Η 49χρονη Αλμά Ρεβέλ είναι δικαστής και συντονίστρια της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας που στεγάζεται στην στοά Σεντ Ελουά στο Δικαστικό Μέγαρο του Παρισιού. Φτάνει στο γραφείο της στις 8.30 το πρωί και φεύγει στις 7.00 το βράδυ, αν και ουσιαστικά είναι διαθέσιμη 24 ώρες το 24ωρο. Το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά, οποιαδήποτε στιγμή. Είναι μοναχοκόρη του Ρομπέρ Ρεβέλ και της Μαριάν Νταρουά που γνωρίστηκαν στα έδρανα της Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ. Ήταν ένα από τα παθιασμένα ζευγάρια εκείνης της εποχής που πίστευαν στην επανάσταση και θεωρούσαν ότι η λογοτεχνία και οι ιδέες –το ισχυρότερο αφροδισιακό στις σχέσεις– μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.
Ο πατέρας της, φανατικός αναγνώστης του Φουκώ, υπήρξε συνεργάτης του Σαρτρ του οποίου παραλίγο να γίνει γραμματέας. Ο καρπός του έρωτά τους, η Αλμά, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1967, αλλά ένα χρόνο αργότερα ο πατέρας της ακολούθησε τον Πιερ Γκολντμάν στο αντάρτικο της Βενεζουέλας. Επέστρεψαν το 1969 και πέρασαν στην παρανομία. Ο Γκολντμάν κατηγορήθηκε για το φόνο δυο φαρμακοποιών, φυλακίστηκε, αφέθηκε ελεύθερος για να δολοφονηθεί αργότερα στη μέση του δρόμου. Ο Ρομπέρ Ρεβέλ συνελήφθη ενόσω προσπαθούσε να διαρρήξει ένα μεγαλοαστικό διαμέρισμα και παρέμεινε 11 χρόνια ξεχασμένος στη φυλακή. Η μητέρα της πήρε μαζί της τη μικρή Αλμά σε μια αγροτική κοινότητα διανοουμένων, που πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα άλλαζαν τις κοινωνικές δομές. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, έκανε ένα γάμο λογικής με έναν μεγαλογιατρό που ζούσε στις Άλπεις. Όταν ο πατέρας τής Αλμά βγήκε από τη φυλακή βρήκε καταφύγιο στα ναρκωτικά και πέθανε από υπερβολική δόση, σε ηλικία 55 ετών. Στις λίγες επαφές με την κόρη του, πάντα την κατηγορούσε γιατί έκλεινε στη φυλακή ανθρώπους που είχαν δυσκολίες στη ζωή.
Συντονίστρια της Αντιτρομοκρατικής
Η Αλμά μπήκε στην αντιτρομοκρατική 8 χρόνια μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και συχνά ανέκρινε πολλούς απ’ αυτούς που πανηγύριζαν εκείνη την ημέρα, αλλά ταυτόχρονα πίστευαν τις θεωρίες συνωμοσίας. Όταν, το 2012, ένας 23χρονος ισλαμιστής σκότωσε τρεις αστυνομικούς με πολιτικά πριν μπουκάρει σε ένα εβραϊκό σχολείο και σκοτώσει τρεις μαθητές και δυο γονείς, η Αλμά δέχτηκε να γίνει συντονίστρια της Αντιτρομοκρατικής. Ήταν η πρώτη τρομοκρατική επίθεση στην Γαλλία μετά το 1995. Ο δολοφόνος δεν ήταν τρελός, ήταν ένας νεαρός φιγουρατζής που έκλεβε μηχανές για να κάνει βόλτες, μάλιστα οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν σκεφτεί να τον στρατολογήσουν. Το βράδυ μετά τους φόνους πήγε με την αδερφή του και τον αδερφό του να φάνε πίτσα. Ταμπουρωμένος και οπλισμένος, αλλά τελείως ψύχραιμος, διαπραγματευόταν επί 20 ώρες πριν παραδοθεί.
