Έχω πάψει από καιρό να παρακολουθώ συστηματικά, όπως άλλοτε, τα ποιήματα που δημοσιεύουν νέοι ποιητές και νέες ποιήτριες σε περιοδικά και εφημερίδες. Μια σπασμωδική πρώτη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσεις από ένα καλό, μέτριο ή κακό ποίημα αποτελεί επικίνδυνη και επισφαλή θέση. Προτιμώ την πρώτη αυτοτελή δημοσίευση μιας συλλογής, που μπορεί να σου προσφέρει σφαιρικότερη εικόνα για μια νέα εμφάνιση στον χώρο της σύγχρονης ποίησής μας. Έτσι, δεν είχα επισημάνει τα πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε σε ποικίλα έντυπα ο Κωνσταντίνος Νικολάου πριν από την έκδοση το 2022 του πρώτου του βιβλίου Βιογραφία ενός χεριού, στις τελευταίες σελίδες του οποίου μνημονεύεται πού είδαν το φως της δημοσιότητας ορισμένα από τα ποιήματα που περιείχε. Απ’ αυτή τη συλλογή τον γνώρισα και τον ξεχώρισα ανάμεσα σε άλλα σχετικά διαβάσματά μου, με αποτέλεσμα να λάβω μέρος στην δημόσια παρουσίαση αυτής της πρώτης συλλογής του το επόμενο έτος.
Καταθέτοντας τις εντυπώσεις μου για τη νέα συλλογή του Ο ταλαντούχος Νέρωνας, θα διατυπώσω ορισμένες γενικές παρατηρήσεις, στηριζόμενος πλέον στο σταθερό έδαφος δύο συλλογών. Θέλω, επίσης, να ανασκευάσω και να διορθώσω ελαφρώς τα όσα έγραφα για τα προηγούμενα ποιήματά του. Έλεγα τότε πως, για τα ποικίλα ιστορικά, κατά κανόνα, πρόσωπα που κυκλοφορούσαν σ’ εκείνο το βιβλίο του, ο Νικολάου έστρεφε το βλέμμα του σε μια στιγμή του βίου τους, σε μιαν απρόσεκτη για τους πολλούς λεπτομέρεια η οποία, όμως, κατέληγε να αποβεί η μοιραία στιγμή τους. Αυτή ακριβώς η οπτική αποτελεί ένα από τα πιο βασικά γνωρίσματα της ποίησής του. Πρόκειται για μια ιδιότυπη ειρωνεία που τον κάνει να συγγενεύει με τη ματιά και την εκφορά του καβαφικού λόγου, όπως και ο συχνός διάλογός του με ιστορικά πρόσωπα.
Γενικεύοντας, είναι νομίζω αναμφισβήτητη η σκιά του Καβάφη σε όλη σχεδόν την μετά τον Αλεξανδρινό ποίησή μας. Η θεματολογία, η ενίοτε καθαρευουσιάνικη εκφορά του λόγου, ο ειρωνικός τόνος αποτελούν ένα πρότυπο που, φαινομενικώς τουλάχιστον, εύκολα μπορεί κανείς να ακολουθήσει. Το αποτέλεσμα, αν δεν καταντά παρωδία, είναι μια διάτρητη μίμηση. Θυμίζω εδώ σχετικώς τα όσα είχε γράψει πριν από πενήντα χρόνια ο Γ. Π. Σαββίδης, ότι δηλαδή είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τη μίμηση από την επίδραση. «Θα ήταν ενδιαφέρον, χωρίς άλλο», έγραφε το 1972, «να επιχειρούσε κανείς μιαν αναλυτικήν εξέταση του βαθμού και των τρόπων με τους οποίους η καβαφική επίδραση έχει αφομοιωθεί σε τούτα τα ποιήματα, καθώς και της ιδιάζουσας προσωπικής διαφοράς που παρουσιάζουν σε σύγκριση με τα καβαφικά τους πρότυπα αφενός, και αφετέρου με άλλες συνθέσεις των ίδιων ποιητών».
