Το ποδόσφαιρο δεν είναι, ασφαλώς, από πλευράς ανθρώπινης και κοινωνικής σημασίας, ούτε κατά διάνοια συγκρίσιμο με την πολιτική, όμως ποδόσφαιρο και πολιτική στην πράξη διαπλέκονται, όπως όλοι γνωρίζουμε. Ποδόσφαιρο και πολιτική προκαλούν, επίσης, μεγάλες συγκινήσεις και δημιουργούν πρότυπα συμπεριφοράς.
Μιλώντας για μπάλα, επομένως, η 25η Νοεμβρίου είναι μια καταραμένη ημερομηνία για όλους τους ποδοσφαιρόφιλους ανά την υφήλιο, αφού δύο μεγάλοι βιρτουόζοι ποδοσφαιριστές φεύγουν από τον κόσμο αυτή την ημέρα του έτους, το 2005 και το 2020, αντίστοιχα. Πρόκειται για τον Βορειοϊρλανδό Τζορτζ Μπεστ και τον Αργεντινό Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Αμφότεροι, με τον αρτίστικο τρόπο του παιχνιδιού τους προσέφεραν μοναδικές συγκινήσεις στους φιλάθλους, ενώ με τη σκανδαλώδη ζωή τους προκάλεσαν απογοήτευση ακόμη και στους πιο ένθερμους υποστηρικτές τους.
Το χαμίνι από τη Βίγια Φιορίτο
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν συμπληρωθεί κάτι παραπάνω από πέντε χρόνια από το θάνατο του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Πολλοί επιμένουν να δίνουν έμφαση στην εμπλοκή του στα ναρκωτικά, στις άστατες ερωτικές του περιπέτειες και στα εξώγαμα παιδιά του, όπως και στα ψέματα που κατά καιρούς είπε προκειμένου να καλύψει αυτά τα παραστρατήματά του. Άλλοι θυμούνται, με ενόχληση, τον συναγελασμό του με αμφιλεγόμενους πολιτικούς ηγέτες της Λατινικής Αμερικής της εποχής του, όπως ο Φιντέλ Κάστρο, ο Ούγκο Τσάβες και ο Έβο Μοράλες.
Νομίζω ότι όλα τα ανωτέρω είναι «αποδείξεις» του χάους το οποίο μπορεί να προκληθεί στο νου και κυρίως στη ψυχή ενός αγράμματου νεαρού παιδιού που φτάνει στην κορυφή της δόξας του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και δεν μπορεί να τη διαχειριστεί. Πράγματι, ο Μαραντόνα δεν ήταν παρά ένα «χαμίνι από τη Βίγια Φιορίτο», μια παραγκούπολη έξω από το Μπουένος Άιρες, όπως εύστοχα τονίζουν οι Πάολο Μπαρόν και Ερνέστο Καρμπονέτι στο βιβλίο τους, Το Χέρι του Θεού – Η ζωή του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα σε κόμικ.[2] Ένας αετός που πέταξε, όπως ο Ίκαρος, πολύ κοντά στον ήλιο, οπότε ζαλίστηκε και έχασε τον προσανατολισμό του, αυτό ήταν ο Μαραντόνα. Ακολούθησε μια πτώση το ίδιο απότομη –οπότε και συντριπτική– όσο υπήρξε και η άνοδός του. Άλλωστε, συνήθως οι λατινοαμερικανοί ποδοσφαιριστές, παρά το ταλέντο τους, δεν φημίζονται για την άψογη συγκρότηση της εν γένει προσωπικότητάς τους (βλ. και τις περιπτώσεις των βραζιλιάνων «μάγων» της ντρίμπλας, Γκαρίντσα και Ροναλντίνιο). Ο Μαραντόνα αποτελεί ίσως την πιο τραγική επιβεβαίωση αυτής της διαπίστωσης.