Στις 7 Ιανουαρίου 2015 ήρθε η επίθεση στα γραφεία του Charlie Hebdo γιατί, εκτός από το αλκοόλ και τα λυτά μαλλιά των γυναικών, ο καλός μουσουλμάνος δεν ανέχεται ούτε τη σάτιρα. Την επομένη δολοφονήθηκε μια αστυνομικός. 24 ώρες αργότερα έγινε νέα επίθεση, με ομήρους τους πελάτες ενός εβραϊκού καταστήματος τροφίμων, του Hyper Casher. Η επιδρομή της Raid[1] έβαλε τέλος στην ομηρεία. Το αυγό του φιδιού όμως έχει σπάσει και τα φιδάκια του κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Λίγους μήνες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, το ένοπλο Ισλάμ έκανε νέα επίθεση. Κανονική σφαγή. Στη συναυλία του Μπατακλάν, εκεί όπου η άπιστη νεολαία διασκέδαζε, στα παρισινά καφέ όπου η σάπια αστική τάξη (κάτι ξέρει και ο Μελανσόν) ρέμβαζε και στο κατάμεστο Σταντ ντε Φρανς. Ευτυχώς εκεί ο ατζαμής, ο ζωσμένος με εκρηκτικά «τρελός του θεού», δεν τα κατάφερε και δεν είχαμε εκατόμβη. Συνολικός απολογισμός: 135 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. Το τέλος της αθωότητας.
Από το 2015 και μετά, η Αντιτρομοκρατική καταγράφει το εθνικό αφήγημα της βίας και, έντρομη, διαπιστώνει ότι οι ισλαμιστές τρομοκράτες αντιπροσωπεύουν το 90% των υποθέσεών τους. Ταυτόχρονα, η Μαρίν Λεπέν βλέπει τα ποσοστά της να απογειώνονται. Τα πάντα πλέον υποβάλλονται σε δικαστικό έλεγχο. Κάθε φορά που υπάρχει μια αναχώρηση για τη Συρία, καταγράφεται, εξετάζεται και όσοι επιστρέφουν προφυλακίζονται. Καμιά φορά και για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι η ομάδα της Αλμά Ρεβέλ να αποφασίσει αν είναι επικίνδυνοι. Εκτός από τα ηθικά διλήμματά της, δέχεται και πιέσεις, τόσο από τις οικογένειες των θυμάτων όσο και από ανώνυμα ανορθόγραφα μηνύματα: «ΣΚΥΛΑ ΘΑ ΠΑΙΘΑΝΗΣ». «Ξυπνούσαμε με το φόβο να μας σφίγγει το στομάχι και πέφταμε για ύπνο με λεξοτανίλ», εξιστορεί. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που το «Ινσαλλάχ» του Ανταμό γλιστρούσε ρομαντικά ανάμεσά μας, στο μισοσκόταδο των εφηβικών μας μπλουζ.
Ριζοσπαστικοποίηση
Η Μεριέμ Κασέμ γεννημένη το 1966 στην Αλγερία, γαλλικής εθνικότητας εργάζεται ως τραπεζοκόμος στο δημαρχείο και ζει μόνη με τα πέντε παιδιά της. Ο ένας από τους γιους της, ο 21χρονος Αμπντελτζαλίλ, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια δεν θα μπορούσε να σκοτώσει ούτε μύγα, «τριγυρνούσε με κάτι τύπους που τον έβαλαν να κλέβει και να πουλάει ναρκωτικά κι ύστερα μια μέρα άλλαξε. Έγινε πιο θρήσκος και άρχισε να συναναστρέφεται άτομα που του πήραν τα μυαλά».