Δεν θα επιχειρήσω εδώ μια τέτοια προσέγγιση που θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Μπορώ όμως σήμερα να δηλώσω πως ο Νικολάου δεν είναι καβαφογενής ποιητής. Καλλιεργεί τη δική του ποίηση, απομακρυνόμενος συνεχώς από τον Καβάφη. Για την περίπτωση του Νικολάου θα ανασκεύαζα και την προηγούμενη διατύπωσή μου περί ειρωνικής διάστασης, προτείνοντας έναν άλλον όρο: Δεν πρόκειται για αμιγή ειρωνεία, αλλά για μια μελαγχολική και στοχαστική ενατένιση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτή τη συνθήκη που ο Αντρέ Μαλρώ είχε χαρακτηρίσει condition humaine.
Ποίηση που εξιστορεί
Ο ποιητικός βηματισμός του Νικολάου είναι σταθερός, δεν χρησιμοποιεί σπάνιες ή εντυπωσιακές λέξεις, αποφεύγει τα σχήματα λόγου και τις παρομοιώσεις που συχνά αφθονούν όχι μόνον στην παραδοσιακή αλλά και στη σύγχρονη ποίησή μας. Από μιαν άλλην άποψη, έχω την εντύπωση πως αρκετό μέρος της ποίησης που γράφεται στις μέρες μας εξακολουθεί να κατατρύχεται σε υπαρξιακούς προβληματισμούς, κάποτε και σε μακροσκελείς στίχους εσωτερικής ή ερωτικής αγωνίας. Ο Νικολάου βρίσκεται στην άλλην άκρη αυτής της ποιητικής εκφοράς. Σε κάθε ποίημα αφηγείται μια πραγματική ή φανταστική ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Με τον τρόπο αυτόν η ποίησή του θεωρώ πως αποβαίνει αποτελεσματική και πάντα ευθύβολη.
Ο ταλαντούχος Νέρωνας έχει αρκετές ομοιότητες από πλευράς σύνθεσης, από πλευράς αρχιτεκτονικής με την προηγούμενη συλλογή. Συγκροτείται σε τρεις ενότητες και περιέχει σαράντα ποιήματα. Το προηγούμενο βιβλίο του Νικολάου διαρθρωνόταν σε τέσσερις ενότητες που εκτείνονταν σε τριάντα εννέα ποιήματα. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει την αντοχή του δρομέα, την απόσταση που θέλει και πρέπει να διανύσει προκειμένου να φτάσει στο επιθυμητό τέρμα. Κάθε ενότητα από τις τρεις της σημερινής συλλογής διακρίνεται για το ίδιο ύφος και την ίδια θεματική. Όπως συνέβαινε και το 2022, η νέα συλλογή δανείζεται τον τίτλο ενός ποιήματος για να τιτλοφορήσει κάθε ενότητα. Η τακτική αυτή, την οποία ομολογώ πως είχα χρησιμοποιήσει κι εγώ παλαιότερα, ενέχει έναν κίνδυνοꞏ υποδεικνύει στον αναγνώστη, και ίσως τον παρασύρει, να εκλάβει ως καλύτερο ποίημα κάθε ενότητας εκείνο που στεγάζει με τον τίτλο του όλα τα λοιπά. Οφείλω να πω ότι ο Νικολάου διατηρεί στενή εσωτερική σχέση όλων των επιμέρους ποιημάτων μεταξύ τους και, με τον τρόπο αυτό, προφυλάσσει τον αναγνώστη του από κάθε πιθανή παρανόηση.
Αναφέρω τους τίτλους των τριών ενοτήτων της συλλογής: «Απολογισμός ή Όλοι κερδισμένοι», «Σημεία αναγνώρισης» και «Παριστάνοντας τους ζωντανούς». Αν έχω διαβάσει σωστά το βιβλίο, αυτοί οι τίτλοι αναιρούν το περιεχόμενο κάθε ποιήματος, είναι κατά κάποιον τρόπο η εκ προοιμίου κατάργηση του θετικού. Θα αναφέρω δύο σχετικά παραδείγματα. Στο τιτλοφορούμενο «Τα ποιήματα του Ρέϋμοντ Κάρβερ» ο ποιητής, μετά από ανάγνωση ποιημάτων του Κάρβερ, οραματίζεται τη δική του δόξα, τη δική του σχεδόν παγκόσμια αναγνώριση, αλλά οι καταληκτικοί στίχοι διαψεύδουν, σε μια κρίση αυτογνωσίας, όλη την αναμενόμενη αναγνώριση:
Σκέφτομαι ότι γερνάω.
