Σύνδεση συνδρομητών

Το κοράκι και το καλό κοστούμι του*

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2022 00:50
O Θοδωρής Γκόνης.
Αρχείο Θοδωρή Γκόνη
O Θοδωρής Γκόνης.

Θοδωρής Γκόνης, Το μαύρο φόρεμα του κόρακα, Άγρα, Αθήνα 2021, 80 σελ.

Ιστορίες σαν βγαλμένες από τη δημώδη ποίηση: το πεισιθάνατο μοτίβο, το στοιχείο-στοιχειό του παραμυθιού και των Παραλογών, οι χαρές που καταλήγουν πίκρες, η καταφυγή στην ελληνική φύση, μαζί όμως κι ένας κόσμος «παρωχημένος», προνεωτερικός, «στο περιθώριο» της πόλης και της ζωής, αλλά με τους νεοελληνικούς όρους, όπως ήταν και ο κόσμος της επαρχίας εκείνα τα χρόνια, φωτεινός και χθόνιος συνάμα, κι ένα τοπίο απαστράπτον, θα έλεγα με το στραφτάλιασμα της θάλασσας, αλλά και του επιβλητικού ορεινού όγκου, ουσιαστικά ανάμεσα σε δυο φυλακές, το Μπούρτζι και το Ίτς Καλέ, ένας τόπος κλειστός που ο Θοδωρής Γκόνης τον γνωρίζει εξαίσια και τού εμφυσά πνοή και ψυχή…

Τον Θοδωρή Γκόνη τον πρωτογνώρισα προτού τον συναντήσω. Πιο σωστά, τον άκουσα μέσα από τα τραγούδια του Νίκου Ξυδάκη (αρκετά μετά την Εκδίκηση της γυφτιάς, που, μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, μας είχε «ραγίσει τότε την καρδιά» με την «Τρελή κι αδέσποτή» του), στους στίχους του που ήταν ποιήματα ή στα ποιήματά του που έγιναν στίχοι και ντύθηκαν με τη μουσική εκείνου που τραγούδησε το «Κάιρο, Ναύπλιο, Χαρτούμ» και έφαγε «Στα εστιατόρια που τρών’ τα συνεργεία». Ήταν τα χρόνια που κι εγώ «έμενα με τη μάνα μου» κι ήταν τραγούδια –και στίχοι, κυρίως– που έδεναν με τους άλλους, του Γκάτσου, του Ελευθερίου, του Ρασούλη, του Αλκαίου, δηλαδή με το ποίημα που από μόνο του μπορεί να είναι τραγούδι.   

Ο ίδιος τα χαρακτηρίζει «λόγια για τα τραγούδια». Αλλά τι λόγια! «Χάδια και καρφιά»!

Αργότερα, κάναμε και μια συνέντευξη για την εφημερίδα Εποχή. Κάπου είναι καταχωνιασμένη σε κάτι ντουλάπια, δεν θυμάμαι πια έπειτα από τόσα χρόνια τι ειπώθηκε σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση στο Φίλιον.

 

Γκάτσος και Ριβελίνο

Αργότερα πάλι, διάβασα τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου και άλλα διηγήματα. Τα παρουσίασα κι αυτά στην Εποχή. Κάπου σημείωνα (από μνήμης) ότι είναι σα να καθαρίζεις ζουμερά πορτοκάλια, αλλά όπως τα ξεφλουδίζεις ένας απρόσμενος πίδακας από τα αιθέρια έλαια σού φέρνει ένα δάκρυ στο μάτι, ή, να το πω τώρα με τα λόγια του ποιητή της «Πρέβεζας», «Το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει». Μ’ άρεσε εκεί μέσα η φιγούρα κι η φυσιογνωμία της μητέρας (του), στο «Κυρία πρώην Τόσκα», αυτό το πείσμα μητέρας και γιου για τη «σωστή διατύπωση» κι οι αγκωνιές του Γκόνη υιού μέσα στ’ αυτοκίνητο. Αυτό το διήγημα με συγκίνησε ιδιαίτερα.