Ο Αμπντελατζίλ τον Ιούνιο του 2014, σε ένα φόρουμ συζητήσεων για το Ισλάμ, γνώρισε την Πορτογαλίδα Σόνια ντο Σάντος, κόρη καθολικών, και τον Ιούλιο παντρεύτηκαν. Στις 30 Δεκεμβρίου, μαζί με την έγκυο γυναίκα του, έφυγαν αεροπορικώς για την Τουρκία. Από εκεί πέρασαν στην εμπόλεμη Συρία, στην περιοχή της Ράκας που έλεγχε το Ισλαμικό Κράτος (ISIS). Έπειτα από λίγες εβδομάδες, όμως, θέλησαν να επιστρέψουν. «Πέσαμε απ’ τα σύννεφα, δεν ήταν αυτό που μας είχαν υποσχεθεί, μας ξεγέλασαν». Στα σύνορα τους σταμάτησαν οι τουρκικές αρχές και τους έκλεισαν σε ένα κέντρο κράτησης, όπου η Σόνια γέννησε ένα αγοράκι. Τον Μάρτιο του 2015, οι Τούρκοι τους έστειλαν πίσω στη Γαλλία. Όταν έφτασαν στο αεροδρόμιο συνελήφθησαν – τη φροντίδα του μωρού θα αναλάμβανε κάποια δομή. Η DGSI[2], η υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας, τους ανέκρινε τέσσερις μέρες, πριν τους παραπέμψει στην Αλμά Ρεβέλ. Αυτή έθεσε τη γυναίκα σε δικαστική επιτήρηση και επικοινώνησε με τον εισαγγελέα ο οποίος διέταξε την κράτηση του άνδρα. Η απόφαση ήταν δική της. Ή θα παρέμενε φυλακισμένος ως ύποπτος τρομοκρατίας ή θα αφηνόταν ελεύθερος.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα προσπαθούσε να βρει άκρη μέσα από διαδοχικές πολλές ώρες ανάκρισης, βυθισμένη ταυτόχρονα στην σκοτεινή σκληρή ύλη των φακέλων. Ζωές ναυάγια. Το αγόρι, από μια οικογένεια αλγερινής καταγωγής. Ο πατέρας οξύθυμος, κυκλοθυμικός, εργάζεται σε μια κατασκευαστική εταιρεία, με το τραύμα ενός ματαιωμένου έρωτα στις αποσκευές του και έναν σχεδόν υποχρεωτικό γάμο. Οι γονείς αποφασίζουν. Δέρνει τα παιδιά του, αλλά κυρίως την εργαζόμενη γυναίκα του που έχει διαπαιδαγωγηθεί να υπομένει. Το 2000, ο πατέρας του έχει ένα εργατικό ατύχημα και παραμένει ένα χρόνο σε κέντρο αποκατάστασης. Επιστρέφει, με παυσίπονα και αντικαταθλιπτικά. Σε μια ψυχωσική κρίση του, μια Κυριακή πρωί, πετάει τον 7χρονο Αμπντελαζίζ από τον δεύτερο όροφο του διαμερίσματος της εργατικής πολυκατοικίας τους. Ο μικρός νοσηλεύεται σε καταστολή με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Επιβιώνει, αλλά για μήνες δεν μιλάει. Οι κοινωνικές υπηρεσίες τον αναθέτουν σε μια ανάδοχη οικογένεια. Ο πατέρας κλείνεται σε ψυχιατρείο. Η μητέρα του καταθέτει αίτηση διαζυγίου και ο μικρός επιστρέφει σπίτι του. Είναι 9 ετών, ευπαθής, κατατρομαγμένος, διαλυμένος. Στο σχολείο, μέτριος μαθητής. Συχνά καλούν τη μητέρα του για επιθετική συμπεριφορά. Διαδρομή μικροεγκληματία στην εφηβεία του. Ο μεγάλος αδελφός του τον ειρωνεύεται: «Γιατί νομίζεις ότι ο μπαμπάς σε πέταξε από το παράθυρο; Γιατί είσαι άχρηστος».
Το κορίτσι από μια πορτογαλική οικογένεια πιστών καθολικών. Η μητέρα εργάζεται κομμώτρια. Ο πατέρας, μηχανικός αυτοκινήτων. Μένουν σε τριάρι μιας εργατικής πολυκατοικίας. Μια χαρούμενη οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Στην εφηβεία της όλα ανατρέπονται. Μέσα σε τρεις μήνες ο πατέρας της πεθαίνει από καρκίνο στο συκώτι. Η μητέρα της ξαναπαντρεύεται έναν έμπορο. Στα 14 της η Σόνια το σκάει από το σπίτι αφού εκμυστηρευτεί στη μητέρα της ότι ο πατριός της την κακοποίησε και αυτή αναρωτιέται μήπως εκείνη τον προκάλεσε. Βρίσκει καταφύγιο σε έναν ξενώνα ανηλίκων.
