσιακό ορισμό του ακαδημαϊκού κλάδου των Διεθνών Σχέσεων ως του γνωστικού πεδίου που μελετά τις διακρατικές σχέσεις, προτείνει να τον αντικαταστήσουμε με τη μελέτη της παγκόσμιας οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτόν τον σκοπό, μας «προσφέρει ένα ολιστικό ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο, με το βλέμμα στραμμένο στην ιστορική εξέλιξη του διεθνούς συστήματος, εντοπίζει τέσσερις κομβικούς άξονες οργάνωσής του: α) τον πόλεμο, β» την οικονομία, γ) τα δικαιώματα και δ) την κουλτούρα».[5] Κατά τη μελέτη της τελευταίας, δηλαδή της κουλτούρας, προκύπτει η προβληματική που ανέπτυξε ο Παναγής Παπαληγούρας.
Μεταξύ εκείνων που έχουν «αξιοποιήσει» στο δικό τους έργο θεωρητικά εργαλεία από τη διατριβή του Παπαληγούρα, εκθειάζοντας τις αρετές της, συγκαταλέγονται ο διεθνολόγος Charles Zorgbibe, ο κοινωνιολόγος Jean Baechler και ο ψυχολόγος Jean Piaget· ο τελευταίος ήταν και μέλος της εξεταστικής επιτροπής της διδακτορικής του διατριβής. Εγκωμιαστικά έχουν, επίσης, εκφραστεί γι’ αυτό το έργο, ο διπλωμάτης και ιστορικός Carl Jacob Burckhardt, όπως και o σοσιαλιστής διανοητής Hans Mayer, ενώ ο διεθνολόγος Thomas Meszaros επέλεξε τον Παπαληγούρα ως αντικείμενο της δικής του διδακτορικής διατριβής. Μάλιστα, ο Meszaros στην επιστημονική του δημοσίευση με τίτλο, “The French Tradition of Sociology of International Relations: An Overview”,[6] εντάσσει τη διατριβή του Παπαληγούρα σε αυτή την «παράδοση». Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω μελέτη αποτελεί μάλλον την πρώτη σημαντική συμβολή έλληνα επιστήμονα στην κοινωνιολογία των διεθνών σχέσεων, ενός ραγδαίως σήμερα εξελισσόμενου κλάδου της επιστήμης των διεθνών σχέσεων. Ορθώς, επομένως, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος παραπέμπει στη διατριβή του Παπαληγούρα όποιον ενδιαφέρεται «για την συγκρότηση της διεθνούς πολιτείας από την κοινωνιολογική πλευρά, αλλά με βάση την υπαρξιστική διερεύνησή της».[7]
ΙΙΙ.
Ο Παναγής Παπαληγούρας ως πολιτικός
Ο Παναγής Παπαληγούρας δεν υπήρξε μόνον ένας διανοούμενος. Ήταν και πολύ σημαντικός πολιτικός, καθότι έθεσε το μυαλό του αλλά και την ψυχή του, δηλαδή όλο του το είναι, στην υπηρεσία της πολιτικής, με σκοπό την προαγωγή του κοινού καλού. Η σταδιοδρομία του υπήρξε η διαδρομή ενός homme d'état, κατά τους Γάλλους, ενός statesman, σύμφωνα με την ορολογία των Αγγλοσαξόνων, δηλαδή ενός πολιτικού η στοχοθεσία και η δράση του οποίου υπερβαίνουν την πολιτική συγκυρία και τα αποκλειστικώς κομματικά συμφέροντα υπηρετώντας μακροπρόθεσμους κρατικούς και εθνικούς σκοπούς.
