Δεν την ήξερα την Τειχομαχία του Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου, κι ας διαβάζαμε πολλή νεοελληνική λογοτεχνία στο σπίτι. Όπως δεν ήξερα πολλά και για τον Κίτσο Μαλτέζο, κι ας προέρχομαι από συντηρητική και φιλίστορα (αλλά χωρίς παρωπίδες φιλίστορα, έχουμε διαβάσει περισσότερο Έρενμπουργκ απ’ όσο πρέπει) οικογένεια. Ούτε του Ρόδη Ρούφου το Χρονικό μιας Σταυροφορίας, που επίσης έχει εν μέρει στο επίκεντρό του τον Κίτσο Μαλτέζο είχα διαβάσει – και δεν το έχω διαβάσει ακόμη, εκτός κυκλοφορίας γαρ. Μέχρι Θεοτοκά και Ασθενείς και Οδοιπόρους είχαμε φτάσει στο σπίτι, αλλά κυρίως επειδή τον είχαμε/έχουμε περί πολλού τον Θεοτοκά.
Την Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά πάλι την είχα ακουστά αλλά δεν την είχα σε αναγνωστική προτεραιότητα μέχρι την πρόσφατη επανέκδοσή της, και αφού διάβασα την Τειχομαχία. Σημείωσα και την Τειχομαχία και το Χρονικό μιας Σταυροφορίας όταν διάβασα το βιβλίο του Πέτρου Μακρή-Στάικου για τον Κίτσο Μαλτέζο (Βιβλιοπωλείο της Εστίας). Απόρησα τότε πώς είναι δυνατόν να μην γνωρίζουμε τον Μαλτέζο, ακόμη κι εμείς οι «από ’δώ». Κι ακόμη περισσότερο, πώς επιτρέπουμε την ανάγνωση και την οικειοποίηση και την κακοποίηση της ιστορίας από φανφαρόνους του εθνικισμού και όχι του εθνικού, ή του κομματικού των «από ’κεί» (προς διευκρίνιση, δεν πιστεύω ότι ο 21ος αιώνας εμπεριέχει «από ’δώ» και «από ’κεί», έχει σημαντικότερους διχασμούς να μας απασχολήσουν).
Είναι μια ελάχιστα προβεβλημένη ιστορία, αυτή της αστικής, μη ΕΑΜικής αντίστασης στην Αθήνα της Κατοχής. Θραύσματα συμπληρώνουμε όσοι ενδιαφερόμαστε. Γιατί ενδιαφερόμαστε; Επειδή οφείλουμε στο παρελθόν, επειδή εκεί θα βρούμε ήρωες – αλλά οι ήρωες είναι μια ταλαιπωρημένη, άβολη υπόθεση σε μια ανιστόρητη κοινωνία. Πόσοι γνωρίζουν τον Περρίκο και την Ιουλία Μπίμπα; Ποια η στάση των «από ’κεί» στη δράση της ΠΕΑΝ; Πόσοι γνώριζαν την πρώτη αντιστασιακή εφημερίδα που κυκλοφόρησε στην Αθήνα, όταν ακόμη κάποιοι ήταν δέσμιοι του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ; Πόσοι διαβάσαμε το Ημερολόγιον Πολέμου - Κατοχής - Απελευθερώσεως, 1940-1944 (Πατάκη) του συνονόματού μου Γιώργου Παππά για να το μάθουμε;
Ο Κίτσος Μαλτέζος
Η ιστορία είναι πολύπλοκο πράγμα και απαιτεί καθαρό μυαλό για να την προσεγγίζεις. Μπορείς να τη διαστρεβλώσεις, υπάρχουν πολλοί τρόποι. Ένας απ’ αυτούς είναι να πλημμυρίσεις με αμφίβολα αναγνώσματα τη ροή – κι έπειτα, το επόμενο αμφίβολο ανάγνωσμα να αναφέρει το προηγούμενο ως πηγή, ώστε να δημιουργείται αίσθηση αξιοπιστίας. Έτσι ελέγχεις τελικά το αφήγημα. Ειδικά αν οι απέναντί σου δεν τιμούν αυτούς που γράφουν, αν οι απέναντί σου προτίμησαν να λειτουργήσουν σε πολλά με μια λήθη που νόμισαν πως θα καλύψει και τις όποιες, πολλές ναι, δικές τους αμαρτίες. “It is unfortunate, though very natural, that the history of this period has so generally been written by hysterics”, που λέει και ο Τόμας Καρλάιλ, αναφερόμενος στην εποχή της γκιλοτίνας στη Γαλλική Επανάσταση, φράση που χρησιμοποιεί ο Φραγκόπουλος στην Τειχομαχία ως επίγραμμα.