Παρά ταύτα, στα θετικά αυτής της προβληματικής προσωπικότητας[3] εντάσσεται το γεγονός ότι είχε το θάρρος να συγκρουστεί με τους δύο ισχυρότερους παράγοντες του παγκόσμιου και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου της εποχής του, Ζοάο Χαβελάνζε και Ζεπ Μπλάτερ, οι οποίοι, όπως αποδείχθηκε, κάθε άλλο παρά καλές υπηρεσίες προσέφεραν στο πιο λαοφιλές άθλημα του κόσμου. Κανείς κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ποδοσφαίρου δεν τόλμησε ποτέ κάτι ανάλογο. Κι αυτό δεν ήταν, ασφαλώς, χωρίς συνέπειες για τον Ντιέγκο Μαραντόνα.[4]
Μια ποδοσφαιρική μεγαλοφυΐα
Τούτων λεχθέντων, δεν μπορεί να μη σημειωθεί ότι ο Μαραντόνα υπήρξε μοναδικός –προσοχή, όχι κατ’ ανάγκην ο κορυφαίος, αν και το σχετικό δίλημμα μάλλον στερείται νοήματος– στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, για μια σειρά από σπουδαίους λόγους, ορισμένοι εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:
Πρώτον, η μπάλα υπήρξε η μεγάλη ερωμένη του. Αντάλλασσε, μάλιστα, ερωτόλογα με την «ασπρόμαυρη θεά». Είχε κάποτε πει: «Ακόμη κι αν ήμουν καλεσμένος σε επίσημο δείπνο, ντυμένος στα λευκά, εάν έβλεπα μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται κατά πάνω μου θα τη σταματούσα με το στήθος». Το ποδόσφαιρο ήταν γι’ αυτόν η ίδια η ζωή, η απόλυτη χαρά!
Δεύτερον, έπαιξε ποδόσφαιρο και διακρίθηκε για την απίστευτη τεχνική του κατάρτιση κυρίως τη δεκαετία του 1980, τότε που οι διαιτητές δεν προστάτευαν τους επιθετικούς από βάναυσα χτυπήματα αμυντικών, ορισμένοι εκ των οποίων ήταν κανονικοί εγκληματίες. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1983, σε αγώνα της Μπαρτσελόνα με την Αθλέτικ Μπιλμπάο στο Σαν Μαμές, ο σκληροτράχηλος αμυντικός της δεύτερης, Άντονι Γκοϊκοετσέα, έκανε ένα φονικό τάκλιν πάνω στον Μαραντόνα, του έσπασε τον αστράγαλο και τον άφησε για μήνες εκτός γηπέδων. Εκεί θα μπορούσε κάλλιστα να είχε τερματιστεί η ποδοσφαιρική καριέρα του αργεντινού άσου – στάθηκε, όμως, τυχερός. Έκτοτε ο Γκοϊκοετσέα φέρει το προσωνύμιο «ο χασάπης του Μπιλμπάο». Αντλώ κι ένα δεύτερο παράδειγμα, από το Παγκόσμιο Κύπελο του 1982, που διεξήχθη στην Ισπανία. Η Ιταλία θα αντιμετώπιζε, στις 29 Ιουνίου, την Αργεντινή. Ο προπονητής της Ιταλίας, Έντζο Μπεαρζότ, έπρεπε να βρει τρόπο να σταματήσει τον Μαραντόνα. Ο Κλαούντιο Τζεντίλε ήταν ο μόνος που μπορούσε να φέρει εις πέρας αυτή την αποστολή. Το παιχνίδι έληξε με νίκη της Ιταλίας με 2-1, η οποία, στη συνέχεια, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελο. Ο Τζεντίλε, με πολλά τάκλιν, 11 φάουλ μόνο στο πρώτο ημίχρονο και μία κίτρινη κάρτα, περιόρισε κατά πολύ τη δράση του δεκαριού της Αργεντινής. Όσοι παρακολούθησαν αυτό το παιχνίδι –όπως ο υπογράφων– θα θυμούνται ενδεχομένως τη σκηνή στην οποία ο Μαραντόνα, έχοντας τη μισή φανέλα του σκισμένη από τα τραβήγματα του Τζεντίλε, διαμαρτύρεται στον διαιτητή για την αντιαθλητική συμπεριφορά του αντιπάλου του. Στο τέλος του αγώνα, αρνήθηκε να ανταλλάξει φανέλα με τον Τζεντίλε, ενώ ο τελευταίος δέχτηκε έντονη κριτική από τον Τύπο για τον τρόπο του παιχνιδιού του. Σε όλα αυτά, ο Τζεντίλε απάντησε λέγοντας ότι «το ποδόσφαιρο δεν είναι για μπαλαρίνες».