Πρόκειται, όμως, για έναν διανοούμενο πολιτικό. Όπως εύστοχα έχει σημειώσει ο γιος του, Αναστάσης Παπαληγούρας, η πολιτική δράση του πατέρα του «διατηρούσε την εσωτερική ηχώ της πνευματικότητάς του ως διανοουμένου».[8] Την πιο σύντομη και οξυδερκή περιγραφή ως προς το πώς ο Παναγής Παπαληγούρας ήταν σε θέση να αξιοποιεί τις πνευματικές του δυνάμεις για να επιλύει πρακτικά προβλήματα της πολιτικής την έχει δώσει, θαρρώ, ο Γιάννης Μπούτος (ένας, επίσης, διανοούμενος πολιτικός), λέγοντας:
Μπορούσε να συλλαμβάνει την ουσία των ιστορικών γεγονότων και των κοινωνικών φαινομένων γιατί κατείχε τον τρόπο συμπίεσης ενός προβλήματος στο απώτερο σημείο ουσιαστικής απλούστευσης.[9]
Μετά την ολοκλήρωση των διδακτορικών του σπουδών στη Γενεύη, ο Παπαληγούρας έπρεπε να λάβει κρίσιμες αποφάσεις. Από ιδιοσυγκρασία, αντιμετώπιζε πάντοτε έναν «εσωτερικό διχασμό»: από τη μία, έκαιγε μέσα του η φλόγα για δράση, με σκοπό την υπηρέτηση υψηλών ιδανικών και την παραγωγή μεγάλων και χρήσιμων για την κοινωνία έργων, αλλά από την άλλη υπήρχε η επίσης ισχυρή έμφυτη κλίση του στον φιλοσοφικό στοχασμό. Επέλεξε να ακολουθήσει τη vita activa, δηλαδή τον «πρακτικό βίο», αντί για τη vita speculativa, δηλαδή τον «θεωρητικό βίο», στον οποίο, αντιθέτως, τον προέτρεπε να αφιερωθεί ο δάσκαλός του, Χανς Κέλσεν.
O Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ξεσπάσει και ο Παπαληγούρας αποφάσισε, το 1942, σε ηλικία 25 ετών, να πάει στην Αγγλία και από εκεί να επιστρέψει στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στην Αγγλία, οι Τσουδερός και Βαρβαρέσος τον κράτησαν αρχικά εκεί, ως νομικό και οικονομικό σύμβουλο της κυβερνήσεως. Ο Παπαληγούρας, όμως, τελικώς κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, στο Κάιρο, όπου κατετάγη στον Στρατό, τον Μάρτιο του 1943, ονομασθείς ανθυπολοχαγός. Αργότερα, του απονεμήθηκε ο βαθμός του λοχαγού της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης αλλά χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε στρατιωτικές αποστολές, όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο βιβλίο του, Τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου 1939-1944. Ανήκε στην πρώτη ταξιαρχία, όπου, αργότερα, υπηρέτησε για ένα μήνα ως υπασπιστής του Βεντήρη. Όταν σχηματίσθηκε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Βεντήρης ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου και ανέθεσε στον Παπαληγούρα την αρχηγία της δεύτερης και κρίσιμης αποστολής (με όπλα και χρήματα) στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ο Παπαληγούρας εξεπλήρωσε την αποστολή του και γι’ αυτή την υπηρεσία του στην πατρίδα τού απονεμήθηκε το Αριστείο Ανδρείας. Μέχρι την Απελευθέρωση παρέμεινε κρυφά στην Αθήνα, υπηρετώντας στο Αρχηγείο του στρατηγού Σπηλιωτόπουλου.
