Ο Τζον Πόντερ (John Ponder) ήταν γύρω στα τριάντα όταν βρέθηκε στα βουνά της Ευρυτανίας, ως μέλος του τοπικού κλιμακίου της SOE (Special Operations Executive). Ο ψιλόλιγνος Βρετανός είχε μια σχετικά καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, καθώς είχε σπουδάσει αρχαία ελληνικά και ιστορία στο Κέιμπριτζ πριν αναχωρήσει για την Αυστραλία, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ως δάσκαλος κλασικών σπουδών. Μολαταύτα, οι σπουδές του δεν τον είχαν προετοιμάσει για τις πολιτικές πραγματικότητες της κατεχόμενης Ελλάδας.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά δημοσίευσε έναν μικρό σκληρόδετο τόμο με τα απομνημονεύματά του. Ο τίτλος του βιβλίου, Patriots and Scoundrels, ο οποίος είναι και ο τίτλος αυτού του δοκιμίου, ήταν εμπνευσμένος από τον Σάμιουελ Τζόνσον και την περίφημη ρήση του ότι ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του αγύρτη. Ο Πόντερ δεν θεωρούσε τους Έλληνες αγύρτες· αντίθετα, θαύμαζε τους χωρικούς της Ευρυτανίας για τον πατριωτισμό τους, την ανθρωπιά τους και την εκπληκτική αντοχή τους στις κακουχίες. Ταυτόχρονα, εκτιμούσε τους απλούς μαχητές του ΕΛΑΣ αλλά και αρκετά από τα στελέχη του, παρά τις αντικομμουνιστικές του πεποιθήσεις.
Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν αφελής ή ρομαντικός. Όπως σημείωνε επανειλημμένα, η Κατοχή ξύπνησε τα καλύτερα και τα χειρότερα ένστικτα· και συχνά ο πατριωτισμός και η ιδεολογία ήταν το καταφύγιο αγυρτών οποιασδήποτε πλευράς που επιδίωκαν προσωπική προβολή και καταξίωση. Αυτό έκανε τον Πόντερ ιδιαίτερα καχύποπτο απέναντι σε κάθε είδους ακτιβιστές και ιδεολόγους (αριστερούς, βασιλόφρονες, φιλελεύθερους) που συνάντησε κατά τη διάρκεια της θητείας του. Αυτοί οι ακτιβιστές, τόσο οι πραγματικά πιστοί όσο και οι αγύρτες, αποτελούσαν, σύμφωνα με τον Πόντερ, μια μικρή μειοψηφία, αφού η μεγάλη μάζα των καθημερινών ανθρώπων κινούνταν σε μια γκρίζα ζώνη, όπου ισορροπούσαν την ανάγκη για επιβίωση με τον πατριωτισμό και τον πολιτικό ακτιβισμό, αλλά και την προσήλωση στην οικογένεια και την κοινότητα.[1] Με άλλα λόγια, οι χωρικοί εκείνης της εποχής ήταν «ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι».
Το τεκμήριο του Πόντερ, αλλά και η πρόσληψη της κατοχικής περιόδου στα απομνημονεύματά του, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση αλλά και κάποιες σημαντικές υπενθυμίσεις σε σχέση με την πρόσφατη ανακάλυψη μιας σειράς φωτογραφιών της εκτέλεσης 200 πολιτικών κρατουμένων από τους Γερμανούς στην Καισαριανή. Τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά· πλην όμως η ανακάλυψη των φωτογραφιών προκάλεσε ένα κύμα συγκίνησης αλλά και αντιπαραθέσεις στη δημόσια σφαίρα, που σε πολλές περιπτώσεις διεξήχθησαν με ηθικοπλαστικούς και όχι με ιστορικούς όρους.