Γι’ αυτό, όταν επανακυκλοφόρησε η Τειχομαχία, περνούσα καθημερινά από το βιβλιοπωλείο ρωτώντας αν ήρθε. Επειδή η Τειχομαχία είναι μέρος της αστυγραφίας της Κατοχής και της Αντίστασης. Επειδή προέρχεται από έναν άνθρωπο που ήταν εκεί. Επειδή γράφτηκε, όπως και οι αντίστοιχες καταθέσεις του Κοτζιά και του Ρούφου, λίγο μετά τα γεγονότα που περιγράφει. Με την ένταση της πρόσφατης μνήμης, με το συναίσθημά της, με τη φροντίδα να μην ξεχάσουμε.
Για τη μνήμη διαβάζουμε και αναζητούμε κομμάτια αυτής της αστυγραφίας, για τη μνήμη έγραψε κι ο Φραγκόπουλος, «αυτό το άπιαστο κρητίδωμα της σκέψης μας που αιώνια μας διαφεύγει, μας λοιδορεί και μας απατά, Πάνω σε αυτό θέλησα να χτίσω, πριν η πάροδος του χρόνου με προδώσει ολότελα, ένα σημάδι, μια χαρακιά μέσα στον καιρό. Με τυραννούσε πάντα η σκέψη της καρατομημένης ζωής ενός αδικοσκοτωμένου παλικαριού».
Το παλικάρι είναι ο Κίτσος Μαλτέζος, ευγενούς καταγωγής ως απόγονος Μακρυγιάννη, νέος ορμητικός, από μια διαλυμένη οικογένεια, μα μέλος της (μεγαλο)αστικής τάξης της Αθήνας. Από τα ύστερα σχολικά χρόνια μέχρι τα φοιτητικά του και τη δολοφονία του φλέγεται να κάνει πράξεις σπουδαίες. Πράξεις που έχουν απομακρυνθεί από το καπέλωμα παγιωμένων ιδεολογιών – ο Μαλτέζος δεν περιχαρακώνεται, ανακαλύπτει θετικά σε κάθε στρατόπεδο, συμμετέχει με πάθος. Ξεκινά από τη νεολαία Μεταξά και καταλήγει στο ΕΑΜ. Είναι οι αγκυλώσεις των στρατών όμως που δεν αντέχει και θ’ αναζητήσει αλλού στέγη, θα γίνει εμβληματική μορφή του ΕΣΑΣ (Εθνικός Σύνδεσμος Ανωτάτων Σχολών), της συνεργασίας των μη ΕΑΜικών οργανώσεων. Θα δολοφονηθεί τον Φεβρουάριο του 1944 από το ΕΑΜ ή τον ΕΛΑΣ Σπουδάζουσας ή όπως θέλει ας το πει κανείς, με ηθικό αυτουργό (όπως είναι ευρέως αποδεκτό) ένα πρόσωπο μεγαλοαστικής, δεξιότατης, καταγωγής μα αριστερότατης δράσης, που μετέπειτα έκανε καριέρα στο εξωτερικό και παροδικά και εδώ «διδάσκοντας» αντίσταση και κουλτούρα. Ο Φραγκόπουλος γνωρίζει τον Μαλτέζο από τα σχολικά χρόνια. Τον γοητεύει αυτή η μη κατατάξιμη προσωπικότητα, οι αμφισημίες της, οι απόπειρες να δράσει, να γράψει, να αλλάξει το γύρω του. Δεν έχουν περάσει ούτε δέκα χρόνια από την δολοφονία του όταν γράφει την Τειχομαχία. Γράφει για έναν καθαρό, αγνό άνθρωπο, όπως λέει και η φράση του H. A. Gills στο Sayings of Chuang Tseu που επίσης χρησιμοποιεί ως, αρχικό μάλιστα, επίγραμμα ο Φραγκόπουλος:
But what is a pure man? The pure men of the past acted without calculation, not seeking to secure results. They had no plans. Therefore, failing, they had no cause for regret; suceeding, no cause for congratulation.