Το Ισλάμ είναι εκεί, με τους ανενόχλητους ιεροκήρυκες και τους ιμάμηδές του. Η γκρίζα ζωή, η δυστυχία των banlieue είναι ο ζωτικός του χώρος. Αρκεί, έστω από περιέργεια ή από ένα φίλο, μια επίσκεψη στο τζαμί. Εκεί περιμένει τον επισκέπτη ή την επισκέπτρια ο χαρισματικός ισλαμιστής Φαρίντ Γιαχιαουί. Τύφλα να έχουν οι διακεκριμένοι ψυχίατροι αλλά και οι κομματικοί αγκιτάτορες της Αριστεράς. «Το Ισλάμ μού άνοιξε τις πόρτες της ζωής. Έπαψα να είμαι αποτυχημένος» δηλώνει ο άντρας. «Ένιωθα ότι με σέβονται. Με τη μαντήλα μου ήμουν άτρωτη, αήττητη, ένιωθα καλά, προστατευόμενη από τα πάντα», δηλώνει το κορίτσι. Κάποια στιγμή, δεν ήταν και δύσκολο, τους πείθει να πάνε στη Συρία, στον παράδεισο του Ισλαμικού Κράτους. Ανενόχλητος ο Φαρίντ Γιαχιαουί συνεχίζει να δηλητηριάζει ψυχές και να στρατολογεί για τον ισλαμικό επίγειο παράδεισο που υπάρχει στη Ράκα. Αλλά και η υπόσχεση, με εισιτήριο μια ζώνη εκρηκτικών στο σώμα τους, για τους πιο σαλεμένους, του αληθινού επουράνιου παραδείσου του Προφήτη. Αλλ’ ο φιλελεύθερος ποινικός πολιτισμός μας δεν δικάζει ιδέες, δικάζει πράξεις – οι ιδέες είναι στο απυρόβλητο, ακόμα και αν αυτές ευαγγελίζονται τη συντριβή του. Ουαί στους «ισλαμόφοβους» αλλά και στους αντικομμουνιστές.
Ο συνταξιούχος δικαστής και επί δέκα χρόνια μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων Μποχάμαντ Αμπντελρασούλ, πάντως, επιμένει ότι στη φιλελεύθερη Δύση τα πράγματα είναι πιο εύκολα για τους ισλαμιστές. Εκεί μπορούν να οργανωθούν και να στρατολογήσουν ανενόχλητοι, αφού στις φιλελεύθερες κοινωνίες δεν απειλούνται από την καταστολή ενός αστυνομικού κράτους κι ούτε χρειάζεται να ανησυχούν για οικονομικά προβλήματα. Όποιος δεν έχει δουλειά, παίρνει κοινωνικό μέρισμα – και οι ριζοσπαστικές οργανώσεις λαμβάνουν μεγάλες δωρεές από τα κράτη του Κόλπου[3].
Η συντονίστρια της Αντιτρομοκρατικής, Αλμά Ρεβέλ, κυκλοφορεί με συνοδεία δύο φρουρούς και στο σπίτι της έχει ένα Clock, που το αγόρασε την ημέρα που το κομμένο κεφάλι ενός επιχειρηματία βρέθηκε κρεμασμένο στα κάγκελα της επιχείρησής του, περικυκλωμένο από σημαίες του ISIS.
Αλλά εκτός από στέλεχος της αντιτρομοκρατικής, η Αλμά είναι και μια όμορφη γυναίκα, σε κρίση ηλικίας και με διαλυμένο γάμο.
Προοδευτικός εγκλωβισμός
Όταν, το 1990, η Αλμά φοιτούσε στη Σχολή Δικαστών, γνώρισε τον Εζρά, τον άντρα της, γιο μιας οικογένειας ανατολικοευρωπαίων εβραίων μεταναστών στο Μπορντό, την εποχή που αυτός έγραφε το δεύτερο μυθιστόρημά του. Διορίστηκε στη Νότια Γαλλία, την εποχή που ο Εζρά κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ, με ένα μυθιστόρημα που περιγράφει τη χειραφέτησή του από το αυστηρό εβραϊκό περιβάλλον των γονιών του, οι οποίοι παρεμπιπτόντως διαφωνούσαν με το γάμο του. Ήθελαν εβραία νύφη. Με τα χρήματα και τη φήμη της επιτυχίας του, ο Εζρά αρχίζει να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Για δυο χρόνια η Αλμά μεγαλώνει τη Μιλένα, την κόρη τους, σχεδόν μόνη. Σύντομα όμως ο Εζρά καταλαβαίνει ότι είναι ακόμα συγγραφέας του ενός βιβλίου και βουλιάζει στα αγχολυτικά. Οι κριτικοί θάβουν όλες τις επόμενες απόπειρές του.