Κάποιοι εγκωμίασαν τη θυσία τους ως το αληθινό νόημα και πνεύμα της Αντίστασης. Άλλοι υπενθύμισαν ότι οι εκτελεσθέντες, παρά τον αδιαμφισβήτητο ηρωισμό τους, αποτελούσαν μόνο ένα κομμάτι ενός ευρύτερου όλου. Άλλοι επικεντρώθηκαν στη μνημονική διάσταση και στο ρόλο των Γερμανών κ.ο.κ. Αν και αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου αμελητέα, το έργο του ιστορικού δεν είναι να ψέξει, να προβοκάρει ή να εγκωμιάσει· αντίθετα, είναι να αναμετρηθεί κριτικά με το παρελθόν και να ανακρίνει τα τεκμήρια, ώστε να φτάσει σε μια πιο εμπεριστατωμένη και αντικειμενική κατανόηση, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Βεβαίως, αυτό δεν είναι εύκολο· πλην όμως είναι απαραίτητο. Αν δεν το κάνουμε, δεν είμαστε ιστορικοί αλλά απλοί προπαγανδιστές.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι εκτελεσθέντες ήταν ηρωικοί ή όχι, ούτε ποια ήταν η πολιτική τους τοποθέτηση, αλλά τι μπορούν να μας πουν τα τεκμήρια για εκείνα τα χρόνια και πώς και με ποιον τρόπο συμπληρώνουν ή υποσκάπτουν τα κυρίαρχα ιστοριογραφικά αφηγήματα της περιόδου. Σε αυτό το κείμενο ασχολούμαι με δύο όψεις της ιστορίας της Κατοχής. Η πρώτη είναι η στράτευση: γιατί οι απλοί άνθρωποι συντάχθηκαν με τη μία ή την άλλη πλευρά. Η δεύτερη είναι το πώς βίωσαν αυτή τη στράτευση. Με αυτόν τον τρόπο απαντώ στο πιο καίριο ερώτημα γύρω από τους 200, δηλαδή αν και κατά πόσο το βίωμα και η εμπειρία τους ήταν αντιπροσωπευτικά της εποχής και, σε τελική ανάλυση, πώς φωτίζουν την εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης.
«Μαρτύρων και ηρώων αίμα»: οι λογικές της στράτευσης
Ο Μάικλ Σάιντμαν (Michael Seidman), ίσως ο σημαντικότερος μελετητής της νεότερης ισπανικής ιστορίας, επισήμανε στη μελέτη του για τον Ισπανικό Εμφύλιο ότι η πολιτική ιστορία συχνά αναλύεται μέσα από την οπτική των ακτιβιστών. Αυτό, σύμφωνα με τον Σάιντμαν, συμβαίνει για μια σειρά λόγους: οι ακτιβιστές, ιδίως οι υψηλόβαθμοι, είναι πολύ πιο πιθανό να συγγράψουν απομνημονεύματα, να αφήσουν ημερολόγια αλλά και να έχουν παρουσία στον δημόσιο λόγο.[2] Με αυτόν τον τρόπο το αφήγημα μιας μικρής αλλά κρίσιμης ομάδας εμφιλοχωρεί και σταδιακά κυριαρχεί στην ιστορική ανάλυση παρουσιάζοντας μια εν πολλοίς στρεβλή εικόνα. Ποιο είναι το αντίδοτο; Αφενός, η κριτική ανάγνωση των πηγών. Δεν είναι αρκετό να δούμε τι και πώς ένας ακτιβιστής σκέφτηκε για την περίοδο· χρειάζεται να κατανοήσουμε γιατί οδηγήθηκε σε αυτές τις απόψεις. Η ανασύνθεση της προσωπικής του διαδρομής μπορεί να μας πει πολύ περισσότερα και ουσιαστικότερα από τις διακηρύξεις καθαυτές. Αφετέρου, η ανεύρεση τεκμηρίων που μπορούν να φωτίσουν τις απόψεις της σιωπηλής πλειοψηφίας.