Αλλά τι είναι ένας καθαρός άνθρωπος; Οι καθαροί άνθρωποι του παρελθόντος δρούσαν δίχως υπολογισμούς, χωρίς να κοιτάζουν να εξασφαλίσουν αποτέλεσμα. Δεν είχαν σχέδιο. Συνεπώς, στην αποτυχία δεν είχαν λόγο να έχουν τύψεις, και στην επιτυχία δεν είχαν λόγο να δεχτούν συγχαρητήρια (σε αδρή μετάφραση του γράφοντος). Νιώθει δέος ο Φραγκόπουλος, δέος που ενίοτε μπορεί να γίνεται ζήλεια γι’ αυτόν τον άλλον άνθρωπο: «αυτή η έννοια του διαχωρισμού, της απόπειρας μερικών ανθρώπων να υπάρξουν χωριστά από το κοπάδι, αλλιώς από το νόμο του, όσο κι αν, σιωπηλά, μπορούσε να την παραδεχόμαστε σαν σημείο ανθρώπινης ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, δεν μπορούσε παρά να μας ενοχλεί, όταν την ανακαλύπταμε πάνω σε συγκεκριμένους ανθρώπους’. Ένα δέος που θα παραμείνει εφ’ όρου ζωής – στο επίμετρο ο γιος του συγγραφέα αναφέρει πως εκείνοι τον αισθάνονταν σαν να είναι ένας μυθικός θείος που δεν γνώρισαν ποτέ, αλλά είχαν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες γι’ αυτόν. Προσπαθεί απεγνωσμένα ο Φραγκόπουλος να ερμηνεύσει το χαρακτήρα του Μαλτέζου, την παρόρμηση στα πάντα, μέσα από την οικογενειακή ιστορία – μέσα από το μεγάλο ερημωμένο σπίτι που κατοικείται από γέροντες συγγενείς, μέσα από τη μαρτυρία μιας συνάντησης με τη μητέρα που απαγορευόταν να δει, μέσα από τα γραπτά του, μέσα από τα πρόσωπα και τους χαρακτήρες των κοριτσιών που συνδέθηκαν μαζί του. Σαν να κουβαλάει ο πραγματικός Μαλτέζος την αύρα του φανταστικού Λοΐζου της Eroica του Κοσμά Πολίτη. Αλλά ξέρει, και το καταθέτει, πως δεν μπορείς να λογικέψεις αυτό το άπιαστο ορισμένων ανθρώπων. Ξέρει πως θα μας μεταφέρει δέος. Ένα δέος που υπερβαίνει τα ασφυκτικά όρια δεξιών/αριστερών – δεν θα τον έλεγες δεξιό τον Μαλτέζο επειδή συμμετείχε στην ΡΑΝ και τον ΕΣΑΣ, άλλωστε είχε περάσει και από το ΕΑΜ. Ούτε θα τον έλεγες δεξιό επειδή τον σκότωσε το ΕΑΜ/ο ΕΛΑΣ, η δολοφονία του λέει περισσότερα για τους δολοφόνους του παρά για τον ίδιο. Ουμανιστή θα τον έλεγε κανείς τον Μαλτέζο.