Εκεί ξεχώρισα και τον «Ριβελίνο», ίσως από εκεί να ξεκίνησα την ανάγνωση των διηγημάτων. Με τον Θοδωρή μάς «συνδέει» υπόγεια, αν και ΑΕΚτζής εκείνος, Παναθηναϊκός εγώ, η αγάπη για το ποδόσφαιρο, πιο σωστά για την «μπάλα», κι ο Ριβελίνο, ο παίκτης, αλλά και το διήγημα, ήταν ένα ταξίδι «στα χρόνια της αθωότητας», για να παραπέμψω και στη σειρά ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη, που προβλήθηκε πρόσφατα στην ΕΡΤ3.

Αυτός λοιπόν ο Ριβελίνο, το «χαρτάκι» του δηλαδή, έλειπε από τον ήρωα, κι εγώ τον συμπονούσα, διότι με αυτά τα χαρτάκια από τις γκοφρέτες (δεν τις λέγαμε τότε σοκοφρέτες) μεγαλώσαμε όλοι εμείς. Μέσα από αυτά και τις ανταλλαγές τους «ανδρωθήκαμε» ποδοσφαιρικά μαζί με την κλωτσοπατινάδα στην αλάνα («στα τρία κόρνερ πέναλτι» και με μπακότερμα συχνά), υπήρχε μάλιστα κι ένα παιγνίδι με αυτά, ποιος θα κερδίσει του άλλου τα χαρτάκια (ο Θοδωρής θα το θυμάται σίγουρα).

Από το διήγημα μου είχε «κάτσει στο στομάχι» εκείνος ο Καραμάνος τότε, που με έπαρση διέδιδε ή πάντως άφηνε να εννοηθεί αυτάρεσκα, σχεδόν σαδιστικά, ότι μόνο αυτός τον είχε «σε ολόκληρο το Αρρένων», κάνοντας τη ζωή του «μικρού ήρωα» του διηγήματος κόλαση. Όταν ο Θοδωρής με προσκάλεσε στο Ναύπλιο να μιλήσω για τη συλλογή, την πέταξα κι εγώ τη σπόντα, «την είχα φυλαγμένη» του Καραμάνου. Νόμιζα πως είχα σημειώσει γκολ, κι έβαλα αυτογκόλ! Ο Καραμάνος όχι μόνο δεν ήταν ο «κακός του δαίμονας», αλλά, αντίθετα, ένας στενός φίλος του, που μάλιστα καλλιεργούσε πράγματι ωραία πορτοκάλια και, κάποτε, τα πούλαγε και σε μια αυτοσχέδια βιολογική λαϊκή στη Δεξαμενή, απ’ όπου ψωνίζαμε. Από τον Θοδωρή έμαθα πρόσφατα πως άφησε οριστικά τους πορτοκαλεώνες του. Να είναι καλά, όπου κι αν βρίσκεται, μαζί με τον «Ριβελίνο» του.

Θα μπορούσα –και θα ήθελα– να πάρω σβάρνα τα ποιήματα-τραγούδια και τις πρόζες του Θοδωρή, να μιλήσω γι’ αυτά σχεδόν ένα προς ένα, γιατί το καθένα τους, στίχοι και διηγήματα, πρόζες και ποιήματα, είναι σαν μικρές προσευχές, μικρόκοσμοι σαν φυλαχτά, είναι ταξίδια του νου και της ψυχής σαν κυριακάτικες συνάξεις ή σχολικές εκδρομές.

Όλα ψιλοκεντημένα με την ταπεινή τέχνη και τη μαστοριά του Θοδωρή, που εμένα, όπως κι εσάς, κάπου κάπου με πηγαίνει στον άλλον Αρκάδα, τον Νίκο Γκάτσο, για τον οποίο έχει γράψει και «Ένα τραγούδι» κι είναι ανάλογα εικονοπλάστης με εκείνον.

Διαλέγω, όχι στην τύχη, ένα τετράστιχο από το «Το πρώτο το τραγούδι», αφιερωμένο «στη μνήμη της Ελένης Δ. Γκόνη»:

 Πέτρωσε το καράβι

στη μέση του γιαλού

πιάστηκε μες στο δίχτυ

του γαλανού νερού.

Ακούστε κι αυτό:

Σε πελαγίσο μνήμα

χαράζω το σταυρό

Θα τραγουδάει το κύμα

κι εγώ θα καρτερώ.

Η «θαλασσογραφία» του Γκόνη, κι η «θαλασσογραφία» του Γκάτσου («Σε πελαγίσιο μνήμα»): το υγρό στοιχείο ως «κοιμητήριο». Ακόμα και ο ρυθμός του Μάνου (Χατζιδάκι) θα μπορούσε να ντύσει τους στίχους του Θοδωρή (Γκόνη).

