Σύνδεση συνδρομητών

Το αγωνιώδες όνειρο του Μπέρτραντ Ράσελ – και το δικό μας

Πέμπτη, 21 Μαϊος 2026 00:07
Αλέκος Παπαδάτος
Ο Θεοδόσης Π. Τάσιος από τον Αλέκο Παπαδάτο (στο φόντο, λεπτομέρεια εγκατάστασης της Γιαγιόι Κουσάμα).
Αλέκος Παπαδάτος

Θεοδόσης Π. Τάσιος, Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2025, 448 σελ.

Γιατί δεν σκίζονταν από τα δόρατα οι μυκηναϊκές ασπίδες που ήσαν φτιαγμένες από βοϊδοτόμαρο; Πώς κατασκευάζονταν οι πολυώροφοι αυτοκινούμενοι πολιορκητικοί πύργοι και οι καταπέλτες; Τι ακριβώς ήταν το «υγρόν πυρ»; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα περί της Στρατιωτικής Τεχνολογίας —της συνισταμένης των διαθέσιμων Τεχνολογιών— των Αρχαίων Ελλήνων απαντά το νέο βιβλίο του Θεοδόση Π. Τάσιου. Μελετώντας προσεκτικά τις αρχαίες γραπτές πηγές —κείμενα και εικόνες— ο συγγραφέας περιγράφει τα επιθετικά και αμυντικά όπλα των Αρχαίων απ’ τη Μυκηναϊκή έως την Ελληνιστική Περίοδο: ξίφη, τόξα, δόρατα, ασπίδες και πανοπλίες· τείχη, τάφρους, αναχώματα, καταπέλτες, πολιορκητικούς πύργους· πολεμικά πλοία, φράγματα λιμένων, γεφυρώσεις ποταμών· κ.ά. Συγχρόνως, όμως, εξηγεί τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας τους, βάσει μαθηματικών υπολογισμών ή και σύγχρονων πειραμάτων. Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μιας σειράς τόμων για την Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία που θα εκδοθούν προσεχώς. [ΤΒJ]

 

Ι.

To όνειρο του Μπέρτραντ Ράσελ είναι γνωστό. Κάποτε, σε χρόνο μέλλοντα, η Βρετανική Εθνική Βιβλιοθήκη αποφασίζει να απαλλαγεί από το μέγιστο μέρος των βιβλίων της και να κρατήσει μόνο εκείνα που άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου. Και η αγωνιώδης σκηνή μέσα στο όνειρο είναι όταν ο βιβλιοθηκάριος με το μεγάλο συρόμενο καλάθι στο οποίο αδειάζει το ένα μετά το άλλο τα ράφια της βιβλιοθήκης φτάνει μπροστά σε ένα βιβλίο με τίτλο: Principia Mathematica των Alfred North Whitehead και Bertrand Russell. Και ξαφνικά δίστασε! Χωρίς να μάθουμε ποτέ τι έγινε με το βιβλίο αφού  ο συγγραφέας του ξύπνησε κάθιδρος!

Στη δική μας μικρή κλίμακα, διερωτηθήκαμε συχνά με τη Διονυσία Δασκάλου –τη συνοδοιπόρο στην κοινή μας προσπάθεια να δημιουργήσουμε τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ένα σπίτι για το ποιοτικό βιβλίο)– τι θα συμβεί όταν ο μελλοντικός βιβλιοθηκάριος-εκκαθαριστής διατρέξει τα ράφια με τα δικά μας βιβλία. Πόσα άραγε θα είναι εκείνα μπροστά στα οποία θα σταθεί με δισταγμό και πόσα τελικά θα αποφύγουν τη μοιραία κίνηση;

Όταν διάβασα το βιβλίο για το οποίο γράφεται αυτό το κείμενο ήμουν βέβαιος ότι τουλάχιστον ένα θα περάσει την ημέρα της κρίσεως! Κι όχι μόνο ένα αλλά και όλη η σειρά τόμων για την Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία που θα ακολουθήσει. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί το πιστεύω αυτό αρχίζοντας με έναν γρίφο.

 

ΙΙ.