Χωρούσε ουμανιστές η εποχή; Κάθε εποχή χωράει, και θέλει να εμπνέεται ακόμη και από τους ουμανιστές παλαιότερων εποχών. Χωρούσε επιδραστικούς ανθρώπους η εποχή; Όχι αν δεν ήταν δικοί μας, όποιοι κι αν είμαστε εμείς. Ο Φραγκόπουλος, με ελάχιστες τροποποιήσεις στα επώνυμα των πραγματικών προσώπων (ο Κανελλόπουλος π.χ. γίνεται Καλιμανόπουλος), σκιαγραφεί αυτή τη βάρβαρη εποχή, όπου ο εμφύλιος είχε ήδη ξεκινήσει, όχι μόνο σε επίπεδο ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και με τη δολοφονία Ψαρρού στη Στερεά Ελλάδα, αλλά και στην Αθήνα, στα πανεπιστήμια. Οι συμπλοκές μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων ήταν πάντα ευκαιρία για τους Γερμανούς. Η επιθετικότητα είχε βέβαια συγκεκριμένη προέλευση, μια οργάνωση θεωρούσε πως «ή μαζί μας ή απέναντί μας». Πόσο εντέλει δραστήρια ήταν η αστική, μη ΕΑΜική αντίσταση; Θα ξαναπώ τη λέξη ΠΕΑΝ για να λήγει η όποια συζήτηση. Ο Φραγκόπουλος έρχεται να προσθέσει και να σχολιάσει, να αναφέρει τρόπους αντίστασης και παροχής, να καυτηριάσει παράλληλα τον ράθυμο τρόπο με τον οποίο ορισμένοι μπήκαν σε αντιστασιακή δράση: η αύρα του Παναγιώτη Κανελλοπουλου είναι διάχυτη στο βιβλίο και σύντομα θα λειτουργήσει αντιστικτικά με αυτή του Μαλτέζου – ο τελευταίος θεωρούσε τον πρώτο πολυλογά και θεωρητικό, ανεπαρκή σε τέτοιους καιρούς λοιπόν. Ο Φραγκόπουλος χρωστά του Κανελλόπουλου: «αν ποτέ μου διάβασα κάτι, ένιωσα τον παλμό της ζωής μέσα μου, κεντρίστηκα από το δαιμόνιο της φιλοδοξίας ή στοχάστηκα μ’ έναν άδολο λογισμό [...] ας είναι αυτές οι γραμμές –οι λίγες και ανάξιες– το ψέλλισμα της ευγνωμοσύνης μου για τα όσα μ’ ανιδιοτέλεια κι ίσως ανυποψίαστα κι ασυνείδητα, μου έχει χαρίσει». Δεν τον εμποδίζει αυτό όμως να αναγνωρίσει ότι εκείνη την εποχή, ήταν η δράση που απαιτούνταν και όχι η έκδοση επιθεώρησης για να συζητηθούν τα προβλήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Και η δράση, η αντίσταση, το παράδειγμα, η πρόταση για το μέλλον αν θέλετε, είναι και κοινωνική πράξη. Ο Φραγκόπουλος παινεύεται, και πολύ καλά κάνει, για το ρόλο του ΕΣΑΣ στην περίθαλψη των πληγέντων από τον συμμαχικό βομβαρδισμό του Πειραιά τον Ιανουάριο του 1944. Είναι αυτή η δράση του ΕΣΑΣ που του δίνει αφορμή να αναλύσει το δικό του πιστεύω, τόσο κοντά σ΄ αυτό του Μαλτέζου:
Καμία άλλη οργάνωση δεν τόλμησε ν’ αναλάβει την ευθύνη για χίλιες διακόσιες ανθρώπινες ζωές - μήτε το ίδιο το ΕΑΜ. Εκατόν εξήντα εφτά τρελόπαιδα, νέοι χωρίς πείρα, χρήματα, καθοδήγηση και βοήθεια, το τόλμησαν. Και το πέτυχαν. Κατηγορήθηκε ο ΕΣΑΣ, και στην Κατοχή και αργότερα, ότι πολεμούσε –με αυταπάρνηση, ναι, μ’ ενθουσιασμό, βέβαια, με επιτυχία, ίσως– για κουρασμένα και ξεφτισμένα συνθήματα, για την διατήρηση μιας κατάστασης όχι ιδανικής, και ότι δεν έβαλε στην θέση της τίποτα «νέο». Αυτό είναι πιθανόν. Θα μου επιτραπεί όμως να πιστεύω, εγώ, πως είτε νέα είτε παλιά, η αντίληψη πως, όταν υπάρχει ένα έργο, πρέπει πρώτα να γίνει κι ύστερα να αρχίσουν οι παραλλαγές των αμφιβολιών για τον τρόπο ενέργειάς μας· πως όταν οι άλλοι όλοι σωπαίνουν, κάποιος τελοσπάντων πρέπει να μιλήσει, λέγοντας έστω όχι τα ωραία λόγια που απαιτούνε οι καιροί· πως όταν είναι κανένας νέος, και πιστεύει με θέρμη στις αλήθειες που μόνος του τις κατέκτησε, είναι βρώμικο και σιχαμερό το να μην τις βγάλει στο φως· πως όταν αποστρέφεσαι την βία, δεν μπορείς παρά να την πολεμήσεις.
Είναι μια διακήρυξη που περήφανα θα υιοθετούσαμε πολλοί.
Είναι φορτισμένη η γραφή του Φραγκόπουλου, ναι. Είναι παρορμητική – αν και ο ίδιος δηλώνει από την αρχή ως πρώτες του επιρροές τον Σόμερσετ Μωμ και τον Ίβλιν Γουό, η Τειχομαχία τους μοιάζει μόνο στην παράμετρο της αστυγραφίας. Οι καιροί όμως του Φραγκόπουλου είναι ταραγμένοι, επείγοντες, δεν περιγράφουν βραδύκαυστες κοινωνικές μεταβολές. Είναι χρόνια αίματος. Κι όταν κυκλοφόρησε η Τειχομαχία, χρόνια αίματος είχαμε ακόμη (εδώ κάποιοι ονειρεύονται και αυτοεπιβεβαιώνονται και βρίσκουν «λόγο» ύπαρξης ακόμη και σήμερα διακηρύσσοντας πως έχουμε ακόμη χρόνια αίματος). Τόσο ο Ρούφος όσο και ο Φραγκόπουλος κατηγορήθηκαν ότι έκαναν πολιτική (από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του καπελώματος των πάντων με την πολιτική και την ιδεολογία), ότι ήθελαν να στήσουν ένα σύμβολο για τη Δεξιά. Η Δεξιά, από την άλλη, είχε την ενοχικότητά της για την υιοθέτηση δωσίλογων, είχε την προσωπική της αμφιταλάντευση για το τι είναι Δεξιά (πονεμένη ιστορία, αυτή όντως συνεχίζεται, με έναν παρακμιακό τρόπο, και σήμερα), μόνο με τον Μαλτέζο δεν ασχολήθηκε. «Δεν πολυπιστεύω στην κάθαρση μετά τη νίκη» που έγραφε κι ο Γιώργος Παππάς στο Ημερολόγιό του. Κι έμειναν, μέχρι πρόσφατα, και η αστυγραφία και η αστική ιστορία καταχωνιασμένες σ’ ένα συρτάρι λήθης. Αλλά για να ξεχάσουμε. Για να γνωρίσουμε, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε τι είναι αυτό που οφείλουμε να ξεχάσουμε.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Στρατής Τσίρκας και η Μαρώ Σεφέρη (πλάτη) στο σπίτι της Αριέττας Ρούφου το 1975.