Οι εκτελεσθέντες της Καισαριανής ήταν αναμφισβήτητα ηρωικοί, αλλά αποτελούσαν μια μειοψηφία. Ανήκαν στην τάξεις ενός κόμματος που θεωρούσε τον εαυτό του πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι, αλλά κατείχαν μια πολύ συγκεκριμένη θέση και αντίληψη γύρω από τον αγώνα και τον ιστορικό τους ρόλο. Τέτοιες ομάδες συχνά βλέπουν τον εαυτό τους ως την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, και τα τεκμήρια που άφησαν στελέχη του ΚΚΕ και της αντίστασης το δείχνουν με προφανή τρόπο. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Μιχάλη Ντούσια, αντιστασιακό και στέλεχος του ΚΚΕ από τη «Μικρή Μόσχα» της Κρυοπηγής Πρέβεζας. Ως νεαρός αριστερός και αργότερα καπετάνιος του ΕΛΑΣ, δεν θεωρούσε τον εαυτό του απλώς πατριώτη ή αγωνιστή, αλλά κάποιον οι πράξεις του οποίου παρήγαγαν ιστορία: «αισθανόμουνα ότι, με τη δράση μας, φτιάχναμε την ιστορία, όπως σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν συνέβησαν ιστορικά γεγονότα που αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία του έθνους[3]». Αυτή η αίσθηση ίσως αποτέλεσε μεγαλύτερο δέλεαρ από καθαυτό το περιεχόμενο του αγώνα για πολλούς.
Βεβαίως, εδώ εγείρεται το σημαντικότερο ερώτημα: τι κάνει κάποιους ανθρώπους να υιοθετήσουν αυτή τη στάση και πόσο αντιπροσωπευτικοί είναι του συνόλου; Ο Ντούσιας βρέθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ λιγότερο εξαιτίας πολιτικών πεποιθήσεων και περισσότερο λόγω οικογενειακών και προσωπικών δεσμών με στελέχη και ακτιβιστές της αντίστασης: «Ένας ακόμη λόγος που βάρυνε […] ήταν το περιβάλλον· εκεί είχα τους στενούς συγγενείς μου και –συγγενείς δεύτερου και τρίτου βαθμού και στενούς φίλους– όλους τους συγχωριανούς μου, που πρόθυμα θα αναλάμβαναν κάθε εξυπηρέτηση και αποστολή που θα τους ανέθετα». Για τον Ντούσια η ιδεολογία δεν ήταν το αίτιο αλλά το αποτέλεσμα της στράτευσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και τα δύο διαθλώνταν μέσα από το τοπικό και το προσωπικό πρίσμα.
Η Αντίσταση και η Κατοχή ήταν πολυσήμαντες και βιώθηκαν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Σε εκατοντάδες ορεινά χωριά δεν είδαν ούτε έναν στρατιώτη του Άξονα μέχρι και τα τέλη του 1943. Άλλες κοινότητες υπέφεραν από πείνα και καταπίεση από την αρχή της περιόδου. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας, η εγγενής καχυποψία των χωρικών αλλά και η οικονομική κακοπάθεια και οι στερήσεις προδιαθέσανε πολλές κοινότητες αρνητικά απέναντι σε κάθε λογής αντιστασιακούς. Σε πολλές περιπτώσεις ο κόσμος της υπαίθρου ήταν εχθρικός προς τους αντάρτες – και αυτό το δείχνουν πηγές προσκείμενες τόσο στον ΕΛΑΣ όσο και στον ΕΔΕΣ. Στα τέλη του 1942, ο Ναπολέων Ζέρβας σημείωνε στο ημερολόγιό του: «οι άνθρωποι […] είναι άρπαγες και άπληστοι […] ώς τώρα δεν βρήκα ούτε έναν πατριώτη»[4]. Παρόμοια αισθήματα αποτυπώνονταν και στο ημερολόγιο ενός ΕΛΑΣίτη γύρω από τους χωρικούς της Μαγνησίας: «Φτάσαμε στο Αχίλλειο στις 10 το βράδυ. Με τραγούδια προσπαθήσαμε να ξυπνήσουμε το χωριό, αλλά οι χωριάτες από φόβο δεν βγαίνουν από τα σπίτια τους. Τότε αναγκαστήκαμε να τους βγάλουμε με το ζόρι»[5].