Ποια ήταν η συνέχεια; Ιδού πώς περιγράφει το ξεκίνημα της πολιτικής του σταδιοδρομίας ο ίδιος ο Παπαληγούρας:
Κατόπιν, στις παραμονές της Απελευθερώσεως, οι απεσταλμένοι της κυβερνήσεως, τότε Εθνικής Ενώσεως, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, με όρισαν εκπρόσωπο της κυβερνήσεως στο υπουργείο Εφοδιασμού. Μπήκα στο Υπουργείο Εφοδιασμού με Συντακτική Πράξη την οποία εξέδωκαν. Κατόπιν, έγινα Γενικός Γραμματέας του ιδίου υπουργείου, αργότερα, στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου, για λίγες μέρες, υφυπουργός Εφοδιασμού. Αργότερα, το 1946 έγινα βουλευτής.[10]
Το κόμμα με το οποίο εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής ο Παπαληγούρας, το 1946, ήταν το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ακολούθησε η ένταξή του, όπως και του Κανελλόπουλου, στον Εθνικό Συναγερμό, με τον οποίο επανεξελέγη βουλευτής το 1951 και το 1952. Στη συνέχεια εντάχθηκε στην ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και εξελέγη βουλευτής το 1956. Το 1958 διαφώνησε με τον Καραμανλή για την αλλαγή του εκλογικού νόμου που εκείνος προωθούσε αλλά και για τον τρόπο της διακυβέρνησης που ακολουθούσε, και μαζί με τον Γεώργιο Ράλλη, τον Ανδρέα Αποστολίδη και άλλους 11 βουλευτές της ΕΡΕ απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση, με συνέπεια την ανατροπή της. Κατόπιν ίδρυσαν τη Νέα Πολιτική Κίνηση, στην οποία προσχώρησαν και βουλευτές του Κέντρου, όπως οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Ιωάννης Ζίγδης, Γεώργιος Μαύρος, Στέφανος Χ. Στεφανόπουλος, κ.ά. Στις εκλογές του 1958 ο Παπαληγούρας πολιτεύθηκε με το Λαϊκό Κόμμα. Το νέο πολιτικό εγχείρημα δεν ευδοκίμησε. Το 1961 επέστρεψε στην ΕΡΕ, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Συντονισμού (1961-1963). Ήταν η δεύτερη φορά που αναλάμβανε αυτό το υπουργείο, αφού υπήρξε επικεφαλής του και επί κυβερνήσεως Παπάγου, το 1954-1955. Πιο πριν διετέλεσε υπουργός Εμπορίου της ίδιας κυβερνήσεως, το 1953-1954, αλλά και υπουργός Βιομηχανίας, το 1956-1958. Στις 21 Απριλίου 1967, όταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ήταν μόλις 17 ημερών υπουργός Εθνικής Άμυνας. Τάχθηκε εξαρχής και θαρραλέα εναντίον της δικτατορίας, όπως και ο αγαπημένος του καθηγητής, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρόεδρος τότε της ΕΡΕ. Στη δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας και του Έθνους προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Το 1971 ενεπλάκη σε δημόσια αντιπαράθεση, μέσω των σελίδων της Βραδυνής, με τον υπουργό Συντονισμού της δικτατορίας, Νικόλαο Μακαρέζο, για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, ενώ το 1973 τάχθηκε ανοικτά υπέρ του «Όχι» στο δημοψήφισμα του Παπαδόπουλου. Στη μεταπολίτευση ανέλαβε τη διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος και, μετά τις εκλογές του 1974, το υπουργείο Συντονισμού. Το 1977 μετακινήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών, απ’ όπου αποχώρησε, για λόγους υγείας, στις 10 Μαΐου 1978. Αυτός υπήρξε και ο τελευταίος σταθμός της υπουργικής του διαδρομής. Απεβίωσε το 1993, σε ηλικία 76 ετών, έχοντας κερδίσει τον σεβασμό όλων, πολιτικών φίλων και αντιπάλων, για το έργο του, όπως και για το σπάνιο ανθρώπινο και πολιτικό του ήθος.[11]
Ο Παναγής Παπαληγούρας συνέβαλε τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος και έτσι στην προετοιμασία της ένταξής της στην τότε ΕΟΚ, όντας το πλέον βασικό στέλεχος των κυβερνήσεων Καραμανλή στον τομέα της οικονομικής πολιτικής τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Σύμφωνα με τον Γιώργο Αλογοσκούφη,
