Τι κοινό έχουν το Βερολίνο Αλεξάντερπλατς του Άλφρεντ Ντέμπλιν, o Οδυσσέας του Τζαίημς Τζόυς, το Suttree του Κόρμακ ΜακΚάρθυ, η Ιστορία δύο πόλεων του Τσαρλς Ντίκενς και το American Psycho του Μπρετ Ήστον Έλλις με το Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ του Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι; Ότι σε όλα τα εξαιρετικά αυτά λογοτεχνικά έργα μια (ή δυο, στην περίπτωση του Ντίκενς) πόλη αποτελεί όχι μόνο το σκηνικό για την εκτύλιξη της πλοκής τού εκάστοτε μυθιστορήματος, αλλά και έναν από τους κεντρικούς «χαρακτήρες» της ιστορίας, έναν όχι και τόσο αφανή «ήρωα» που ενίοτε διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της. Ο Ρετσόρι, όμως, μεταφέρει τον αναγνώστη στο Τσέρνοπολ, σε «έναν μυθικό τόπο όπου συμβαίνουν μυθικά πράγματα», σε μια φανταστική πόλη ή, ορθότερα, σε μια αλλοτοπία, δηλαδή σε μια σκόπιμα μεταμορφωμένη ονειρική πραγματικότητα, η οποία συμβολίζει τους πολιτισμικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς που έπονται των γεγονότων του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Το Τσέρνοπολ είναι μια φανταστική εκδοχή της ιδιαίτερης πατρίδας του συγγραφέα, του Τσερνόβιτς (κατόπιν Τσερνάουτι και νυν Τσερνιβτσί), της αλλοτινής πρωτεύουσας του δουκάτου ή επαρχίας της Μπουκοβίνας που αποκαλούνταν και «μικρή Βιέννη». Στο ιδιόμορφο αυτό χωνευτήρι πολιτισμών συμβίωναν, άλλοτε αρμονικά κι άλλοτε όχι και τόσο, Γερμανοί και Ρουμάνοι, Ουκρανοί και Ρώσοι, Εβραίοι και Πολωνοί. Την εποχή της γέννησης του Ρετσόρι η περιοχή αποτελούσε μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και, παρότι ολόκληρη ή ένα τμήμα της περιήλθε στη συνέχεια διαδοχικά υπό τον έλεγχο της Ρουμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης και πλέον ανήκει στην Ουκρανία, η γερμανόφωνη, με αυστριακές και ιταλικές ρίζες, οικογένεια του συγγραφέα εξακολουθούσε να θεωρεί την Αυστρία πολιτιστική της πατρίδα και να τοποθετεί τον εαυτό της μεταξύ των πολιτιστικών κληρονόμων της εκπεσούσης Αυτοκρατορίας. Ένας άλλος συγγραφέας με καταγωγή από την Μπουκοβίνα, ο Ντάνιελ Μέντελσον, αναφέρεται στην ιδιάζουσα αυτή συνθήκη στο βιβλίο του Χαμένοι: «Υπάρχει ένα ανέκδοτο για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στην Αυστρία, πήγε σχολείο στην Πολωνία, παντρεύτηκε στην Γερμανία, απέκτησε παιδιά στη Σοβιετική Ένωση και πέθανε στην Ουκρανία. Και όλα αυτά… χωρίς να το κουνήσει ρούπι από το χωριό του».[i]
Στην περίπτωση του Ρετσόρι η αριστοκρατική καταγωγή της οικογένειάς του και η ισχυρή τους προσκόλληση στον μύθο των Αψβούργων επηρέασαν δραματικά την παιδική ηλικία του συγγραφέα. Έτσι, το τρίτο του έργο, την άψογη πρώτη μετάφραση του οποίου στη γλώσσα μας, όπως και των δυο προηγουμένων (συγγραφικά όμως μεταγενέστερων)[ii], οφείλουμε στις εκδόσεις Δώμα, συνιστά έναν διπλό αποχαιρετισμό –τον αποχαιρετισμό στην παιδική ηλικία και τον αποχαιρετισμό στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία– και ολοκληρώνει την περίφημη άτυπη «τριλογία για την Μπουκοβίνα».