Η εχθρότητα δεν σήμαινε έλλειψη πατριωτισμού ή ηρωισμού· πολλοί από τους χωρικούς είχαν πολεμήσει ηρωικά στην Αλβανία. Ήταν όμως αποτέλεσμα της ανησυχίας τους για την τύχη των οικογενειών και των κοινοτήτων τους. Ο ηρωισμός ήταν σπάνιος όπως και η ιδεολογία. Αυτό που συχνά μετρούσε στη διαδικασία της στράτευσης ήταν η ανάγκη, ο φόβος, οι προσωπικοί δεσμοί αλλά και το κέρδος. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι του Ζαγορίου, αν και φιλικά προσκείμενοι στο ΕΑΜ, συντάχθηκαν μαζικά με την οργάνωση μόνο μετά από μια σειρά εκτελέσεων που, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα ενός εαμικού στελέχους, κατέδειξαν ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική δυνατότητα, «δεν υπήρχαν περιθώρια έκφρασης για συναίνεση η απόρριψη μια και το μέλλον ήταν άγνωστο τι επιφύλασσε. […] Πολλοί ήταν αντίθετοι με ό,τι είχε γίνει στη Δοβρά, οι φόβοι τους όμως καλύπτονταν από τον ενθουσιασμό των αγωνιστικών προτροπών, που δημιούργησαν νέες συνθήκες για τη ζωή τους. Έτσι χειροκρότησαν όλοι τον ομιλητή για να δείξουν συνειδητά ή από σκοπιμότητα ότι συμφωνούσαν με τις πατριωτικές προτροπές του»[6]. Με άλλα λόγια, ηρωισμός και βία, καταναγκασμός και ιδεολογία συχνά συνυπήρχαν και εναλλάσσονταν ως κίνητρα, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες.
Τα πράγματα δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τα επόμενα χρόνια. Ένα στέλεχος του ΚΚΕ περιγράφει την κατάσταση στη Θεσσαλία στα μέσα του 1944 ως εξής: «πρόστυχα, τυχοδιωκτικά στοιχεία […] μπήκαν στο κόμμα χωρίς να έχουν καμία απολύτως σχέση με την ιδεολογία μας, μόνο και μόνο γιατί το βλέπουν σαν κόμμα του ντοβλετιού. […] υπάρχουν άνθρωποι που μπήκαν στο κόμμα από μόδα και άλλοι που το πήραν ως είδος πολυτέλειας. […] υπάρχουν τέλος και άνθρωποι που τους είχαν γραμμένους στο κόμμα χωρίς να το ξέρουν, όπως αναφέρθηκε και περίπτωση ανθρώπου που του πρότειναν στον Βόλο να οργανωθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα και αρνήθηκε γιατί πριν 15 μέρες είχε μπει στο κάπα-κάπα[7]».
Μια απλή περιδιάβαση στις πηγές μπορεί να ανασύρει δεκάδες ανάλογα παραδείγματα. Αυτό θέτει και το εξής ερώτημα: τι ήταν, εντέλει, ο αγώνας; Αν η στράτευση δεν ήταν κατεξοχήν ιδεολογική, τότε γιατί επέμεναν να πολεμούν και να συμμετέχουν; Και, σε τελική ανάλυση, πώς βίωσαν εκείνη την περίοδο;
Η γκρίζα ζώνη: το βίωμα της αντίστασης
Ιστορικοί του πολέμου, όπως ο Τζον Κίγκαν (John Keegan), υποστήριξαν ότι αυτό που κρατά συνεκτική μια οργάνωση ή ένα ένοπλο σώμα δεν είναι τόσο η πίστη στην ιδεολογία, όσο η προσωπική αφοσίωση στον ηγέτη της ομάδας και στους συναγωνιστές. Ένας βετεράνος της SOE σημείωνε στα απομνημονεύματά του ότι «ένα μεγάλο μέρος του ηθικού των παρτιζάνων στηριζόταν στο γεγονός της συντροφικότητας, της κοινής συμμετοχής στις κακουχίες, του κοινού ενδιαφέροντος για τα ίδια ζητήματα όσο ασήμαντα κι αν φαίνονταν· η πίεση του πολέμου μάς είχε φέρει τόσο κοντά ώστε αντλούσαμε δύναμη και κουράγιο ο ένας από τον άλλον. […] η ταυτότητα του ατόμου είχε συγχωνευτεί με την ομάδα, και από εκείνη τη στιγμή και έπειτα δεν μπορούσε κανείς να νιώσει ούτε απελπισία ούτε μοναξιά[8]».