Τρίτον, ο Μαραντόνα αναδείχθηκε σε κορυφαίο παίκτη του κόσμου, παίζοντας σε μια μικρή ομάδα του ιταλικού Νότου, τη Νάπολι. Ας σκεφτούμε, αντιπαραθετικά, ότι οι δύο κορυφαίοι ποδοσφαιριστές της τελευταίας εικοσαετίας, Μέσι και Ρονάλντο, μεγαλούργησαν παίζοντας στην Μπαρτσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης, αντίστοιχα. Κατά την άφιξη του Μαραντόνα στη Νάπολη, στις 5 Ιουλίου 1984, 80.000 άνθρωποι τον υποδέχθηκαν στο «Στάδιο Σαν Πάολο», που σήμερα ονομάζεται πλέον «Στάδιο Ντιέγκο Μαραντόνα» (από την άλλη, ας σημειωθεί ότι, όταν το 1991 διέφυγε στο Μπουένος Άιρες, ύστερα από έναν αγώνα της Νάπολι εναντίον της Μπάρι –που έλαβε χώρα στις 21 Μαρτίου 1991 και κατά τον οποίο βρέθηκε θετικός στην κοκαΐνη σε έλεγχο ντόπινγκ– σχεδόν κανείς δεν βρέθηκε στο αεροδρόμιο για να τον αποχαιρετήσει). Στις 10 Μαΐου 1987, η Νάπολι αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ιταλίας για πρώτη φορά στην ιστορία της, και η πόλη ολόκληρη σείστηκε. Με αυτόν τον σύλλογο ο αργεντινός άσος κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, το Κύπελλο Ιταλίας, το Σούπερ Κύπελλο της χώρας καθώς και το Κύπελλο UEFA της χρονιάς 1988–89. Ο Μαραντόνα λατρεύτηκε από τους Ναπολιτάνους ως επίγειος Θεός. Μάλιστα, όταν στο Μουντιάλ του 1990, το οποίο διεξήχθη στην Ιταλία, η τύχη το έφερε η Αργεντινή να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον έναν ημιτελικό, που έγινε στη Νάπολη, οι φήμες λένε ότι οι οπαδοί της ομάδας της υποστήριξαν την Αργεντινή, λόγω της αφοσίωσής τους στον Μαραντόνα.
Αλλά και ο Μαραντόνα λάτρεψε την πόλη που θεωρείται ότι ιδρύθηκε, μεταξύ 9ου και 8ου αιώνα π.Χ., ως αποικία, από κατοίκους της Κύμης της Εύβοιας. «Θέλω να γίνω το πρότυπο για τα φτωχά παιδιά στη Νάπολη γιατί μου θυμίζουν εμένα όταν ήμουν στο Μπουένος Άιρες», είπε κάποτε. Πιστός σε αυτή του τη δήλωση, στις 25 Ιανουαρίου 1985 –όπως πολύ ωραία περιγράφουν οι Μπαρόν και Καρμπονέτι στο κόμικς τους– ο αργεντινός μεσοεπιθετικός έπαιξε, με πάθος που ταίριαζε σε παιχνίδι του campionato, σε έναν αγώνα που διοργανώθηκε στην Ατσέρα, μια βιομηχανική περιοχή βορειοανατολικά της Νάπολης, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για ένα άρρωστο παιδί.