Ο μελλοντικός ιστορικός του βιβλίου μπροστά σε έναν γρίφο. Τελικά ο Θεοδόσης Τάσιος –ο συγγραφέας του κλασικού πολύτομου έργου για την Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία– ήταν ένα πρόσωπο ή ένα συλλογικό ψευδώνυμο όπως το Nikolas Burbaki στα γαλλικά μαθηματικά;

Παραμένοντας σ’ εκείνο τον μέλλοντα χρόνο –μετά την ημέρα της κρίσεως των βιβλίων–, ο ιστορικός του βιβλίου θα βρεθεί μπροστά σε έναν ενδιαφέροντα γρίφο όταν πιάσει στα χέρια του αυτό για το οποίο μιλάμε σήμερα, ως το πρώτο μιας πολύτομης σειράς βιβλίων πάνω σε όλα τα επιμέρους θέματα της αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας. Παρότι όλα αναφέρουν ως συγγραφέα έναν Θεοδόση Τάσιο, εντούτοις όλα τα τεκμήρια που έχει από τα ίδια τα βιβλία τον πείθουν ότι μάλλον πρόκειται για ένα συλλογικό ψευδώνυμο, όπως το Nicolas Burbaki για εκείνη τη διάσημη ομάδα των γάλλων μαθηματικών που ανέλαβαν ένα μεγάλο συγγραφικό εγχείρημα πολύ πέρα από τις δυνατότητες του καθενός. Να μερικοί από τους λόγους που κατέγραψε ο μελετητής, ήδη από το πρώτο βιβλίο της σειράς, για να δικαιολογήσει τη θέση του:

Λόγος 1. Ο συγγραφέας είναι βαθύς γνώστης των αρχαίων ελληνικών και όλης της σχετικής γραμματείας μέχρι τη βυζαντινή περίοδο. Στο πρώτο βιβλίο από μόνο του υπάρχουν μέχρι και μερικές εκατοντάδες πρωτότυπα χωρία με υπέροχη νεοελληνική απόδοση όπου αυτή είναι αναγκαία. Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να είναι έργο ενός επιστήμονα μηχανικού ο οποίος, από κάποιο σημείο της καριέρας του και μετά, αποφάσισε να αφοσιωθεί στη μελέτη της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας. Σίγουρα δεν μπορεί.

Λόγος 2. Ο συγγραφέας κινείται με άνεση και διαλέγεται κριτικά με όλη την υπάρχουσα βιβλιογραφία σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες πέραν της ελληνικής. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά! Για έναν επιστήμονα μηχανικό –αν όντως ένα μοναδικό πρόσωπο με αυτήν την ιδιότητα ήταν ο συγγραφέας– η πιθανότητα για κάτι τέτοιο δεν είναι μεν αυστηρά μηδέν, δεν απέχει όμως και πολύ απ’ αυτό! Κι αν αυτό συνδυαστεί με το προηγούμενο –την εξέχουσα αρχαιογνωσία–, τότε η πιθανότητα να έχει το βιβλίο ως μοναδικό συγγραφέα έναν  επιστήμονα μηχανικό είναι σίγουρα μηδέν.

Λόγος 3. Όμως ακόμα και στο καθαρά τεχνολογικό του μέρος –το κομμάτι του μηχανικού–, το βιβλίο παραπέμπει σε μια ολόκληρη επιστημονική ομάδα –ας πούμε όπως αυτές που συντάσσουν ένα λεξικό– με ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων οι οποίες εκτείνονται από το πεδίο του πολιτικού μηχανικού έως εκείνο του ειδικού της αντοχής των υλικών. Γιατί μόνο από μια τέτοια ομάδα μπορούν να εκτελεστούν όλοι εκείνοι οι υπολογισμοί και οι τεχνικές αξιολογήσεις που παρατίθενται ως Παραρτήματα στα κεφάλαια του βιβλίου, για να κριθεί βάσει αυτών κατά πόσον είναι εφικτή η μία ή η άλλη αρχαία στρατιωτική «μηχανή» ή κατασκευή.