Αυτό ίσχυσε εξίσου για τα στρατιωτικά αλλά και για τα πολιτικά στελέχη της Αντίστασης· πλην όμως δεν ήταν αρκετό. Άλλοι παράγοντες, όπως ο καταναγκασμός και η βία, είχαν εξίσου σημαντικό ρόλο. Ορισμένοι αξιωματικοί χρησιμοποιούσαν βία για να κρατήσουν τους άνδρες τους στις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της μάχης, ενώ τόσο ο ΕΛΑΣ όσο και ο ΕΔΕΣ αστυνόμευσαν στενά τόσο τους ενόπλους τους όσο και τον πολιτικό πληθυσμό. Όπως επισήμανε ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ: «Οι οργανώσεις βλέπουν και στον ύπνο τους ακόμα προδότες […] πιστεύουν ότι όλοι τους παρακολουθούν[9]».
Βεβαίως, η δυνατότητα της Αντίστασης να ελέγξει τις κεντρόφυγες δυνάμεις ήταν σχετικά περιορισμένη. Σε κάποιες αναλύσεις το «κράτος» του ΕΑΜ περιγράφεται ως ένα είδος κοσμογονίας που δημιούργησε ένα νέο είδος ανθρώπου· σε άλλες ως συγκεντρωτικό και απολυταρχικό. Καμία από αυτές τις απόψεις δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα που ήταν πολύ πιο χαοτική και σύνθετη. Παρά τις προσπάθειες της Αντίστασης, σε πολλές περιπτώσεις οι προσωπικές επιδιώξεις υπερίσχυαν των κομματικών και η κατάσταση ήταν ρευστή. Ίσως η πιο σημαντική ανακατάταξη που έφερε το ΕΑΜ ήταν το άνοιγμα της πολιτικής σε νέα κοινωνικά στρώματα και ομάδες, σε γυναίκες, μειονότητες, νέους και φτωχούς χωρικούς. Αυτές οι αλλαγές όμως δεν έφεραν ουσιαστική σχάση στην άσκηση της πολιτικής η οποία παρέμενε προσωποπαγής και πελατειακή. Ένα εαμικό στέλεχος που ταξίδεψε στα Άγραφα στις αρχές του 1944 έμεινε έκπληκτο από την πλήρη αδιαφορία των στελεχών για τους σκοπούς της οργάνωσης, καθώς και από τον φραξιονισμό και τις αντιπαλότητες μέσα στις γραμμές τους, σημειώνοντας ότι «λείπει εντελώς η συντροφική (συναγωνιστική) αντίληψη· πέρασαν την οργάνωση για στίβο των παθών του μίσους, των φιλοδοξιών και των προσωπικών τους επιδιώξεων· δημιουργούν γι’ αυτό διάφορες κλίκες και υπό αυτούς τους όρους οργάνωση δεν μπορεί να γίνει ποτέ[10]».
Η σημασία της βίας ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με το ξέσπασμα του κατοχικού εμφυλίου τον Οκτώβριο του 1943. Μαζικά αντίποινα, όπως οι εκτελέσεις της Καισαριανής, και η γενικότερη ριζοσπαστικοποίηση της βίας ήταν αποτέλεσμα της μετατροπής του αντιστασιακού αγώνα σε έναν πολυμέτωπο εμφύλιο ανάμεσα στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και τους κάθε λογής αντιπάλους του. Οι εκτελέσεις έδωσαν αφορμή σε κάποιους αναλυτές να κατηγορήσουν μια μερίδα ιστορικών ότι υπερτονίζουν την εμφύλια διάσταση· ωστόσο, αυτό δεν ευσταθεί. Η πραγματικότητα είναι ότι τόσο από την πλευρά της Αριστεράς όσο και από εκείνη των αντιπάλων της, ο κύριος εχθρός δεν ήταν οι δυνάμεις του Άξονα αλλά ο εκάστοτε πολιτικός αντίπαλος. Οι εφημερίδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ τόνιζαν συχνά ότι «εχθρός δεν είναι μόνο οι Γερμανοί αλλά και πας αντιδραστικός και πας εχθρός του ΕΛΑΣ», ενώ οργανώσεις όπως ο ΕΔΕΣ περιγράφονταν ως «αντεθνική και προδοτική οργάνωση», «έκφυλοι και Ούννοι» και «χειρότεροι από τους Γερμανούς[11]».