Τέταρτον, ο Μαραντόνα είχε μεγάλες ηγετικές ικανότητες, καθώς μπορούσε να πάρει μια ομάδα από το χέρι και να την οδηγήσει στην κορυφή. Ο σπουδαίος παλαίμαχος ολλανδός επιθετικός Μάρκο βαν Μπάστεν, συγκρίνοντας τον Μέσι με τον Μαραντόνα έχει πει ότι «ο Μέσι δεν είναι αυτός που θα μπει μπροστά σε μια μάχη, ενώ ο Μαραντόνα ήταν άλλη προσωπικότητα, πραγματικός αρχηγός». Δεν ξέρω αν ο Βαν Μπάστεν αδικεί τον Μέσι με αυτή του την κρίση, το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Μαραντόνα αποδείχθηκε σπουδαίος ηγέτης όχι μόνον της Νάπολι αλλά και της Εθνικής Αργεντινής. Το 1986 οδήγησε μόνος του την Αργεντινή στον τελικό, παρότι αυτή αποτελούνταν και από άλλους ποιοτικούς παίκτες, όπως ο Βαλντάνο και ο Μπουρουτσάγα. Στα προημιτελικά, στις 22 Ιουνίου 1986, η Αργεντινή αντιμετώπισε την Αγγλία στο Στάδιο Αζτέκα της πόλης του Μεξικού, μπροστά σε 115.000 θεατές. Η ένταση ήταν μεγάλη, καθώς πολλοί, και από τις δύο πλευρές, έβλεπαν σε αυτή την αναμέτρηση τη συνέχεια του πολέμου των Φώκλαντ του 1982, τον οποίον είχαν κερδίσει οι Άγγλοι, ταπεινώνοντας την χουντική κυβέρνηση που κυβερνούσε τότε την Αργεντινή.[5] Ο Μαραντόνα, κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της Αγγλίας, έριξε μια υποτιμητική ματιά προς την πλευρά των Άγγλων. Ακολούθως, στον αγώνα, συγκεκριμένα στο δεύτερο ημίχρονο, σημείωσε δύο τέρματα, που έμειναν στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων: το πρώτο με το «χέρι του Θεού», κάτι που ποτέ οι Άγγλοι δεν του συγχώρεσαν, και το δεύτερο όταν, ξεκινώντας από το κέντρο του γηπέδου, πέρασε πέντε άγγλους παίκτες και τον τερματοφύλακα Πίτερ Σίλτον και έστειλε την μπάλα στα δίχτυα της εστίας της αντίπαλης ομάδας. Όλη η προσπάθεια διήρκεσε 10,6 δευτερόλεπτα[6] και το γκολ ονομάστηκε, όχι αδίκως, «γκολ του αιώνα». Ο Μαραντόνα θυμήθηκε τον μικρό του αδελφό, που του είχε κάνει παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο ολοκλήρωσε μια παρόμοια φάση, όταν και πάλι πέρασε όλη την αγγλική άμυνα αλλά αστόχησε μπροστά στον τερματοφύλακα, Ρέι Κλέμενς, στη διάρκεια φιλικού αγώνα με την Αγγλία στο Γουέμπλεϊ, τον Μάιο του 1980 – τότε οι γηπεδούχοι κέρδισαν με 3-1. Κι έτσι, αυτή την φορά ο Ντιέγκο βρήκε το στόχο του.[7] Αλλά οι ζωγραφιές του στα γήπεδα του Μεξικού δεν περιορίστηκαν σε αυτόν τον προημιτελικό. Οι περισσότεροι δεν μνημονεύουν τα δύο υπέροχα τέρματα που πέτυχε ο Μαραντόνα στον ημιτελικό με το Βέλγιο, στον οποίο η ομάδα του κέρδισε με σκορ 2-0. Στο δεύτερο, μάλιστα, τέρμα, ο Μαραντόνα περνάει και πάλι ολόκληρη τη βελγική άμυνα προτού πλασάρει τον αντίπαλο τερματοφύλακα. Ήταν γκολ εφάμιλλης δεξιοτεχνίας και ομορφιάς με αυτό που είχε πετύχει εναντίον των Άγγλων. Στον τελικό, εναντίον των Γερμανών, χωρίς να φτάσει στο επίπεδο της απόδοσης που είχε στα προηγούμενα δύο παιχνίδια, δέκα περίπου λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ το παιχνίδι ήταν ισόπαλο 2-2, έβγαλε μια τρομερή ασίστ στον Μπουρουτσάγα, ο οποίος έκανε το 3-2 και έστεψε την Αργεντινή Παγκόσμια Πρωταθλήτρια στο Μουντιάλ του 1986.