Λέω: «Θα μείνουν τα ποιήματα».
Τα ποιήματα του Ρέϋμοντ Κάρβερ
προφανώς.
Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από το ποίημα «Θα ήθελαν να είναι κάπου αλλού», το οποίο μού θύμισε δύο ανάλογου περιεχομένου ποιήματα του Κ.Γ. Καρυωτάκη, τα «Γραφιάς» και «Δημόσιοι υπάλληλοι». Το συγκεκριμένο ποίημα του Νικολάου αναφέρεται σε όσους τυχαίνει να εργάζονται στον ίδιον επαγγελματικό χώρο, τους οποίους περιγράφει ως «κομπάρσους των ονείρων μας». Και καταλήγει:
Επειδή θα ήθελαν να είναι κάπου αλλού,
καρφώνουν με μαχαίρια ακονισμένα.
Κι εμείς για τους ίδιους λόγους,
δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τις μαχαιριές.
Στο κάτω κάτω, είμαστε συνάδελφοι.
Θα ομολογήσω πως, παρασυρμένος από την επιφανειακή συγγένεια προς το έργο του Αλεξανδρινού, είχα χαρακτηρίσει την προηγούμενη συλλογή του καβαφική. Ξαναδιαβάζοντας τώρα παράλληλα και ταυτόχρονα τα δύο βιβλία του, θα πρέπει να ανασκευάσω αυτή την αρχική μου εντύπωση. Το γενικότερο κλίμα που διαπνέει τις δύο συλλογές του έχει, νομίζω, βαθύτερες διασυνδέσεις με την ποίηση του Καρυωτάκη. Ελπίδες που δεν πραγματοποιήθηκαν, διάψευση των πάσης φύσεως προσδοκιών και, κυρίως, αυτή η καταλυτική ανατροπή των πάντων, προσδίδουν ομοιότητες και αντιστοιχίες προς τα ποιήματα του αυτοκτόνου της Πρέβεζας. Η επιφάνεια μοιάζει παραπλανητική. Πρέπει να εγκύψει ο επαρκής αναγνώστης στις βαθύτερες αφορμές που εμπνέουν τον Νικολάου και τον οδηγούν στη γραφή του. Ακόμη και οι προσπάθειές του σε ομοιοκατάληκτους στίχους που περιέχει ο Νέρωνας παραπέμπουν, θα έλεγα, στις ανάλογες σατιρικές στιγμές του Καρυωτάκη.
Όπως και στην πρώτη συλλογή του, έτσι κι εδώ παρελαύνουν στους στίχους του βιβλίου αρκετά ονόματα που είναι ευρύτερα γνωστά ή πασίγνωστα ιστορικά πρόσωπα. Επιλέγω στην τύχη: Χριστόφορος Κολόμβος, Λόρδος Μπάυρον, Ρέϋμοντ Κάρβερ, Καλλίμαχος, Σολωμός, Λογγίνος, Μεσσαλίνα, Αγριππίνα, ακόμη και δύο παγκοσμίως γνωστοί ηθοποιοί, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και ο Λώρενς Ολίβιε. Όλα αυτά τα ονόματα συνιστούν σήματα αναγνώρισης που εκπέμπει ο ποιητής προς τον αναγνώστη του, δημιουργώντας ένα κλίμα οικειότητας που προκαλούν συνειρμούς και νοηματικές προεκτάσεις.
Είναι πολύ εύκολο να αποφανθεί κανείς αν του αρέσει μια ποιητική συλλογή. Το δύσκολο είναι να προσπαθήσει να εξηγήσει γιατί του αρέσει. Αν με ενδιέφερε, και εξακολουθεί να με ενδιαφέρει η ποίηση του Κωνσταντίνου Νικολάου είναι γιατί έχει και ξέρει τον τρόπο να μας μεταδώσει αισθήματα, εντυπώσεις και ιστορίες που αφορούν όλους μας. Ο ταλαντούχος Νέρωνας, πέρα από τη δεδηλωμένη και επίμονη συμπάθεια του ποιητή προς τα πρόσωπα της Ρωμαϊκής ιστορίας, θεωρώ πως επιβεβαιώνει την ύπαρξη ανάμεσά μας μιας γνήσιας ποιητικής φωνής. Και τούτο δεν είναι καθόλου αμελητέο.