Γεννημένος το 1914 και μεγαλωμένος στην Μπουκοβίνα ο Ρετσόρι είναι, όπως οι περισσότερο γνωστοί στη χώρα μας Γιόζεφ Ροτ και Χέρμαν Μπροχ, καθαρά κεντροευρωπαίος συγγραφέας: έχει διαμορφωθεί ως προσωπικότητα ζώντας σε μια κεντρική Ευρώπη η οποία βρισκόταν σε διαρκή συνθήκη κρίσης, κατακερματισμού και αποσύνθεσης του αλλοτινού αυτοκρατορικού μεγαλείου. Η δική του γενιά ήταν ακριβώς εκείνη η γενιά πολιτών της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων που βρέθηκε αντιμέτωπη με προβλήματα τα οποία δεν είχε καν διανοηθεί και με τα οποία ήταν εντελώς απροετοίμαστη ψυχολογικά να αναμετρηθεί. Ο κόσμος που προέκυψε από αυτές τις αλλαγές είναι ένας τόπος νέων ιδεών και ιδανικών αλλά και εμμονών, παθών και ψευδαισθήσεων: καθώς οι ψηφίδες που συνέθεταν αυτό το πολυπολιτισμικό μωσαϊκό που ονομαζόταν Αυστροουγγαρία αποκόπτονται η μια από την άλλη, αρχίζει να αναδύεται η μισαλλοδοξία. Όσοι έχουν διαβάσει το εξαιρετικό Αναμνήσεις ενός αντισημίτη: Μυθιστόρημα σε πέντε ιστορίες, έργο που εστιάζει στην ταραχώδη πορεία της Ευρώπης προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα έχουν δίχως αμφιβολία αντιληφθεί κατά πόσο η δυσαρέσκεια και ο δραματικός αγώνας για την απόκτηση μιας ξεκάθαρης εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας έστρωσε το έδαφος για την άνθηση του εθνικισμού, του αντισημιτισμού και του ναζισμού.
Μεσοπολεμικός Δον Κιχώτης
Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορίας, την οποία μας αφηγείται ένα μικρό αγόρι, είναι ο επίλαρχος Νικόλαος Τίλντυ, ο επονομαζόμενος Γερμανός και «τελευταίος των ιπποτών». Ένας ουσάρος αξιωματικός, πρώην μέλος του αυστροουγγρικού στρατού που πλέον έχει ενταχθεί στον ρουμανικό. Τίμιος, ηθικός, πιστός σε ιδανικά και αξίες που έχουν πάψει να συμμερίζονται όσοι τον περιστοιχίζουν, συνιστά μια νεότερη γκροτέσκο εκδοχή του Δον Κιχώτη, έναν ρομαντικό, ιδεαλιστή ήρωα παλαιάς κοπής, άλλοτε κωμικό κι άλλοτε δραματικό, απ’ αυτούς που έχουν πάψει από καιρό να υπάρχουν και απέναντι στους οποίους ο αναγνώστης αμφιταλαντεύεται ως προς το εάν πρέπει να τους αντιμετωπίσει με θαυμασμό, συγκατάβαση ή συμπόνια. Η πλήρης παρανόηση των κανόνων συμπεριφοράς από μέρους του και η πλήρης αδιαφορία του κόσμου για τους άκαμπτους ηθικούς κανόνες και τον κώδικα τιμής που συμμερίζεται ο Τίλντυ τον κάνουν να φαίνεται ίσως πιο ευγενής και άψογος από ό,τι είναι στην πραγματικότητα – ας μην ξεχνάμε πως η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του γίνεται μέσα από τα μάτια δυο γοητευμένων παιδικών ματιών. Η ηθική ακαμψία και το απόλυτο των απόψεών του, σε συνδυασμό με την έλλειψη χιούμορ, προκαλούν το χλευασμό και τον οδηγούν σε ρήξη με την κοινότητα· έτσι, όταν ένας συγγραφέας προσβάλλει την τιμή της κουνιάδας του, αδερφής της εθισμένης στη μορφίνη καλλονής συζύγου του, ο υπερβολικός στις αντιδράσεις του ήρωας καταλήγει να καλέσει σε μονομαχία τα μισά σχεδόν αρσενικά της πόλης. Παρότι οι μονομαχίες δεν τελούνται, η παράλογη συμπεριφορά του Τίλντυ έχει αποτέλεσμα τον εγκλεισμό του στο φρενοκομείο. Μετά την έξοδό του απ’ αυτό, θα βρει το θάνατο κάτω από τις ρόδες ενός τραμ που μοιάζει να έρχεται από το πουθενά. Αν και το μοτίβο της αυτοκτονίας και της υπεράσπισης της τιμής επανέρχονται πολλές φορές μέσα στο έργο, ο θάνατος του ήρωα δεν επέρχεται τελικά μέσα από μια αυτοκτονία ή στο πεδίο κάποιας μονομαχίας. Το τραγικό, αλλά πεζό και όχι τόσο ρομαντικό όσο θα του άξιζε, τέλος του Τίλντυ και η κάλυψη του νεκρού σώματός του με την ερμίνα από μια γυναίκα ελευθέρων ηθών, με την οποία διατηρούσε δεσμό και ίσως ήταν η μόνη που τον αγάπησε, αποτελεί μια αλληγορία για το αναπόφευκτο τέλος της πρώην παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και την έλευση της νέας.
