Το Χρονικό της Θυσίας (Τρίτη 2 Μαΐου 1941): «Την ημέρα εκείνη, μία γερμανική φάλαγγα τεθωρακισμένων και φορτηγών κατευθυνόταν προς τη Βυτίνα. Ο Ματθαίος, οπλισμένος λέγεται μόνο με το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του (κατ’ άλλες πηγές χωρίς οπλισμό, μόνο με το σώμα του), στάθηκε στη μέση του δρόμου, στη θέση Κουτρουμπή, κοντά στην είσοδο του χωριού. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο νεαρός ύψωσε το ανάστημά του μπροστά στα οχήματα και φώναξε: “Σταθείτε. Δεν θα μας σκλαβώσετε. Είμαι εδώ μόνος. Αλλά η Ελλάδα ολόκληρη ακολουθεί”. Οι Γερμανοί, ξαφνιασμένοι από την τόλμη του, τον πυροβόλησαν θανάσιμα επί τόπου».
Συγκράτησα το όνομα του Πόταγα και άρχισα να ψάχνω στα κατάλοιπα του καθηγητή του Βαρβακείου, Αλέξανδρου Σαρή, που είχα στη διάθεσή μου· χρονολογικά προκύπτει ότι θα υπήρξε μαθητής του. Ανάμεσα σ’ ένα πάκο μαθητικών εκθέσεων, που είχα διασώσει το 1989 σε δρόμο των Εξαρχείων, πριν σαπίσουν στη βροχή, εντόπισα το τετράδιό του. Περιείχε τις αναπτύξεις οκτώ θεμάτων της σχολικής χρονιάς 1937-38, επιλεγμένων από τον Αλ. Σαρή, του οποίου και οι διορθώσεις ήταν με κόκκινο μελάνι, καθώς και οι αξιολογήσεις στο τέλος εν είδει σχολιασμού. Γνωρίζοντας την αυστηρότητα του καθηγητή στον τρόπο με τον οποίο έκρινε γενικά τις εκθέσεις μαθητών του, οι ευνοϊκές κρίσεις του για τα γραπτά του Ματθαίου Πόταγα θα ήταν οι πρώτοι έπαινοι που δέχτηκε και τον ενθάρρυναν τα επόμενα τρία χρόνια, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Παραθέτω τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις κάτω από τις εκθέσεις: Καλή, Πολύ σαφής & επιτυχής η περιγραφή, Αρκετά Καλή. (Σε πλαίσιο παρατίθεται μια από τις εκθέσεις αυτές.)
Η μεταγενέστερη γνώση μας του δραματικού τέλους αλλάζει τα τυπικά γνωρίσματα της έκθεσης. Παύει να είναι απλώς μια σχολική άσκηση και αποκτά τη βαρύτητα ενός μικρού ιστορικού τεκμηρίου, μιας φωνής εφηβικής που διακόπηκε πρόωρα. Εντυπωσιακός εξάλλου είναι ο αφαιρετικός τρόπος που περιγράφει τη σκηνή στο υπαίθριο παλιατζήδικο. Δεν βλέπει, αγνοεί τον αγενή παλιατζή αλλά προσέχει τα σωριασμένα παλιοπράγματα. Παρά τον εξευτελισμό (κλωτσιά, βρισιές) και τη ζημιά (λερωμένο παλτό), αισθάνεται νικητής γιατί βρήκε το θέμα της έκθεσής του. Έχει την ικανότητα να μετατρέπει μια άτυχη στιγμή (πτώση στη λάσπη) σε πηγή έμπνευσης. Διαθέτει την ψυχική δύναμη που θα επιδείξει αργότερα να σταθεί απέναντι στην προέλαση της γερμανικής φάλαγγας. Ευρηματική είναι η αιφνίδια μετακόμιση του παλιατζήδικου που παίρνει την εικόνα του εφήμερου, σαν κάτι που εμφανίζεται, «δίνει νόημα, κι εξαφανίζεται». Εκτός των άλλων, η σύντομη έκθεση σκιτσάρει μια ζωντανή εικόνα της Αθήνας του Μεσοπολέμου.