Αν και τα αίτια του εμφυλίου μπορούν να εντοπιστούν στον ανταγωνισμό για τη νομή της μεταπολεμικής εξουσίας, ο τρόπος που βιώθηκε από τους απλούς μαχητές και τους χωρικούς δεν ταυτιζόταν πάντοτε με τα προγράμματα και τους σκοπούς των οργανώσεων. Τόσο ο πολιτικός πληθυσμός όσο και οι ένοπλοι είχαν τις δικές τους ατζέντες, που συχνά δεν συνέπιπταν με εκείνες του ΕΛΑΣ, παρά την εικόνα φανατικής προσήλωσης. Σε πολλές περιπτώσεις ο εμφύλιος κινούνταν από ιδιωτικές συγκρούσεις μεταξύ κοινοτήτων και οικογενειών. Η τοπική διάσταση της βίας αποδυνάμωνε ακόμη περισσότερο τους ιδεολογικούς προγραμματισμούς των διαφόρων οργανώσεων. Ένοπλοι αντάρτες συχνά περνούσαν από τη μία οργάνωση στην άλλη ή λιποτακτούσαν για να προστατεύσουν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους[12]». Αυτές οι συμπεριφορές ήταν εξίσου έντονες ανάμεσα στον πληθυσμό της υπαίθρου, ο οποίος προσπάθησε να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες σύμφωνα με ένα στέλεχος του ΕΑΜ «ταλαντευόμενος ανάμεσα σε εμάς και στην ουδετερότητα». Στη Θεσσαλία, τοπικές επιτροπές του ΕΑΜ προσχώρησαν σε συμφωνίες με αντίστοιχες φιλοαξονικές οργανώσεις, υποσχόμενες να μην ενεργήσουν εναντίον τους με αντάλλαγμα να τους παρέχουν προστασία όταν επανερχόταν ο ΕΛΑΣ. Όπως σημειωνόταν χαρακτηριστικά: «Να τα σιάξουμε με τους εασάδες και αργότερα ψηφίζουμε το ΕΑΜ[13]».
Τέτοιες συμπεριφορές κάθε άλλο παρά σπάνιες ήταν, ιδίως στον απόηχο αξονικών αντιποίνων. Αν και η ιδεολογία ήταν έντονη ανάμεσα στους ακτιβιστές, για τους απλούς συμμετέχοντες τα πράγματα ήταν πιο απλά: πολλοί πολεμούσαν για το σπίτι τους, και η αδυναμία του ΕΛΑΣ –αλλά και του ΕΔΕΣ– να τους προστατεύσει από τα αντίποινα οδηγούσε συχνά σε αρνητικά σχόλια ή και σε εχθρότητα. Λίγες εβδομάδες μετά τις εκτελέσεις στα Καλάβρυτα, το γραφείο πληροφοριών του τοπικού συντάγματος του ΕΛΑΣ σημείωσε ότι «πάσα πολιτική οργάνωσις του ΕΑΜ εις τα 18 χωριά της περιφερείας έπαυσε λειτουργούσα, δοθέντος ότι το ηθικό των κατοίκων κατέπεσεν εκ του φόβου και της τρομοκρατίας, μέχρι του σημείου ώστε η εμφάνιση στελεχών τινων της οργανώσεως του ΕΑΜ ή μεμονωμένων ανταρτών να τρέπει εις φυγήν αυτούς[14]».