Για τρεις σχεδόν δεκαετίες, από το 1950 έως την ένταξη στην ΕΕ το 1981, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας ήταν μεταξύ των πιο εντυπωσιακών στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης, χαμηλός πληθωρισμός έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, χαμηλή ανεργία, απουσία κρίσεων του εξωτερικού ισοζυγίου. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ένα μεγάλο αναπτυξιακό επίτευγμα, ένα πραγματικό «οικονομικό θαύμα».[12]
Η συνεισφορά του Παπαληγούρα στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας αναγνωρίζεται και από τους ιδεολογικούς του αντιπάλους. Ο καθηγητής Τάσος Γιαννίτσης, πρώην υπουργός της δεύτερης από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ υπό τον Κώστα Σημίτη, στην πρόσφατη μονογραφία του, Ελλάδα 1953-2024 – Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, αναφέρει ότι «οι κυβερνήσεις της περιόδου 1974-1981 προσπάθησαν να ενισχύσουν τη βιομηχανία με τη δημιουργία ειδικών φορέων (Ελληνική Εταιρεία Βιομηχανικών και Μεταλλευτικών Ερευνών – ΕΛΕΒΜΕ, το 1977) και την προώθηση νέων μεγάλων βιομηχανικών επενδύσεων από το κράτος ή με τη συνεργασία κράτους και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ιδίως ο Παναγής Παπαληγούρας είχαν κατανοήσει ότι υπήρχε πρόβλημα, και ότι η ένταξη στην ΕΟΚ θα το επιδείνωνε». Στο σημείο αυτό, προσθέτει την ακόλουθη υποσημείωση: «Ο Γεράσιμος Αρσένης (1987), Πολιτική Κατάθεση (Οδυσσέας), σελ. 61, θεωρεί τον Παν. Παπαληγούρα από τους πιο αξιόλογους Έλληνες πολιτικούς που είχε συναντήσει, με διαρθρωτική αντίληψη του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας. Είχε διάθεση να προωθήσει διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξεις, αλλά δεν το κατόρθωσε».[13]
Όσο για τον τρόπο που κατέστη δυνατή η ένταξη της χώρας μας στην τότε ΕΟΚ, αξίζει να διαβάσει κανείς με προσοχή το τρίτο μέρος του βιβλίου του Μελετόπουλου, που τιτλοφορείται, «Η ένταξη στην Κοινή Αγορά». Τότε θα διαπιστώσει ότι το εγχείρημα της ένταξης της Ελλάδας –πριν μάλιστα από εκείνη των δύο χωρών της Ιβηρικής, Ισπανίας και Πορτογαλίας– ήταν πολυπαραμετρικό, καθώς δεν αφορούσε μόνον την οικονομία και τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα αλλά είχε, επιπλέον, και σημαντική γεωπολιτική διάσταση. Ο συγγραφέας αναδεικνύει με μαεστρία τη διαδοχή των στιγμών αισιοδοξίας με τις οπισθοχωρήσεις που σημειώθηκαν κατά την πορεία. Γεγονός είναι ότι, χωρίς τη μεθοδικότητα και την εργατικότητα του Παναγή Παπαληγούρα και των άξιων συνεργατών του, και χωρίς την ηγετική παρουσία και πειθώ του πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Καραμανλή –ο οποίος κάθε φορά που εμφανιζόταν ο κίνδυνος εμπλοκής ή στασιμότητας έπαιρνε το αεροπλάνο και επισκεπτόταν τους ηγέτες των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΟΚ– δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η ένταξη της χώρας μας σε αυτή τη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, ως δέκατο μέλος της. Ή, τουλάχιστον, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί τόσο έγκαιρα. Η δυσκολία του εγχειρήματος –που προκύπτει και από τη δυσπιστία πολλών κορυφαίων ευρωπαίων πολιτικών για τη σημασία και τα οφέλη που θα είχε για την ΕΟΚ και τα τότε κράτη-μέλη της η επιδιωκόμενη ένταξη της χώρας μας σ’ αυτήν– μαρτυρείται από πολλές πηγές. Για παράδειγμα, ο σημαντικός βρετανός πολιτικός, Ρόι Τζένκινς, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το 1977 έως το 1980, είχε τις αμφιβολίες του για τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος, παρά το γεγονός ότι έτρεψε μεγάλη εκτίμηση για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Θεωρούσε, μάλιστα, ότι η Ελλάδα ήταν η λιγότερο έτοιμη από τις τρεις υποψήφιες προς ένταξη χώρες (“in my view the least qualified for membership”).[14]
Υπενθυμίζω ότι, τελικώς, η συμφωνία ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υπογράφηκε στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, ενώ η χώρα μας έγινε επίσημα μέλος της την 1η Ιανουαρίου 1981.
ΙV.