Αρχείο οικογένειας Αλέξανδρου Κοτζιά
Ένας άνθρωπος της βίας
Η Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά κυκλοφόρησε επίσης λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα, σχεδόν ταυτόχρονα με την Τειχομαχία. Είναι όμως περισσότερο λογοτεχνία παρά μαρτυρία. Και είναι και περισσότερο προκλητικό ανάγνωσμα, επειδή σε βυθίζει μέσα στο αίμα των χρόνων αυτών. Δεν το παρατηρεί, το νιώθει να τρέχει από το σώμα των πρωταγωνιστών κι από το σώμα των αντιπάλων τους. Είναι ο αιματοβαμμένος μεσημβρινός της ελληνικής κατοχικής εμφύλιας σύρραξης. Είναι ένα ανάγνωσμα δύσκολο, σκληρό, σε σημεία αφόρητο. Είναι μια κατάβαση στον χειρότερο εαυτό μας. Είναι μια ερώτηση για το πώς φτάσαμε ώς εδώ και για το τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τώρα που φτάσαμε ώς εδώ. Κι είναι ακόμη προκλητικότερη η Πολιορκία επειδή ο πρωταγωνιστής της, ο Μηνάς Παπαθανάσης, είναι ένας άνθρωπος της βίας – δεν έχεις από πού να πιαστείς, ακόμη κι αν νομίζεις ότι έχεις. Είχε καταντήσει αναπόφευκτη η βία στις αθηναϊκές συνοικίες του 1943-1994; Αριστεροί σκοτώνουν δεξιούς, συχνά αδιακρίτως και προληπτικά εν όψει «λαοκρατίας», δεξιοί συνεργάζονται με τους ναζί για να εξοντώσουν αριστερούς, κανείς δεν νοιάζεται πια για τον πόλεμο, το λέει άλλωστε από νωρίς το αφεντικό του Παπαθανάση πως το ερώτημα είναι τι θα γίνει μετά. Είμαστε μακριά εδώ από τον ιδεαλισμό των αστικών μη ΕΑΜικών οργανώσεων και των ΕΑΜικών ανίστοιχων συνθημάτων, από την αντίσταση. Εδώ, ξεκαθαρίζονται λογαριασμοί.
Ο Παπαθανάσης είναι προγραμμένος από το ΕΑΜ/τον ΟΠΛΑ/ότιδήποτε σχετικό. Είναι εν γνώσει του συνεργάτης. Η δουλειά του είναι να μπαίνει σε γειτονιές και να εξαρθρώνει αριστερά δίκτυα και οργανώσεις. Δεν κάνει αντίσταση, είναι πολεμιστής – σκέτο, άνευ ιδεολογικής απόχρωσης. Ό,τι θυμάται από το παρελθόν του είναι μάχες και εμπόλεμη εξαθλίωση, από το μικρασιατικό μέτωπο μέχρι εξωτικά πεδία. Ο Παπαθανάσης σκοτώνει, επειδή αλλιώς θα σκοτώσουν τον ίδιο. Ποιος ξεκίνησε να σκοτώνει; Έχει σημασία; Ιστορικά έχει. Για τον Κοτζιά, που θέλει να αποτυπώσει τη φρίκη της αλληλοεξόντωσης, δεν είναι το ζητούμενο. Ο Κοτζιάς καλεί τον αναγνώστη να δει αυτή τη φρίκη μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που θα σκοτώσει, σε τουλάχιστον δύο στιγμές, αποτρόπαια, αδιανόητα, ανεξέλεγκτα, καθαρμένος θαρρείς από κάθε ανθρώπινο πάνω του. Πιο πριν, ο αναγνώστης θα μάθει, από διηγήσεις, όχι σε πρώτο πρόσωπο, για ίδια αποτρόπαια, αδιανόητα, ανεξέλεγκτα, καθαρμένα από κάθε τι ανθρώπινο, εγκλήματα της άλλης πλευράς. Ο Κοτζιάς θα γράψει με πυρετό ίδιο αυτού που προκαλούν τα μολυσμένα τραύματα στον Παπαθανάση, ίδιο με αυτό που προκαλούσε κάθε ήχος, κάθε σκιά, στις συνοικιακές νύχτες της πρωτεύουσας του 1943-1944. Θα μας συστήσει αυτούς που απαρτίζουν την ομάδα του, ορισμένοι από αυτούς αποκτηνωμένοι από τα πρώτα ήδη κεφάλαια. Εντέλει θα μας παρουσιάσει το κεντρικό κτήνος, τον ίδιο τον Παπαθανάση.