Τέλος, το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Φτωχός άγιος» άλλο ένα θέμα έκθεσης στο διασωθέν τετράδιο. Το σπανίως διδασκόμενο, λόγω της δραματικής του έντασης αφήγημα, έχει, προδρομικά, τα χαρακτηριστικά της υπερήφανης στάσης του Ματθαίου Πόταγα τον σκοτεινό εκείνο Μάιο του 1941. Το εκτεταμένο διήγημα του Σκιαθίτη, ο δεκαπεντάχρονος μαθητής το περιορίζει σε λίγες αράδες εστιάζοντας στον αιπόλον [αιγοβοσκό] και στο θάνατό του. Αντί να αναβλύζει με ιδέες και εικόνες, όπως στα άλλα του γραπτά, τον καθηλώνει η αυτοθυσία ενός «απλού, ταπεινού ανθρώπου του λαού». «Παρουσιάζει τον αιπόλον, τον φτωχόν αυτόν άγιον, και μας τον ζωγραφίζει με τα ζωηρότερα χρώματα […] τον ιδανικόν τύπον που συγκεντρώνει όλα τα ανθρώπινα προτερήματα; Πατριωτισμός και αλληλεγγύη…
Βλέπει τους ληστάς και τρέχει προς το Κάστρο για να σώση τους συμπατριώτας του αδιαφορώντας για τις συνέπειες… Μα έξαφνα συλλαμβάνεται και σε λίγον το ζεστό του αίμα λούζει την πράσινη χλόη»
Έκθεση 5η
Εις αναζήτησιν περιγραφών –
Περπατώ εις την οδόν Αθηνάς πηγαίνοντας σχολείο ενώ σκέπτομαι ποιο από τα μαγαζιά που βρίσκονται στο δρόμο μου θα διαλέξω για να περιγράψω εις την έκθεσίν μου.
Έχω φτάσει εις την οδόν Αρμοδίου και σκέπτομαι ακόμη το ζήτημα της ημέρας. Αλλά έξαφνα ένα σπρώξιμο δυνατό και μια κλωτσιά με κάνουν να παραπατήσω και να πέσω μέσα σε μια γούβα γεμάτη λάσπη, γεγονότα συνηθισμένα σ’ αυτάς τας οδούς. «Βλάκα, με τα δικά μου μάτια κοιτάς;» Γυρίζω να δω ποιος με βρίζει ενώ σκέπτομαι τι θ’ ακούσω το μεσημέρι στο σπίτι μου για το παλτό μου που το λέρωσα από τις λάσπες, αλλά έξαφνα γουρλώνω τα μάτια μου· κάποια φωτεινή ιδέα πέρασε απ’ το νου μου και παρ’ ολίγον να φωνάξω «εύρηκα» σαν τον Αρχιμήδη.
Αμέσως ξέχασα παλτό, βρισιές, ξύλο όλα. Το άλυτον πρόβλημα είχε λυθή. Θα έγραφα μία σπουδαία έκθεσι. «Ε! τι κοιτάς σα βλάκας; Τράβα από δω και άλλη φορά να βάζης γιαλιά». Αλλ’ εγώ ούτε τον άκουγα καν, εσκεπτόμουν την έκθεσίν μου. – Αμέσως βγάζω το σημειωματάριόν μου και κρατώ σημειώσεις. Βλέπω χάμω εφημερίδες στρωμένες και απάνω σ’ αυτές τοποθετημένα παλιά παπούτσια, δύο μηχανές φωτογραφικές, ένα ωραίον παλιό χαλί που θα είδε ασφαλώς ημέρας δόξης.
Αλλά έξαφνα νταν, νταν, νταν, νταν, νταν, ακούω το κουδούνι του σχολείου. Αφήνω αμέσως περιγραφές, εμπορεύματα, υπαίθριον παλιατζήδικον και τρέχω στη γραμμή.–
Το μεσημέρι που έφευγα, το παλιατζήδικο είχε μετακομίσει.–
Ματθαίος Λ. Πόταγας
Γ΄ Πρακτικού
Ιανουάριος 1938