Επίμετρο. Η «σοσιαλμανία» του Παναγή Παπαληγούρα
Δυστυχώς, όμως, οφείλουμε να σημειώσουμε, επίσης, ότι στη μεταπολιτευτική του θητεία ως yπουργός Συντονισμού, ο Παναγής Παπαληγούρας κατηγορήθηκε για «σοσιαλμανία». Έγιναν, την εποχή εκείνη, τρεις μεγάλες κρατικοποιήσεις (Ολυμπιακή, Ναυπηγεία, Εμπορική), με αποτέλεσμα να απευθυνθεί στην κυβέρνηση η μομφή περί «σοσιαλμανίας». Σκοπός αυτής της κίνησης ήταν να αποδοθεί η απουσία μεγάλων επενδύσεων από πλευράς ιδιωτικού τομέα στον φόβο που του προκαλούσε ο υποτιθέμενος κρατισμός του Παπαληγούρα. Ο Παπαληγούρας, όμως, δεν ήταν σοσιαλιστής, παρέμεινε πάντοτε φιλελεύθερος, δηλώνοντας τα εξής στον τότε οικονομικό συντάκτη της Καθημερινής, Νίκο Νικολάου, ο οποίος υποστήριζε αυτά τα μέτρα με την αρθρογραφία του στις στήλες της εφημερίδας: «Νίκο, μη με παρουσιάζεις στα γραπτά σου για σοσιαλιστή. Ειλικρινά, δεν είμαι. Είμαι ένας φιλελεύθερος πολιτικός, που πιστεύει στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς, αλλά την αγορά αυτή τη θέλω ελεύθερη και όχι ασύδοτη. Πιστεύω στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, στην ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά όχι στα μονοπώλια».[15]
Εντέλει, το αξιακό σύστημα του Παναγή Παπαληγούρα συνοψίζεται στην πίστη του ότι η οικονομία είναι υπηρετική της επιτεύξεως υψηλότερων στόχων, όπως είναι οι πολιτικοί σκοποί, και οι πολιτικοί σκοποί είναι υπηρετικοί άλλων, ακόμα υψηλότερων σκοπών, όπως είναι οι πολιτιστικοί σκοποί αλλά και η βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου.
Με τα παραπάνω λόγιά του μας επισημαίνει ο Παναγής Παπαληγούρας την ορθή σχέση μεταξύ οικονομίας, πολιτικής και πολιτισμού στο πλαίσιο της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς εντός του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πόσο μακριά από αυτήν βρισκόμαστε, άραγε, σήμερα;
1977. Ο Παναγής Παπαληγούρας (δεύτερος από δεξιά) με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τσάτσο (στο κέντρο), τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή (αριστερά) και τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης.
Αρχείο Αναστάση Παπαληγούρα
[1] Κώστας Φιλίνης, Θεωρία των Παιγνίων και Πολιτική Στρατηγική, 2η έκδοση, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2008.
[2] Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος, Θεωρητικές και Θετικές Επιστήμες – Οι δύο κουλτούρες και οι διατομές τους, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ΠΕΚ), Αθήνα, 2023, σ. 34.
[3] Είναι πιθανόν να την δανείστηκε απευθείας από τον Ρεϋμόν Αρόν, προς τη σκέψη και την προσωπικότητα του οποίου ο Χένρι Κίσινγκερ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό.
[4] Christian Reus-Smit, Διεθνείς Σχέσεις – Μια πολύ σύντομη εισαγωγή, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα, 2022, σ. 8. Η αναφορά στον Κίσινγκερ είναι από το βιβλίο του τελευταίου, World Order – Reflections on the Character of Nations and the Course of History, Allen Lane, London, σ. 8 (ελληνική μετάφραση: Παγκόσμια Τάξη – Σκέψεις γύρω από το χαρακτήρα των εθνών και την πορεία της ιστορίας, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, σ. 22-23).
[5] Από τον πρόλογο των επιμελητών της ελληνικής έκδοσης, Ανδρέα Γκόφα και Γιώργου Λ. Ευαγγελόπουλου, στο Christian Reus-Smit, Διεθνείς Σχέσεις – Μια πολύ σύντομη εισαγωγή, όπ.π., σ. xvi.