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο με την έξαρση των εμφύλιων συγκρούσεων. Καθώς η Κατοχή έφτανε στο τέλος της, οι πληθυσμοί της υπαίθρου ήταν βέβαιοι για δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι Γερμανοί τελικά θα αποχωρούσαν· και δεύτερον, ότι οι αντάρτικοι στρατοί είχαν πλέον εκτραπεί από την αρχική τους αποστολή. Η «Ελεύθερη Ελλάδα» ή το «κράτος» του ΕΑΜ ήταν πολύ λιγότερο μονολιθικό απ’ όσο υποστήριζαν οι επικριτές του, αλλά και πολύ λιγότερο αποτελεσματικό απ’ όσο διατείνονταν οι υποστηρικτές του. Η διεύρυνση της Αντίστασης πρόσφερε στους πληθυσμούς ψυχική ανάταση, προστασία από τον Άξονα αλλά και κοινωνική κινητικότητα· απλοί χωρικοί και αγροτόπαιδα έφτασαν να ελέγχουν ολόκληρα χωριά και στρατιωτικές μονάδες.
Παρά ταύτα, η ένταση του εμφυλίου, η αδυναμία του ΕΛΑΣ –αλλά και του ΕΔΕΣ– να προστατεύσει αποτελεσματικά τον πληθυσμό από τα αντίποινα, καθώς και οι συνεχείς απαιτήσεις για προμήθειες και έμψυχο υλικό, έστρεψαν σταδιακά ένα μέρος του πληθυσμού εναντίον τους. Οι απλοί χωρικοί αδημονούσαν για την επιστροφή στη ζωή που γνώριζαν πριν από τον πόλεμο. Όπως σημείωσε ένας βρετανός αξιωματικός, «ο πολύς κόσμος έχασε τον ενθουσιασμό του για το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, καθώς αυτό εξελίχθηκε σε έναν βίαιο πολιτικό καυγά. Αυτή η άποψη είναι διαδεδομένη σε όλα τα μετριοπαθή στοιχεία, στις πόλεις, στα βουνά αλλά ακόμη και μέσα στις τάξεις του ΕΛΑΣ[15]».
Τι ήταν και τι ήθελε η Αντίσταση;
Οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης είχαν δύο σκοπούς: αφενός να πολεμήσουν τους κατακτητές, αφετέρου να αναδιαμορφώσουν τη μεταπολεμική πολιτική πραγματικότητα. Για να το κατορθώσουν αυτό, έπρεπε να κινητοποιήσουν εκατοντάδες χιλιάδες χωρικούς οι οποίοι θα συνεισέφεραν τις ζωές τους και τις περιουσίες τους στον αγώνα. Αυτή η κινητοποίηση διεξήχθη μέσα στα όρια ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος· ωστόσο, ο ρόλος και η επιρροή της ιδεολογίας υπήρξαν πιο περιορισμένα απ’ όσο συχνά υποτίθεται. Οι χωρικοί δεν ήταν ούτε αφελείς ούτε ευκολόπιστοι. Εντάχθηκαν σε αυτές τις οργανώσεις για μια σειρά από διαφορετικούς λόγους: άλλοι ελκύονταν από τον πατριωτισμό, άλλοι από την περιπέτεια ή από τις ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε πάντοτε σημαντική απόσταση ανάμεσα στις ηγεσίες και σε εκείνους που τις ακολουθούσαν. Για να επιστρέψουμε στον Πόντερ, τόσο οι πατριώτες όσο και οι αγύρτες μειοψηφούσαν.
Οι αντιστασιακές οργανώσεις προσπάθησαν να αντεπεξέλθουν σε αυτή την κατάσταση μέσω της προπαγάνδας, του καταναγκασμού, της βίας αλλά και της δημιουργίας εναλλακτικών κρατικών θεσμών. Κάποιοι είδαν αυτή την προσπάθεια ως κοσμογονία, ενώ άλλοι θεώρησαν τη δημιουργία αυτών των θεσμών ως το προστάδιο μιας μελλοντικής δικτατορίας. Η βία του κατοχικού εμφυλίου συνέτεινε στην ενίσχυση αυτών των αντιλήψεων. Όμως η Αντίσταση δεν υπήρξε ούτε δικτατορία ούτε κοσμογονία. Η ριζοσπαστικοποίηση του πληθυσμού ήταν περιορισμένη και οι αλλαγές συχνά σχεδόν επιδερμικές.