Είναι φυσικό να βγαίνεις με αμηχανία από την Πολιορκία. Είναι φυσικό να το διαβάσανε στην εποχή του χρωματισμένα. Οι μεν να το απορρίπτουν επειδή «δεν είμαστε κτήνη εμείς οι δεξιοί και ας υιοθετήσαμε στους κόλπους μας κάποια από αυτά τα κτήνη βλακωδώς», οι δε να εξεγείρονται επειδή «ο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ταγματασφαλίτης ουσιαστικά, άρα δικαιολογούνται οι πράξεις του από τον Κοτζιά, δεν αργούμε να τον προγράψουμε κι αυτόν όταν θα έρθουμε στα πράγματα». Είναι φυσικό να ενόχλησε κι ο τρόπος γραφής – δεν γράφει όμως άτεχνα ο Κοτζιάς, γράφει ωμά επειδή είναι ένας πολύ, πάρα πολύ, άσχημος κόσμος αυτός που περιγράφει. Χειρότερα από κόλαση, επειδή στην κόλαση μπορείς να ελπίζεις ότι έγινε κάποιο γραφειοκρατικό λάθος και θα φύγεις από ’κεί. Εδώ, στον κόσμο της Πολιορκίας, δεν υπάρχουν λάθη. Πρέπει να εξοντώσεις πριν σε εξοντώσουν, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχει απάντηση στην ερώτηση «και ώς πότε;». Αλλά αυτό ήταν η εποχή. Αίμα αθώων και μη.
Η Πολιορκία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε επιμέλεια της Ελένης Κεχαγιόγλου (που υπογράφει και το επιλογικό σημείωμα), με συλλογή κριτικών και υπομνηματισμό του Μιχαήλ Σ. Καλαβρού – θα μου επιτραπεί να χαρακτηρίσω δυσλειτουργική τη θέση του υπομνηματισμού, στο τέλος του βιβλίου και χωρίς παραπομπές.
Η Τειχομαχία κυκλοφορεί από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας, με επίμετρο του Μίλτου Φραγκόπουλου, και τα διαφωτιστικά εισαγωγικά σημειώματα του ίδιου του συγγραφέα στις δύο πρότερες εκδόσεις.
Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ ΔΕΝ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ.
Εκτελέστηκε από ένοπλες φοιτητικές ομαδες του ΚΚΕ σαν σημερα, την 1η Φεβρουαρίου 1944, στα πλαίσια του αγώνα για να γίνει η Ελλάδα Αλβανία.
Τωρα, στην είσοδο του Πανεπιστημιου Αθηνών έχει εντοιχιστει αυτή η πλάκα.
Τιμώντας πεσόντες στην εθνικη αντίσταση.
Μεταξύ αυτών, 7ος, και ο Μικες Κουρουνιωτης, ο εκτελεστής του Κίτσου Μαλτεζου.
Τελευταίος ο Κίτσος Μαλτεζος.
Το όνομα του οποίου προστέθηκε άρον άρον, εκ των υστέρων, ποιος ξέρει μετά από ποια πίεση.
Είναι σουρεαλιστικο στην ίδια πλάκα να τιμάται ο φονιάς και το θύμα του.
Τριζουν κόκκαλα....
( Ανάρτηση στον τοίχο μου στο FB - Georg Xenos, την 1.2.26 με φωτογραφια της μαρμαρινης πλάκας στο ΕΚΠΑ, που δεν μπορώ βα την αντιγράψω εδω(.
19 Μαρ 2026, 06:03