[6] Η εν λόγω εργασία του Meszaros υπάρχει εδώ: https://www.researchgate.net/publication/316638950_The_French_Tradition_of_Sociology_of_International_Relations_An_Overview .
[7] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Πολιτική – Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2000, σ. 302, όπου υπάρχει η συνέχεια της υποσημείωσης Νο 2 από τη σ. 301.
[8] Αναστάσης Παπαληγούρας, «Πρόλογος», στο Μαρτυρίες Μνήμης για τον Παναγή Παπαληγούρα (συλλογικό), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2001, σ. 14.
[9] Γιάννης Μπούτος, «Στη μνήμη του Παναγή Παπαληγούρα», στο Μαρτυρίες Μνήμης για τον Παναγή Παπαληγούρα (συλλογικό), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2001, σ. 75.
[10] Από τη συνέντευξη του Παπαληγούρα στον Σταύρο Ψυχάρη: βλ. Σταύρος Π. Ψυχάρης, Οι μνηστήρες της εξουσίας – Στο παιχνίδι της αλήθειας, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα, Αθήνα, 2013 [1977], σ. 134-135.
[11] Για να αντιληφθεί κανείς το ήθος του ανδρός, αξίζει να διαβάσει τα ακόλουθα δύο κείμενα του Νίκου Νικολάου: 1) «Παναγής Παπαληγούρας: Ένας τσάρος που έμενε σε υπόγειο», στο Νίκος Νικολάου, Πρόσωπα της Οικονομίας, εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2008, σ. 69-74 και 2) «Κατάθεση για τον Παναγή Παπαληγούρα», στο Μαρτυρίες Μνήμης για τον Παναγή Παπαληγούρα (συλλογικό), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2001, σ. 83-89. Στο πρώτο απ’ αυτά περιγράφεται, πριν απ’ όλα, η έκπληξη που κατέλαβε τον Νικολάου όταν συνειδητοποίησε ότι στη διεύθυνση Καρνεάδου 28, «ο υπουργός που στα προδικτατορικά χρόνια είχε βάλει την υπογραφή του στις μεγαλύτερες συμβάσεις που άλλαξαν την πορεία της χώρας (αλουμίνιο, διυλιστήρια πετρελαίου, ναυπηγεία, Ολυμπιακή Αεροπορία, χημικά λιπάσματα), σε επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, ζούσε στριμωγμένος σε ένα υπόγειο». Αυτή η αίσθηση ήταν τόσο συγκλονιστική, ώστε ο διακεκριμένος δημοσιογράφος ήθελε να την καταθέτει πάντοτε «ως μαρτυρία του ήθους ενός μεγάλου πολιτικού» (σ. 70).
[12] Γιώργος Αλογοσκούφης, «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η μεταπολεμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», στο Καραμανλής- Η πολιτική ως δημιουργία (συλλογικό), επιμ. Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα, 2023, σ. 112.
[13] Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα 1953-2024 – Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2025, σ. 139-140, όπως και υποσημείωση 162.
[14] John Campbell, Roy Jenkins: A Well-Rounded Life, Jonathan Cape, London, 2014, σ. 537.
[15] Βλ. «Παναγής Παπαληγούρας: Ένας τσάρος που έμενε σε υπόγειο», στο Νίκος Νικολάου, Πρόσωπα της Οικονομίας, όπ.π., σελ. 73.
Κέιτι Κιταμούρα, Οντισιόν. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Βάσια Τζανακάρη, Διόπτρα, Αθήνα 2025, 184 σελ.