Αυτό το κομμάτι του βιβλίου –συνεχίζει ο ιστορικός μας– είναι τόσο μοναδικό ώστε επιτρέπει στον «συλλογικό συγγραφέα» όχι μόνο να προτείνει κρίσιμες διορθώσεις στην υπάρχουσα βιβλιογραφία αλλά και διορθώσεις σε εσφαλμένες αποδόσεις των σχετικών χωρίων της αρχαίας γραμματείας, οι οποίες οφείλονται στην ανεπαρκή κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των σχετικών «μηχανών». Και το συμπέρασμά τού ιστορικού μας είναι τούτο: η Αρχαία ελληνική στρατιωτική τεχνολογία δεν έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο. Ο Θεοδόσης Τάσιος δεν είναι ένα μοναδικό πρόσωπο. Είναι ένα συλλογικό ψευδώνυμο.

Όμως σ’ ένα Υστερόγραφο, λίγες μέρες μετά, προσθέτει την εξής επιφύλαξη: Η παραπάνω υπόθεση αδυνατεί παρ’ όλα αυτά να εξηγήσει το εξής πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου: τη βαθιά στοχαστική διάθεση αλλά και το παιγνιώδες πνεύμα που διαπερνά σχεδόν όλες τις σελίδες του ως ένα παράλληλο σχόλιο στην ανθρώπινη κατάσταση και τα «μηχανεύματά» της. Αν δεχτώ –συνεχίζει το Υστερόγραφο– το βιβλιογνωστικό θεώρημα ενός συναδέλφου ότι «η συγγραφική ποιότητα ενός συλλογικού έργου είναι εκθετικά φθίνουσα συνάρτηση του αριθμού των εμπλεκομένων» τότε ή το βιβλίο του Τάσιου είναι το Τέλειο Αντιπαράδειγμα του θεωρήματος, αν όντως είναι συλλογικό έργο, ή το προηγούμενο συμπέρασμά μου είναι λάθος.

Και οι πληροφορίες από το μέλλον μας λένε ότι ο ιστορικός μας δεν υπέβαλε τελικά το πόρισμά του για το βιβλίο και το ερώτημα για τον συγγραφέα του παραμένει αναπάντητο.

 

ΙΙΙ.

H αρχιμήδεια διδακτική: Σημασία δεν έχει τόσο το αποτέλεσμα όσο η διαδικασία της ανακάλυψής του. Καταλαβαίνω καλά μόνο ό,τι μπορώ να ανακαλύψω μόνος μου. Η διαδικασία της επανανακάλυψης των τεχνικών επινοήσεων του παρελθόντος είναι το πιο αξιοθαύμαστο χαρακτηριστικό του βιβλίου.

Αν από τα προηγούμενα κρατήσαμε κάτι για τον συγγραφέα του βιβλίου, είναι η πέρα από κάθε κοινό μέτρο ευρύτητα των πνευματικών και γνωστικών του οριζόντων. Αν εκείνος ο ιστορικός του βιβλίου που λέγαμε πριν επρόκειτο τελικά να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο Θεοδόσης Τάσιος είναι ένα μοναδικό πρόσωπο, ο χαρακτηρισμός που σίγουρα θα χρησιμοποιούσε γι’ αυτόν είναι προφανής: Homo Universalis. Θα σημείωνε όμως ταυτόχρονα ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έζησε στην Αναγέννηση ή στον Αιώνα των Φώτων αλλά σε μια εποχή που το ιδανικό της ήταν η απόλυτη εξειδίκευση συχνά μέχρι το επίπεδο της καρικατούρας. Να γνωρίζεις τα πάντα για το τίποτα. Και το τελικό του συμπέρασμα για ιδιωτική χρήση θα είναι ότι επρόκειτο μάλλον για ανορθόδοξη περίπτωση· μια... ανωμαλία στο σύστημα!

Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι, για μένα –παρά το θαυμασμό μου προς τις ανορθόδοξες περιπτώσεις–, η μεγάλη επιστημονική αρετή του βιβλίου δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ευρυμάθεια του συγγραφέα του, όσο πέρα από το κοινό μέτρο και αν είναι αυτή. Διότι, διαβάζοντας το βιβλίο, αυτό που εμένα με συνεπήρε αμέσως είναι να βλέπω ένα ιδιοφυές μυαλό εν δράσει. Ένα μυαλό που θέλγεται από την ευρηματικότητα των τεχνικών επινοήσεων του παρελθόντος και πασχίζει να φέρει στο φως την έξυπνη ιδέα που βρίσκεται πίσω τους. Να μπαίνει διαρκώς στη θέση του μηχανικού της εποχής και να προσπαθεί να ξαναλύσει το πρόβλημα που εκείνος έλυσε. Και έτσι να αναδύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου –και να μεταδίδεται στην αναγνώστρια και τον αναγνώστη– ένας γνήσιος θαυμασμός για την επινοητικότητα των αρχαίων μηχανικών. Την οποία μόνο με τον τρόπο του Θεοδόση Τάσιου μπορείς να εκτιμήσεις. Αν εκτεθείς –έστω για λίγο– στη διαδικασία να ξαναανακαλύψεις την εφεύρεσή τους.