Σε αυτή την περίπτωση, τι καινούργιο κομίζουν τα φωτογραφικά τεκμήρια; Οι μαζικές εκτελέσεις είχαν στόχο να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό αλλά και να στερήσουν από τα θύματα την ιδιοπροσωπία τους. Η ανωνυμία της βίας, η «βιομηχανική» της διάσταση και η ταφή των θυμάτων σε μαζικούς τάφους συχνά εντείνουν αυτή τη συνθήκη. Οι φωτογραφίες μάς επιτρέπουν να αποδώσουμε ξανά σε αυτούς τους ανθρώπους την ιδιοπροσωπία τους, να αναδείξουμε την ανθρωπιά, τη γενναιότητα και (γιατί όχι;) τον ηρωισμό τους. Ταυτόχρονα, όμως, οι φωτογραφίες έχουν περιορισμούς ως τεκμήρια. Οι 200 ήταν, σε τελική ανάλυση, πολιτικοί ακτιβιστές. Η εμπειρία τους αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι της περιόδου, ίσως το πιο επικό και το πιο προβεβλημένο, αλλά δεν είναι ενδεικτική της ευρύτερης εμπειρίας, η οποία σαφώς κινούνταν στο πλαίσιο της γκρίζας ζώνης.
Η αναζήτηση για ήρωες και οι γενικεύσεις, αντίθετα, παράγουν μια ανιστορική εικόνα, μετατρέποντας την Αντίσταση και την Κατοχή σε μάχη μεταξύ φωτός και σκότους, χωρίς να τις εντάσσουν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Όταν η ηθικοπλαστική ρητορική αντικαθιστά την ανάλυση, περνάμε στο χώρο του μύθου – και αυτό σαφώς δεν εξυπηρετεί την ιστορική έρευνα, ενώ υποτιμά την προσφορά των απλών ανθρώπων της υπαίθρου που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της Αντίστασης. Αυτοί ήταν, σε τελική ανάλυση, που υπέφεραν και σήκωσαν το βάρος της Αντίστασης – όχι τόσο λόγω της ιδεολογικής τους καθαρότητας ή της μόρφωσής τους, ούτε επειδή βρίσκονταν υπό το κράτος του φόβου, αλλά για πολύ πιο σύνθετους λόγους: αφοσίωση στην κοινότητά τους και στους δικούς τους, φιλότιμο, περηφάνια, συμφέρον, εγωισμό – ακόμη και κέρδος. Σε τελική ανάλυση, τόσο αυτοί όσο και το κίνημα που υποστήριξαν ήταν «ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Basil Davidson, Partisan Picture (Bedford: Bedford Books, 1946)
John Ponder, Patriots and Scoundrels: Behind Enemy Lines in Occupied Greece 1943–1944 (Melbourne: Hyland House Publishing, 1997).
Michael Seidman, Republic of Egos: A Social History of the Spanish Civil War (Madison: University of Wisconsin Press, 2002).
Spyros Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance in the Second World War: The People’s Armies (Manchester: Manchester University Press, 2016)
[1] John Ponder, Patriots and Scoundrels: Behind Enemy Lines in Occupied Greece 1943–1944 (Melbourne: Hyland House Publishing, 1997).
[2] Michael Seidman, Republic of Egos: A Social History of the Spanish Civil War (Madison: University of Wisconsin Press, 2002).
[3] Spyros Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance in the Second World War: The People’s Armies (Manchester: Manchester University Press, 2016), 32.
[4] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 38-9.
[5] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 45.
[6] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 55.
[7] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 211.
[8] Basil Davidson, Partisan Picture (Bedford: Bedford Books, 1946), 163.
[9] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 190.
[10] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 205.
[11] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 165.
[12] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 178.
[13] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 229.
[14] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 217.
[15] Tsoutsoumpis A history of the Greek resistance, 248.