Μια ανώνυμη ηθοποιός κάνει πρόβες για μια νέα παράσταση, ενώ παράλληλα «διαχειρίζεται» την οικογενειακή ζωή με το σύζυγό της Τόμας — για την αγάπη του οποίου μαδάει αέναα μία εικονική μαργαρίτα. Ένα βιβλίο με απουσία εισαγωγικών, ηθική αμφισημία και σχολιασμό που προηγείται της αφήγησης. Και μετά; [ΤΒJ]
Το μυθιστόρημα έχει αρκετές αρετές. Ακολουθεί μια ανώνυμη διερμηνέα που εγκαθίσταται στη Χάγη για να εργαστεί στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, αναλαμβάνοντας την υπόθεση ενός κατηγορούμενου για εγκλήματα πολέμου. Η Κιταμούρα δομεί μια ατμόσφαιρα ψυχρής αποξένωσης: η αφηγήτρια παρατηρεί με σχεδόν κλινική ακρίβεια τον κόσμο γύρω της –τη γλώσσα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την αδυναμία πλήρους εγγύτητας– χωρίς ποτέ να επιτρέπει στον εαυτό της να ριζώσει πουθενά. Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στην πυκνή, λιτή πρόζα, στην ικανότητα της Κιταμούρα να φορτίζει αυτό που δεν λέγεται, και στη διακριτική αλλά αιχμηρή διερεύνηση της μετάφρασης ως συμβολισμού και μέσου για όλα τα δίπολα του βιβλίου: ενοχή και αθωότητα, εντός και εκτός, εγγύτητα και απόσταση. Σε ό,τι αφορά την πολιτική –το δικαστήριο, τον κατηγορούμενο, τα εγκλήματα– το εσωτερικό δράμα της αφηγήτριας αποκτά ουσία, ανυψώνοντας τις προσωπικές της αμφιταλαντεύσεις σε κάτι ευρύτερο. Μια συγγραφέας στην ακμή της, σκέφτεται ο αναγνώστης.
Δυστυχώς, τα παραπάνω αναφέρονται στο προηγούμενο βιβλίο της Κιταμούρα, το Intimacies. Στην Οντισιόν η συγγραφέας θεωρεί ότι βρίσκεται «σε διάλογο» με προηγούμενα μυθιστορήματά της, καθώς μοιράζεται μαζί τους την ανώνυμη αφηγήτρια και τα θέματα ερμηνείας, γλώσσας και οπτικής γωνίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάλι μια ανώνυμη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια νέα παράσταση, ενώ παράλληλα «διαχειρίζεται» την οικογενειακή ζωή με το σύζυγό της Τόμας — για την αγάπη του οποίου μαδάει αέναα μία εικονική μαργαρίτα.
Το βιβλίο ξεκινά με μια τεταμένη συνάντηση σε εστιατόριο κοντά στη Γουόλ Στριτ: ο νεαρός Ξαβιέ ισχυρίζεται ότι είναι γιος της αφηγήτριας, αυτή το αρνείται κατηγορηματικά, αλλά λίγες μέρες αργότερα –δραματουργικά άκομψα, πρώτη προειδοποίηση– εμφανίζεται ξανά στη ζωή της ως βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση που πρόκειται να ανεβεί. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης συμβαίνει στο μυαλό της αφηγήτριας: η σχέση της με τον σύζυγο, οι παλιές της απιστίες, οι ανησυχίες της για το αν ο Τόμας την υποπτεύεται — όλα κινούνται γύρω από μια εξαντλητική αυτοεξέταση (δεύτερη προειδοποίηση). Μέχρι που η συγγραφέας αποφασίζει ότι ούτε αυτή η πραγματικότητα της κάνει.
Στα μισά του βιβλίου η Κιταμούρα ανακρούει πρύμνα: η αφήγηση κάνει ένα άγαρμπο reset και εισερχόμαστε σε ένα είδος αντι-σύμπαντος, όπου η ίδια αφηγήτρια ζει μια ανεστραμμένη εκδοχή της ζωής της· αυτή τη φορά έχει γιο που –φυσικότατα– είναι ο Ξαβιέ. Η μετάβαση δεν συνοδεύεται από καμία εξήγηση ή γέφυρα. Οι θιασώτες του βιβλίου επισημαίνουν ότι η διχοτόμηση καθρεφτίζει τις δύο πράξεις του θεατρικού που προβάρει η ηρωίδα – εύρημα κομψό, στα χαρτιά. Όλα, ωστόσο, είναι φτιαγμένα από ύλη και αντιύλη.
Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η παρουσία ενός ενήλικου παιδιού μέσα στο ζευγάρι (ο Ξαβιέ μάλιστα μετακομίζει στο σπίτι τους, του κάνει κατάληψη με μια συμπεριφορά που δεν έχει καμία σχέση με τον ευγενικό και συνεσταλμένο νεαρό του πρώτου μέρους) αναδεικνύει σχεδόν διαστρεβλωτικά το πώς ο γάμος του ζευγαριού μπορεί να φαίνεται πιο κλειστός αλλά να γίνεται συγχρόνως συναισθηματικά πιο απόμακρος. Το μυθιστόρημα καταλήγει (καταλήγει!, τρίτη και τελευταία) σε μια σουρεαλιστική σκηνή που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και αφήνει αίσθηση ανεκπλήρωτης ανάλυσης· σαν η Κιταμούρα να αδυνατούσε να ολοκληρώσει μια ιστορία που περισσότερο αιωρείται στο χώρο παρά συμβαίνει.
Αγγαρεία
Δεν είμαι ο μόνος που τα πιστεύει αυτά: ακόμα και ευνοϊκά διακείμενοι κριτικοί στο εξωτερικό ομολογούν ότι οι τελευταίες είκοσι σελίδες καταντούν αγγαρεία. Τελειώνοντας, το βιβλίο αμφισβητεί τα πάντα: τι ακριβώς είναι ο σύζυγος, και τι ο νεαρός —και ποιος είναι ο πραγματικός τους χαρακτήρας. Αλλά και πώς συγκερνώνται οι δυο όψεις μιας γυναίκας που, ωστόσο, δεν μας δίνει στοιχεία ότι πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας. «Είναι ένα παζλ, αλλά δεν προορίζεται να λυθεί», έχει δηλώσει η ίδια. Μάλλον η συγγραφέας με όλα αυτά θέλει να μας πει ότι δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε πλήρως τον εαυτό μας. Υπάρχουν, ωστόσο, καλύτεροι τρόποι.
Η σύνταξη της Κιταμούρα ενσαρκώνει αυτή την αναχώρηση από τις συμβάσεις: εισαγωγικά παντελώς απόντα, παύλες και κόμματα που αντί να οριοθετούν απλώνουν την πρόταση, προτάσεις χαλαρές και αμφίσημες που μεταφέρουν το δυσβάσταχτο βάρος της ερμηνείας στον αναγνώστη. Γενικώς αυτές οι κατασκευές έχουν ενδιαφέρον. Στην Οντισιόν, όμως, η Κιταμούρα φαίνεται να το έχει τερματίσει. Έχει επίσης εξαντλήσει τις δυνατότητες που της προσέφερε η απεικόνιση χαρακτήρων παγιδευμένων στη συνειδητοποίηση της ίδιας τους της «παράστασης» στη ζωή. Το εργαλείο αρχίζει να χειρίζεται τον τεχνίτη, ολίσθημα στο οποίο σπάνια υποπίπτουν καλύτεροι συγγραφείς.
Με μια φράση: η αποστασιοποιημένη αφήγηση, οι λιτές περιγραφές και η ιδιόρρυθμη σύνταξη που στο Intimacies ήταν θέση και προτέρημα, στην Οντισιόν κινδυνεύουν να γίνουν μανιέρα. Πειράματα σαν το Mulholland Drive σπάνια πετυχαίνουν ξανά.
Η Οντισιόν συμπεριλήφθηκε στη λίστα θερινών αναγνωσμάτων του πρώην προέδρου Μπάρακ Ομπάμα για το 2025 και βρέθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker της ίδιας χρονιάς. Ήταν φιναλίστ για το αμερικανικό National Book Critics Circle Award και υποψήφιο για αρκετά άλλα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, την χώρα που συχνά αποθεώνει ό,τι αποδομείται και ό,τι δεν κατανοεί. Οι αγγλοσαξονικοί ιστότοποι που ανθολογούν κριτικές το κατατάσσουν στα «αγαπημένα των κριτικών», με τα εξής διαπιστευτήρια: απουσία εισαγωγικών, ηθική αμφισημία, σχολιασμός που προηγείται της αφήγησης. Ακριβώς. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, εκτός από το να προτείνω να το διαβάσετε και να διαμορφώσετε την δική σας, ολοδική σας, γνώμη.