 

Συμφιλίωση με το ανοίκειο

Ας έρθω στο βιβλίο. Εδώ, το φωτεινό τοπίο αρχίζει και χάνει τα χρώματά του, σκοτεινιάζει, μαυρίζει, σαν πηχτό σκοτάδι. Το λέει κι ο τίτλος, όχι προειδοποιητικά, αλλά επιβεβαιωτικά, εμφατικά: Το μαύρο φόρεμα του κόρακα: 7 ιστορίες, 7 πρόζες, 7 αφηγήσεις, σε υπόγειες διασυνδέσεις, σαν εξομολογήσεις, σαν θεατρικοί, όχι εσωτερικοί, μονόλογοι – ή, με τα λόγια του Θοδωρή, πιο σωστά εκείνου που αφηγείται τις ιστορίες που ο Θοδωρής περισώνει, «ψίθυροι σαν ξόρκι και σαν προσευχή από μέσα». Λίγες μέρες αφότου το διάβασα, του έγραφα στο η-μαίηλ (αφού πλέον τις επιστολές τις καταργήσαμε κι έτσι δεν θα διαβάσουμε ξανά Αλληλογραφίες) ανάμεσα στ’ άλλα, «για κάποια κείμενα που φωτίζουν σαν αστραπή τον ζόφο», πως «η γραφή (σου) είναι το μελάνι της ψυχής σου», «με έναν ρυθμό, ένα λαχάνιασμα, έναν ψίθυρο, σαν κάποιος υποβολέας να σου λέει άλλα λόγια από αυτά που είσαι έτοιμος ν’ ακούσεις».

Αυτά έγραφα στον Θοδωρή πέντε μήνες πριν, κι αυτά δεν αλλάζουν.

Ξαναδιάβασα το βιβλίο. Από το τέλος μέχρι την αρχή και ανατρέχοντας τις σελίδες του, όχι όμως σαν πρόχειρη, βιαστική ανάγνωση ενός μαθήματος πριν απ’ το διαγώνισμα. Ξανά ο ίδιος ασθματικός ρυθμός, η θεατρικότητα του υποβλητικού λόγου (ή και αντίστροφα), ένα ελαφρύ λαχάνιασμα της γραφής, δηλαδή της σκέψης που βγαίνει από τα χείλη, στην άκρη της Γλώσσας, ένας λόγος «μετέωρος σαν σκιά», προτάσεις παρατακτικές ξετυλίγονται, με μόνο σημείο στίξης το κόμμα (,), παίρνοντας, όχι κλέβοντας, την «κόκκινη κλωστή» από την Αμοργό, ποιητική πρόζα θα το λέγαμε, δεν αρκεί όμως, και πάντα μια μικρή, ανεπαίσθητη pointe (κορύφωση) στο τέλος της παραγράφου. 

Μια διαρκής, αέναη περιπλάνηση μέσα και «έξω από την πόλη και τον κόσμο […], στα περβόλια, στις πορτοκαλιές, στον κάμπο», μ’ ένα παλιό λεωφορείο των ΚΤΕΛ, χρώματος τουρκουάζ, όμως ούτε πράσινο είναι ούτε μπλε, με οδηγό τον Θοδωρή, που «έχει το μάτι του παντού και το μολυβάκι του στην τσέπη και τη γλώσσα» και, μετά, γίνεται ένας ράφτης, «με την πελότα περασμένη στο μπράτσο του, μπουκέτο ανθισμένο από βελόνες και καρφίτσες», να πάλι τα «Χάδια και καρφιά»-λόγια του, όπως τα ράβει, τα (εξ)υφαίνει πάνω στο χαρτί, στο κεντωτό του γραφτό, στο βιβλίο-εργόχειρο.