Ο Ρετσόρι, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξιστόρηση των περιπετειών του ουσάρου Τίλντυ με σκηνικό την ταραγμένη κεντροανατολική Ευρώπη της εποχής, αλλά δημιουργεί μια σύνθετη και ελκυστική τοιχογραφία μέσα από διάφορες μικρές και μεγάλες παράλληλες κατακερματισμένες ιστορίες και υποπλοκές, που αφορούν εκκεντρικούς συχνά ήρωες, όπως ο έπαρχος Ταργκολιάν, ο γραφικός αντισημίτης καθηγητής Φόυερ, η εβραία Μαντάμ Αριτόνοβιτς που αναλαμβάνει την εκπαίδευση των παιδιών, ο Ρώσος θείος Σεργκέι και τα μέλη της οικογένειας Μπριλ, για να αναφέρουμε μερικούς. Ακόμη κι αν σε πρώτη ματιά μοιάζει έτσι, καμιά λεπτομέρεια ούτε κάποιος δευτερεύων χαρακτήρας περιττεύει σε αυτό το πολυπεπίπεδο, συναρπαστικό έργο με την ελάχιστα συνεκτική πλοκή. Όσον αφορά τη ματιά του ίδιου του συγγραφέα, είναι αυτό που αποκαλούμε κινηματογραφική (και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού εκτός από λογοτέχνης ήταν, μεταξύ άλλων, φωτογράφος και σκηνοθέτης;). Η αναγνώριση του Ρετσόρι ως σημαντικού συγγραφέα μπορεί να ήρθε αργά, αλλά δικαίως καθιερώθηκε ως μεγάλος στυλίστας του λόγου. Στην Ερμίνα, η πληθωρική γλώσσα του, η χειμαρρώδης ροή της αφήγησης, η εντυπωσιακή πρόζα και το συχνά χιουμοριστικό, πλουμιστό, στα όρια του μπαρόκ, ύφος του πλάθουν ένα απαιτητικό αλλά απολαυστικό ανάγνωσμα.
Με τα μάτια των παιδιών
Στο Μια ερμίνα για το Τσέρνοπολ ο Ρετσόρι εστιάζει σε μικροκλίμακα στον δραματικό θάνατο του παιδικού εαυτού και σε μακροκλίμακα στην αγωνία της εποχής που σήμανε το τέλος του κόσμου των Αψβούργων. Ο αφηγητής του έργου και τα αδέρφια του, γόνοι μιας αριστοκρατικής οικογένειας της υψηλής κοινωνίας του Τσέρνοπολ αλλά ουσιαστικά παρατημένοι στην τύχη τους, καθώς οι δάσκαλοί τους αδυνατούν να τους χαλιναγωγήσουν, κινούνται ανέμελα στον κόσμο των ενηλίκων, έρχονται σε επαφή με συνομήλικους διαφορετικής εθνικής καταγωγής και κοινωνικής τάξης, αλλά και με τον κόσμο των υπηρετών και των καταστηματαρχών της περιοχής· καθώς μπερδεύονται στα πόδια των ενηλίκων, ακούν, κατανοούν αλλά και παρερμηνεύουν γεγονότα και ιστορίες που δεν προορίζονται για τα παιδικά τους αυτιά. Η αφήγηση συχνά περιπλέκεται από το γεγονός ότι ορισμένοι ενήλικοι αντιμετωπίζουν τον μικρό αφηγητή και την αδερφή του ως ίσους, κάποιοι επιλέγουν να τους αγνοούν, ενώ άλλοι προσπαθούν ανεπιτυχώς να προστατεύσουν την παιδική τους αθωότητα από τα προβλήματα των μεγάλων.
Το γεγονός που θα σημάνει το τέλος της παιδικής ηλικίας του αφηγητή είναι η συνάντηση με τον επίλαρχο Τίλντυ. Με τη συνάντηση αυτή, που τους σημαδεύει και καθορίζει ώς και τα παιχνίδια με την αδερφή του, εκκινεί μια διαδικασία εσωτερικής μεταμόρφωσης, το οριστικό τέλος της οποίας θα επιφέρει, αφενός, την απογυμνωμένη από ρομαντικές ψευδαισθήσεις και παιδικά ιδανικά ωρίμανσή τους, αφετέρου την ολοκλήρωση μιας περιόδου πένθους για το θάνατο μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής.