Αποφασίζουν να κάνουν δεύτερο παιδί αλλά ανακαλύπτουν ότι δεν μπορούν με φυσικό τρόπο. Αρχίζουν θεραπείες υπογονιμότητας πριν καταλήξουν στη λύση της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Διαδικασία που διαλύει τη σχέση τους. Το σεξ στην υπηρεσία της ιατρικής. Ακολουθεί ο γολγοθάς της εγκυμοσύνης, με κατάκλιση και περίδεση τραχήλου. Τα δίδυμα, η Μαρί και ο Ελί, θα γεννηθούν πρόωρα με αναπνευστικά προβλήματα. Θα χρειαστεί να περάσουν πέντε χρόνια για να ηρεμήσουν. Ταυτόχρονα, ο Εζρά κάνει στροφή, αργή στην αρχή, προς τη θρησκεία του, πριν τελικά καταλήξει να διαβάζει τα ιερά βιβλία του ιουδαϊσμού, να συναναστρέφεται ραβίνους και να τρέχει στις συναγωγές. Ο γάμος τους είναι πια νεκρός.
Τότε η Αλμά γνωρίζει και ερωτεύεται τον μοναδικό άντρα που έπρεπε να αποφύγει. Ένα δικηγόρο, ποινικολόγο, γνωστό για τις μάχες του απέναντι στην αστυνομική βία, ο οποίος πολύ συχνά υπερασπιζόταν πολλούς νέους που γυρνούσαν από τη Συρία. Ο αγαπημένος σταρ των μίντια, Εμμανουέλ Φορέστ. Τι του βρήκε; «Πολιτικοποιημένος, πολύ αριστερός, θυμωμένος με τα πάντα, μου άρεσε η δύναμη της αγανάκτησής του». Ο παππούς του ήταν ένας από τους συντάκτες του Συντάγματος της Πέμπτης Δημοκρατίας και ο πατέρας του ανώτατος δικαστής. Η ευρύτερη οικογένειά του μετρούσε πέντε ακαδημαϊκούς. Μικρός είχε καθίσει στα γόνατα του Πιέρ Μαντές Φρανς, πρωθυπουργού της Γαλλίας το 1954-55, και του ποιητή Λουί Αραγκόν. Τους αποκαλούσαν «Γάλλους Κένεντι». Η διακριτική γοητεία της μεγάλης παριζιάνικης διανοούμενης αριστερής μπουρζουαζίας.
Ο Εμμανουέλ είχε παντρευτεί και χωρίσει έπειτα από δέκα χρόνια με τη Σιλβί Φαρινί-Φορέστ, η οποία εκτός από το όνομά του διατήρησε και την επαγγελματική σχέση στο κοινό τους δικηγορικό γραφείο. Διάσημη και αυτή, καθώς είχε υπερασπιστεί τους χειρότερους τρομοκράτες των τελευταίων είκοσι ετών, αλλά και σταθερή συνήγορος των εξίσου διάσημων καλλιτεχνών.
Στα γενέθλια της Αλμά, κλείνει τα 49, ο Εζρά κάνει μια τελευταία προσπάθεια αναθέρμανσης της σχέσης τους. Ένα σαββατοκύριακο μόνοι τους σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη Νοτιοδυτική Γαλλία. Αυτή μόλις έχει γυρίσει από την Καμπούλ. Πνίγεται, αλλά εκείνος επιμένει να ρωτά αν υπάρχει άλλος. Το αρνείται και ένα υπηρεσιακό τηλέφωνο γίνεται αφορμή να επιστρέψει. Εκεί την περιμένει μια νέα έκπληξη. Ο αγαπημένος της, Εμμανουέλ Φορέστ, έχει αναλάβει την υπεράσπιση του υπόπτου για τρομοκρατία Αμπντελτζαλίλ Κασέμ. Χειμαρρώδης, με τον ακαταμάχητο προοδευτικό λυρισμό, διεκδικεί τον κατ’ οίκον περιορισμό του πελάτη του με βραχιολάκι. «Σε κάθε περίπτωση πάντα επιστρέφουμε στην επιθυμία για καταστολή που είναι ασίγαστη στο ανθρώπινο ον» διακηρύσσει και κατακεραυνώνει την «εθνική εμμονή με την ασφάλεια». Δεν διστάζει μάλιστα να υπενθυμίσει την απόφαση του Συνδικάτου των Δικαστών στο συνέδριο του 1985, για «την αναγκαιότητα της οριστικής κατάργησης της φυλακής».