Προσέξτε αυτή τη φρασούλα: «…και το μολυβάκι του στην τσέπη και τη γλώσσα»! Είναι μια εικόνα-φυλαχτό, από τα παιδικά μας χρόνια, ακόμα κι από τον παλιό, καλό ελληνικό κινηματογράφο: ο μπακάλης της γειτονιάς ανάμεσα στα σακιά του ή ο ταβερνιάρης κάτω από τα βαρέλια του, που καμιά φορά το μολυβάκι το είχε στο αυτί: πριν κάνει τον λογαριασμό, το σάλιωνε. Αυτό δεν είναι ούτε ρετρό ούτε vintage, αυτό είναι βίωμα, βαθιά εντυπωμένη εμπειρία και εικόνα στα μάτια του παιδιού, που ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο μέσα από (φαινομενικά) ετερόκλητες εικόνες και του αποτυπώνεται η λεπτομέρεια για να τη μεταφέρει χρόνια μετά ολοζώντανη, όταν όλα έχουν πια ξεθωριάσει.

Ο Γκόνης αφηγείται, μας λέει ιστορίες σαν βγαλμένες από τη δημώδη ποίηση, ειδικά στο τελευταίο «κομμάτι» του βιβλίου, αν και η χάρη και τα μοτίβα της είναι διάσπαρτα στις σελίδες του βιβλίου-εργόχειρου, όπως και στα ποιήματά του: το πεισιθάνατο μοτίβο, το στοιχείο-στοιχειό του παραμυθιού και των Παραλογών, οι χαρές που καταλήγουν πίκρες, η καταφυγή στην ελληνική φύση, μαζί όμως κι ένας κόσμος «παρωχημένος», προνεωτερικός, «στο περιθώριο» της πόλης και της ζωής, αλλά με τους νεοελληνικούς όρους, όπως ήταν και ο κόσμος της επαρχίας εκείνα τα χρόνια, φωτεινός και χθόνιος συνάμα, κι ένα τοπίο απαστράπτον, θα έλεγα με το στραφτάλιασμα της θάλασσας, αλλά και του επιβλητικού ορεινού όγκου, ουσιαστικά ανάμεσα σε δυο φυλακές, το Μπούρτζι και το Ιτς Καλέ, ένας τόπος κλειστός που ο Θοδωρής τον γνωρίζει εξαίσια και τού εμφυσά πνοή και ψυχή, τού χαρίζει πίσω τα «χρώματα κι αρώματα», τού δίνει τη φυσιογνωμία του, αλλά και τις μοναδικές φυσιογνωμίες του (τον Τάκη, τη δεσποινίδα Ελένη Γουζουάζη, τη φαρμακοποιό, με τις γάτες της, τον Σίση με τις επαναλήψεις του, την κυρία Χρυσούλα που σέρνει το πόδι της, τον Αποστόλη το μάγειρα, τις μάνες και τις κόρες που δεν έχουν όνομα – μία «πινακοθήκη ανώνυμων, λαϊκών αγίων») με τον δικό του μοναδικό τρόπο, σαν οι παλιές καρτ ποστάλ να αποκτούν κίνηση και ζωή μόλις τις πιάνεις στα χέρια σου, κι οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες με τα αγαπημένα ή αλλόκοτα πρόσωπα να (σού) «μιλούν», μόλις ανοίγεις το βιβλίο.

 

Όνειρο μέσα στο όνειρο

Όμως, είναι και κάτι ακόμα, αυτό που περι-έγραψε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε «Όλα όσα βλέπουμε και όσα μας φαίνονται / δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα στο όνειρο». Και ποιος δεν θα κάνει τον αναγκαίο συνειρμό του τίτλου της συλλογής με το Κοράκι του;

Μόνο που στον Θοδωρή, είναι κόρακας και φορά –για μας– το καλό του μαύρο φόρεμα.

Κλείνω με μία λέξη, που ο Θοδωρής θα την αναγνωρίσει αμέσως (όχι άμεσα!): «Ουσέμπιο!».

 

*Το κείμενο της ομιλίας που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στο Φουγάρο Artcenter (Ναύπλιο, 8/5/2022).

Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Βιβλία του: Στην εποχή της περιπλάνησης (2000), Tilt! Δοκίμιο για το φλίππερ (2005), Far from the RAF. 30 χρόνια από το «γερμανικό φθινόπωρο»(2007), Καφέ Λούκατς. Budapest Noir (2008), Ένα παράξενο καλοκαίρι (2011), Καρέ-καρέ και άλλα διηγήματα (2013), Φλίππερ (2016). Μόλις κυκλοφόρησαν τα βιβλία του, Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις (με τον Άγη Πετάλα) και Ένα φέρετρο για τη Σόφια (με τον Ανδρέα Αποστολίδη), Multiball (επιμ.).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.