Aυτή όμως δεν είναι η αρχιμήδεια μέθοδος, η αρχιμήδεια διδακτική; Για το θρυλικό βιβλίο του Αρχιμήδη, Η Μέθοδος, το βιβλίο στο οποίο την περιγράφει, οι περισσότεροι κάτι έχουμε ακούσει. Ο μεγαλοφυής αυτός άνθρωπος είχε βρει τρόπους να ανακαλύπτει γεωμετρικά θεωρήματα χρησιμοποιώντας μηχανικές αναλογίες συνδυασμένες με πρωτόγνωρες τότε τεχνικές απειροστικού λογισμού, ώστε δικαίως να θεωρείται ο θεμελιωτής του λογισμού πολλούς αιώνες πριν από τον Νεύτωνα. Επειδή όμως η αυστηρή μαθηματική θεμελίωση αυτών των τεχνικών δεν ήταν ακόμα δυνατή, ο Αρχιμήδης, αφού ανακάλυπτε το θεώρημα με αυτή τη (μη αποδεκτή) ευρετική διαδικασία, το απεδείκνυε μετά με τον καθιερωμένο τρόπο –συνήθως με την «εις άτοπον απαγωγή»– αφήνοντας εμβρόντητους τους συγχρόνους του. Είχε όμως πλήρη επίγνωση ο ίδιος ότι η μέθοδος ανακάλυψης που χρησιμοποιούσε ήταν ασύγκριτα σημαντικότερη κι από τα ίδια τα θεωρήματα στα οποία κατέληγε αφού –όπως έγραφε στη Μέθοδο– «είναι βεβαίως πολύ ευκολότερο να βρεις την απόδειξη γνωρίζοντας την απάντηση αποκτημένη με τη μέθοδο, παρά να τη βρεις χωρίς καμία τέτοια γνώση».

Είπε δηλαδή ο άνθρωπος το αυτονόητο αλλά τόσο αγνοημένο στα σχολικά μας μαθηματικά, όπου τα θεωρήματα πέφτουν όλα από τον ουρανό! Είπε, με δικά μας λόγια, ότι ο κάθε γραφειοκράτης μαθηματικός μπορεί να κάνει μια «αυστηρή» απόδειξη ενός έτοιμου θεωρήματος, αλλά η πραγματική δημιουργία (με διάσημες εξαιρέσεις στη θεωρία των αριθμών) είναι η διαδικασία της ανακάλυψής του.

Iσχυρίζομαι λοιπόν ότι αυτό που κάνει απολύτως μοναδικό το βιβλίο του Θεοδόση Τάσιου είναι η αρχιμήδεια προσέγγισή του, η αρχιμήδεια διδακτική του. Ότι προσπαθεί να φέρει στο φως –και να μας την προσφέρει ως πηγή πνευματικής απόλαυσης– την γενεσιουργό ιδέα πίσω από ένα μεγάλο η μικρό τεχνικό επίτευγμα. Να μας συστήσει την τεχνολογία όχι απλώς ως μια πρακτική τέχνη αλλά και ως ένα διανοητικό άθλημα του υψηλότερου δυνατού επιπέδου.

Ώστε να μας υποβάλει –εκτός των άλλων– και την ιδέα ότι η Τεχνολογία είναι η  μήτρα μέσα στην οποία γεννήθηκε η κατεξοχήν ελληνική ιδέα της νομοκρατούμενης φύσης και, στη συνέχεια, η αναζήτηση των νόμων της.