Εγκλωβισμένη σε συναισθήματα ιδεολογικά και ερωτικά, η Αλμά με διαδοχικές ακροάσεις-ανακρίσεις του Κασέμ προσπαθεί να αποκαλύψει τι πραγματικά συμβαίνει. Ο Κασέμ αποκηρύσσει τη βία και το Ισλαμικό Κράτος και με αθώο θλιμμένο ύφος δηλώνει: «ονειρεύομαι ένα νέο ξεκίνημα με τη γυναίκα μου και το γιο μου, δεν έχω χαρεί αρκετά τη ζωή. Ορίστε, αυτό θέλω, να χαρώ τη ζωή». Παρά τον σκεπτικισμό των συναδέλφων της και τη διαφωνία του αρμόδιου εισαγγελέα, αποφασίζει την απελευθέρωση του Κασέμ. Σειρά έχει μια οριστική απόφαση για τη ζωή της. Σε ένα εστιατόριο κοσέρ, που έχει διαλέξει ο άντρας της, ανακοινώνουν στα παιδιά τους την απόφαση διαζυγίου. Τα μικρά δίδυμα βάζουν τα κλάματα. Η μεγάλη, η 21χρονη Μιλένα, ακτιβίστρια του σοσιαλιστικού κόμματος, το ξέρει. Η Μιλένα συζεί με τον Αλί Αρεζκί, έναν ασκούμενο δικηγόρο αραβικής καταγωγής, γεγονός που σοκάρει τον ορθόδοξο εβραίο πια Εζρά. Το ζευγάρι ονειρεύεται κάποια στιγμή να ζήσει στην εναλλακτική Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ. Πάντως, προς το παρόν, αυτό που απασχολεί τη Μιλένα και εκμυστηρεύεται στη μάνα της είναι ένα πολιτικό της αδιέξοδο: «Δεν υπάρχει πλέον ξεκάθαρη πολιτική ταυτότητα στην Αριστερά. Θέλω να εργαστώ για την ανασυγκρότηση των αριστερών κομμάτων στην Γαλλία».
Δυσάρεστες αλήθειες
Με τακτοποιημένες τις επαγγελματικές αλλά και τις προσωπικές και τις συναισθηματικές εκκρεμότητες, η Αλμά περνάει τη νύχτα με τον Εμμανουέλ. Χαλαρώνει κι αποκοιμιέται. Μετά τα μεσάνυχτα, ο εραστής της την ξυπνάει για μια έκτακτη είδηση στην ανοιχτή τηλεόραση. «Πυροβολισμοί στο Παρίσι». Επικοινωνεί με τους συνεργάτες της. Η πρόταση ολοκληρώνεται «σε ένα νυχτερινό κλαμπ της πρωτεύουσας». Απολογισμός: δώδεκα νεκροί, είκοσι τραυματίες εκ των οποίων οι έντεκα σοβαρά. Η Μιλένα, ο Αλί και μια φίλη τους το βράδυ ήταν σε ένα κλαμπ. Το ηλεκτρονικό βραχιόλι του Κασέμ δεν εντοπίζεται. Δεν ξέρουν πού είναι. Το κινητό της γυναίκας του, της Σόνιας, είναι απενεργοποιημένο. Η μητέρα του Κασέμ δεν τον έχει δει. Η φοβερή μετάβαση από την ηρεμία στο δράμα. Η κόρη της είχε καλέσει ταξί από το δικό της κινητό. Δεν έχει κουράγιο να ελέγξει τη διαδρομή, την ελέγχει ο φίλος της. Πήγαν στο L’Amnesia αυτό που χτυπήθηκε ήταν το L’Entrepot.