Ένας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του έργου θα υποστηρίξει πως οι περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουν τη ζωή μόνο μέσα από φήμες. Ακόμη όμως κι αν αυτό ισχύει για τους μικρούς αφηγητές, η εικόνα της πραγματικότητας που αναδημιουργούν μέσα από λέξεις και υπαινιγμούς που προσπαθούν να ερμηνεύσουν, μέσα από αποσπάσματα γεγονότων που ποτέ δεν γνωρίζουν πλήρως, είναι μια εικόνα εκπληκτικά σαφής και ακριβής και εμπεριέχει την αγωνία της ταυτότητας: εθνικής, εθνοτικής, γλωσσικής και κοινωνικής. Ο συγγραφέας μετασχηματίζει με μαεστρία τις εικόνες των πρώιμων αναμνήσεων της παιδικής του ηλικίας, που συμπίπτουν χρονικά με έναν από τους μεγαλύτερους «σεισμούς» που συγκλόνισαν τη Mitteleuropa, με άμεσες συνέπειες σε όλη την Ευρώπη. Το ύφος της αφήγησης υποτάσσεται στο πρόσταγμα αυτών των δύο μεταμορφωτικών και κομβικών εμπειριών για τη ζωή του μικρού αγοριού που έχει το ρόλο του αφηγητή και γίνεται κατ’ ανάγκην ονειρικό, μελαγχολικό και νοσταλγικό. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε πως, αφηγηματικά, το «εγώ» του μικρού αφηγητή εναλλάσσεται με το «εμείς», που συμπεριλαμβάνει τα αδέρφια και κυρίως την αδερφή του Τάνια, μαζί με την οποία παρακολουθούν τον μικρόκοσμο εντός και εκτός του οικογενειακού τους σπιτιού στο Τσέρνοπολ. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο «εμείς» το οποίο παραπέμπει στη σύζευξη των φύλων, στο ανδρόγυνο στοιχείο, αυτό το πολύ ιδιαίτερο μοτίβο του αυστριακού μοντερνισμού. Πολύ εύστοχο είναι το σχετικό σχόλιο του Μιρτσέα Ελιάντε,[iii] ο οποίος σημειώνει πως η ένωση των δύο φύλων συμβολίζει τη χρυσή εποχή της ανθρωπότητας, μια περίοδο αθωότητας και ασυνειδησίας κι έναν κόσμο που μένει αμόλυντος από την αμαρτία.
Το μυθιστόρημα του Ρετσόρι κινείται στο προκλητικό και συνάμα συναρπαστικό όριο μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας. Αρκετά είναι τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που εντοπίζονται και σε αυτό το βιβλίο του: η ηλικία του κεντρικού χαρακτήρα συμπίπτει με αυτή του δημιουργού του, ενώ το ίδιο συμβαίνει με την αδερφή και τα υπόλοιπα μέλη και τις σχέσεις της οικογένειας D’Arezzo (το πραγματικό επώνυμο του Ρετσόρι) που αντικατοπτρίζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό στο έργο – όλα ωστόσο τα γεγονότα, παρότι τα αφηγείται ένα μικρό αγόρι, είναι φιλτραρισμένα μέσα από τα μάτια του ενήλικου συγγραφέα. Αν ο Γιόζεφ Ροτ παρατηρεί την επιθανάτια αγωνία του κόσμου του ως ενήλικος, ο Ρετσόρι την παρακολουθεί ως παιδί και, αναπόφευκτα, τραυματίζεται απ’ αυτήν (ο διαμελισμός της πατρίδας συνέβη στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων χρόνων του συγγραφέα), γι’ αυτό επιλέγει να επιστρέψει σε αυτήν το 1966, λίγα χρόνια αφότου πρωτοεκδόθηκε το έργο (1958). Αυτό που παραδίδει δεν είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα αλλά μια ιστορική παραβολή, καθώς μέσα από την ποιητική της εμπειρίας μεταμορφώνει γεγονότα της προσωπικής ζωής και κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές σε μια καθολική ηθική αφήγηση για την παροδικότητα και το θάνατο, για την παρακμή των αξιών και τις επιπτώσεις των βίαιων καταστροφών και των αποκαθηλώσεων.
[i] Ντάνιελ Μέντελσον, Χαμένοι, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πατάκη, Αθήνα, 2021.
[ii] Πρόκειται για τα Αναμνήσεις ενός αντισημίτη. Μυθιστόρημα σε πέντε ιστορίες (1979), μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Δώμα, Αθήνα 2020, και το αυτοβιογραφικό Τα περσινά χιόνια (1989), μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου, Δώμα, Αθήνα 2024.
[iii] Mircea Eliade, Méphistophélès et l’androgyne, Gallimard, Παρίσι 1981, σ. 174-176.