Συμπέρασμα
Αυτός υπήρξε ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, μια γνήσια λαϊκή αργεντίνικη ψυχή, ένας «αλητάκος» με μοναδικό ποδοσφαιρικό ταλέντο, δηλαδή κάποιος για τον οποίο δικαίως ο σπουδαίος Εμίρ Κουστουρίτσα έφτιαξε ένα υπέροχο ντοκιμαντέρ.
[1] Όχι όμως για τον γράφοντα, που απορρίπτει κάθε καθεστώς το οποίο έχει εκφυλιστεί σε απροκάλυπτη ή κεκαλυμμένη δικτατορία.
[2] Εκδόσεις Gazetta – Οξύ comics, Αθήνα, 2024.
[3] Μια κριτική προσέγγιση στο «φαινόμενο Μαραντόνα» μπορεί να διαβάσει κανείς στο αποκηρυχθέν από τον Μαραντόνα βιβλίο του Jimmy Burns, Μαραντόνα – Το Χέρι του Θεού (!), μετάφραση Εύη Γεροκώστα & Μαριάννα Ηλιοπούλου, Πεδίο, Αθήνα 2020. Σε αυτό, ο Burns δεν εστιάζει μόνο στην ποδοσφαιρική μεγαλοφυΐα του αργεντινού άσου αλλά, κατά δήλωσή του, επιχειρεί να φωτίσει «και τις κοινωνικές συνθήκες και τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και λαοφιλείς ανθρώπους του πλανήτη».
[4] Βλ. το κείμενο του Διονύση Ελευθεράτου, «Οι “ηθικολόγοι” που μίσησαν τον Μαραντόνα», περιοδικό HUMBA, τεύχος 39, χειμώνας 2021, σ. 76-78.
[5] Για τον πόλεμο των Φώκλαντ αξίζει κανείς να διαβάσει το σχετικό κεφάλαιο στο βιβλίο του David Cannadine, Μάργκαρετ Θάτσερ – Η ζωή και η κληρονομιά της, μετάφραση Γιάννης Βογιατζής, επίμετρο Σώτη Τριανταφύλλου, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2020, σ. 60-67, όπως και το κεφάλαιο, «Πολεμικός Ηγέτης», στο βιβλίο του Robin Harris, Μάργκαρετ Θάτσερ – Η Σιδηρά Κυρία, μετάφραση Σοφία Πολυκρέτη κ.ά., Πεδίο, Αθήνα 2020, σ. 296-324.
[6] Σχετικό είναι το πολύ ωραίο κείμενο του Ερμάν Κασκιάρι, «10,6 δευτερόλεπτα», που μεταφρασμένο στα ελληνικά δημοσιεύεται στο –προαναφερθέν στην υποσημείωση 4– έξοχο αφιερωματικό τεύχος (No 39) στον Μαραντόνα, του περιοδικού HUMBA, χειμώνας 2021, σ. 68-72.
[7] Βλ. Μαραντόνα, Το Χέρι του Θεού – Η αλήθεια μου, μετάφραση Αγαθή Δημητρούκα, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 237-238.