Ενώ στο πρόσωπο του Αρχιμήδη θα αποκτήσει υπόσταση ο μοναδικός εκείνος συνδυασμός μαθηματικού, φυσικού επιστήμονα και μηχανικού, ο οποίος όμως θα εκλείψει κατά τη ρωμαϊκή περίοδο –παρότι η επιστήμη του μηχανικού σημείωσε τότε εντυπωσιακή πρόοδο– ώστε δικαιολογημένα ο Μπέρτραντ Ράσελ να συμπυκνώνει –μιλώντας για το θάνατο του Αρχιμήδη από το ξίφος του ρωμαίου στρατιώτη– τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ ρωμαϊκού και ελληνικού πολιτισμού ως εξής:

Κανείς Ρωμαίος δεν σκοτώθηκε ποτέ επειδή αφαιρέθηκε στη λύση ενός μαθηματικού προβλήματος.

 

ΙV.

«ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ». Η απανθρωπία του πολέμου τότε και τώρα.

Ήρθε όμως η ώρα να δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον συγγραφέα να μας μιλήσει για την ξεχασμένη πλευρά του πολέμου· την απανθρωπιά του: Όχι πολύ διαφορετική τότε από ό,τι σήμερα. Να λοιπόν πώς μιλάει γι’ αυτό το θέμα ο Θεοδόσης Τάσιος στις σελ. 307-308 του βιβλίου του:

Σ’ αυτήν επάνω την ελέπολιν [ένα είδος πολιορκητικού πύργου] ο αδίστακτος Αγαθοκλής θα δέσει ζωντανούς (μερικές δεκάδες) αιχμαλώτους κατοίκους της Ιτύκης, και θ’ αρχίσει να βάλλει κατά των τειχών με τους οξυβελείς καταπέλτες και τους σφενδονίτες που είχε μέσα στην ελέπολη. Οι αμυνόμενοι, λυπούμενοι τους άτυχους συμπολίτες τους, δίσταζαν στην αρχή να χρησιμοποιήσουν τα δικά-τους βλήματα κατά της μηχανής. Ωστόσο, έκριναν τελικώς πως είναι σημαντικότερη ἡ ἐλευθερία ἁπάντων ἢ τῆς ἐκείνων σωτηρίας — και ἠναγκάζοντο ἀμύνεσθαι. Κι έτσι «εκάρφωναν» πάνω στη μηχανή μερικούς απ’ τους δικούς τους, με βλήματα που έφευγαν απο χέρια συγγενών ή φίλων…

Ο Διόδωρος, τη φοβερή αυτή πράξη τη χαρακτηρίζει ὕβριν (αλαζονεία, αυθάδεια), που επιβάλλει στα θύματα τιμωρίαν «σταυρῷ παραπλησίαν». Και σ’ εμένα θυμίζει την εικόνα του ανοιχτού βαγονιού (γεμάτου με έλληνες αντιστασιακούς), το οποίο οι Γερμανοί, τον καιρό της Κατοχής, έβαζαν μπροστά απ’ τις ατμομηχανές των τραίνων για ν’ αποφεύγεται η ναρκοθέτηση των γραμμών απ’ την εθνική-μας Αντίσταση. Το σπίτι-μας στα Μέγαρα ήταν δίπλα στον σιδηροδρομικό Σταθμό — και ως ενήμερος επονίτης την εποχή εκείνη, πονούσα βαθιά μ’ εκείνην την Ύβριν, σάν του Αγαθοκλέους…

Σ’ ευχαριστούμε αγαπημένε δάσκαλε για ό,τι πολύτιμο μας δίδαξες με το έργο σου και τις αξίες ζωής που εκπροσώπησες με τη στάση σου. Πιο πολύ όμως σ’ ευχαριστούμε –ή, έστω, σε ευχαριστώ εγώ– για το μέτρο των πραγμάτων και του πνευματικού μας αναστήματος που άθελά σου υψώνεις δίπλα μας. Έναν ανέφικτο –αλλά ανθρώπινο παρ’ όλα αυτά– στόχο για να μας εμπνέει.

*Το κείμενο του Στέφανου Τραχανά είναι η ομιλία του στην εκδήλωση παρουσίασης του νέου βιβλίου του Θεοδόση Π. Τάσιου, στις 17 Φεβρουαρίου 2016, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

 

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 05 21 12.14.13 πμ

Δυο ελεπόλεις (πολιορκητικοί πύργοι) του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πάνω στο ανάχωμα που κατασκεύαζε για την πολιόρκηση της Τύρου.

Θ. Π. Τάσιος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.