Ανακούφιση, αλλά στις δύο χτυπάει ξανά το τηλέφωνο. Είναι η Ρομί, η φίλη της κόρης της. Είχαν συνεχίσει με τον Αλί στο L’Entrepot. Καταρρέει. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του Κασέμ. Το ηλεκτρονικό βραχιόλι είναι σπασμένο στο πάτωμα. Ο οπλισμένος δολοφόνος που έχει ταμπουρωθεί στο γραφείο του κλαμπ επιβεβαιώνεται ότι είναι ο Αμπντελαζίζ. «Η αυτουργός της επίθεσης είμαι εγώ, εγώ που τον άφησα ελεύθερο», ψιθυρίζει η Αλμά. Αλλά απλώς ήταν μια Τακίγια, η δικαιολογημένη άρνηση της πίστης σου για έναν ευσεβή σκοπό, όπως αναφέρει το Κοράνι. Και δεν υπάρχει πιο ευγενικός σκοπός από το να σκοτώνεις απίστους. Κάτι που επιβεβαιώνει στον διαπραγματευτή γελώντας ο Κασέμ: «την ανακρίτρια τη χόρεψα στο ταψί, την έκανα να τα χάψει όλα», λέει. Επιβεβαιώνει έτσι την αδυναμία των φιλελεύθερων κοινωνιών απέναντι στους τζιχαντιστές: «εγώ το θάνατο τον αγαπώ όπως εσείς αγαπάτε τη ζωή».
Η συνέχεια επί της οθόνης, όπως συνήθιζαν να γράφουν παλιά τα προγράμματα που μοίραζαν στην είσοδο οι ταξιθέτριες στους κινηματογράφους, ως προϋπόθεση αγωνίας, τότε που οι ταινίες είχαν αρχή, μέση και τέλος – γιατί, όπως επισημαίνει η Ανν Κάρσον, «η αρχαία τραγωδία μου δίδαξε ότι όλα τα έργα τέχνης πρέπει να έχουν αρχή, μέση και τέλος». Πάνω από το γραφείο της, η Αλμά, ηρωίδα της Απόφασης, έχει σε κορνίζα μια φράση της Μαρί Κιουρί: «Στη ζωή τίποτε δεν πρέπει να μας φοβίζει, πρέπει όλα να προσπαθούμε να τα καταλάβουμε». Και δικαιολογημένα επισημαίνει: «είναι φορές όμως που δεν καταλαβαίνουμε τίποτα».
Καθαρόαιμη, λιτή λογοτεχνία, η Απόφαση της, γεννημένης στο Παρίσι το 1972, Καρίν Τουίλ ανατέμνει χωρίς περιπλοκάδες τον κόσμο του Ισλάμ που αρνείται να ενσωματωθεί, την καύσιμη ύλη των banlieue αλλά και τα ψυχολογικά αδιέξοδα του διάσημου και με ισχυρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση γαλλικού μικροαστικού προοδευτισμού. Νομίζω ότι έχει ο δίκιο ο Τσβετάν Τοντορόφ όταν ισχυρίζεται ότι «οι δυσάρεστες αλήθειες έχουν περισσότερες δυνατότητες να εκφραστούν και να ακουστούν μέσα από ένα λογοτεχνικό έργο παρά μέσα από ένα κείμενο φιλοσοφικό η επιστημονικό»[4].
[1] Raid: «Recherche, Assistance, Intervention Dissuasion» (Έρευνα, Βοήθεια, Παρέμβαση Αποτροπή)· μονάδα της Γαλλικής Αστυνομίας.
[2] DGSI: «Direction Générale de la Sécurité Intérieur» (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Ασφάλειας).
[3] Χαμίντ Αμπντελσαμάντ, Ο Ισλαμικός Φασισμός, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου, Καστανιώτη, Αθήνα 2022.
[4] Τσβετάν Τοντορόφ, Η λογοτεχνία σε κίνδυνο, μετάφραση Χρύσα Βαγενά, εισαγωγή Νάσος Βαγενάς, Πόλις, Αθήνα 2013.