Σύνδεση συνδρομητών

Η δικτατορία του Μεταξά και το τέλος της βολικής Ιστορίας

Δευτέρα, 18 Μαϊος 2026 23:50
ΑΡ
Ο Ιωάννης Μεταξάς.Ο δικτάτορας ανέθεσε σε επιτροπή υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη τη σύνταξη της επίσημης νεοελληνικής γραμματικής, έργο που ολοκληρώθηκε το 1941 και καθόρισε τη γλωσσική ιστορία της χώρας για δεκαετίες.
ΑΡ

Από τη μεταξική γενιά του ’30 στο σοκ που προκάλεσε το Big Bang των Καλύβα – Τριανταφύλλη

Η μεταπολιτευτική κουλτούρα έχει επιλέξει έναν ιδιαίτερα βολικό τρόπο να θυμάται ορισμένες ιστορικές περιόδους. Οι εποχές μετατρέπονται σε απλουστευμένες αφηγήσεις με αυστηρές διαχωριστικές γραμμές: από τη μία το σκοτάδι, από την άλλη το φως· από τη μία η καταπίεση, από την άλλη η αντίσταση. Μόνο που η πραγματική ιστορία των κοινωνιών δεν λειτουργεί σχεδόν ποτέ έτσι. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται, να γράφουν, να δημιουργούν, να συμβιβάζονται, να συγκρούονται, να μετακινούνται ιδεολογικά ακόμη και μέσα στα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Και αυτή ακριβώς η γκρίζα, αντιφατική περιοχή είναι που προκαλεί αμηχανία σε όσους προτιμούν την ιστορία ως εργαλείο ιδεολογικής και ηθικής επιβεβαίωσης.

Γι’ αυτό και βιβλία όπως το Big Bang 1970–1973 του Στάθη Καλύβα και της Νατάσσας Τριανταφύλλη ενόχλησαν τόσο έντονα. Όχι επειδή αρνήθηκαν τον αυταρχισμό της δικτατορίας, αλλά επειδή τόλμησαν να περιγράψουν ταυτόχρονα και την κοινωνική πραγματικότητα που συνέχιζε να λειτουργεί μέσα σε αυτή. Δηλαδή κάτι που η ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας δυσκολεύεται να ανεχθεί: ότι ακόμη και μέσα σε καθεστώτα καταστολής παράγονται πολιτισμός, αισθητικές αναζητήσεις, εκδοτικά εγχειρήματα, ιδεολογικές μετατοπίσεις και σχέσεις αφομοίωσης ανάμεσα στην εξουσία και τη διανόηση.

Η περίπτωση της μεταξικής δικτατορίας είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό ελληνικό παράδειγμα.

Ο Μεταξάς αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα ότι ένα καθεστώς δεν σταθεροποιείται μόνο με την αστυνομία, τη λογοκρισία και την καταστολή. Χρειάζεται και πολιτισμική νομιμοποίηση. Χρειάζεται να αφομοιώνει δημιουργικά τμήματα της κοινωνίας και ιδιαίτερα τη λογοτεχνική και πνευματική ελίτ. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, με τη συμβολή του Κωστή Μπαστιά, το καθεστώς υποστήριξε ήδη από τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας τη δημοτική ως εθνική γλώσσα. Η επιλογή αυτή είχε τεράστιο συμβολικό βάρος. Ένα κράτος βαθιά συντηρητικό και αυταρχικό υιοθετούσε ένα αίτημα που για δεκαετίες είχε συνδεθεί με τον εκσυγχρονισμό, τον δημοτικισμό και τμήματα της προοδευτικής διανόησης.

Η κορύφωση αυτής της πολιτισμικής στρατηγικής ήρθε στα τέλη του 1938, όταν ο Μεταξάς ανέθεσε σε επιτροπή υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη τη σύνταξη της επίσημης νεοελληνικής γραμματικής, έργο που ολοκληρώθηκε το 1941 και καθόρισε τη γλωσσική ιστορία της χώρας για δεκαετίες. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ένα σχεδόν παράδοξο ιδεολογικό φαινόμενο: μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 αισθάνθηκε ότι ένα κεντρικό αίτημα του δημοτικισμού δικαιωνόταν μέσα από ένα αυταρχικό καθεστώς.

Η αμηχανία εκείνης της εποχής αποτυπώνεται σχεδόν ωμά στις ίδιες τις δημόσιες τοποθετήσεις των λογοτεχνών. Ο Πέτρος Χάρης μιλούσε ήδη από τον Οκτώβριο του 1936 για μια «μεγάλη νίκη της δημοτικής», ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στο τεύχος 340 της Νέας Εστίας, ο Μ. Καραγάτσης εξήρε τον Μεταξά ως «τον πρώτο δημοτικιστή πρωθυπουργό». Πρόκειται για φράσεις σχεδόν αδιανόητες μέσα στη μεταγενέστερη μεταπολιτευτική αφήγηση, ακριβώς επειδή αποκαλύπτουν πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στην πνευματική παραγωγή και την εξουσία.

Και αυτή η σύνθετη σχέση αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στον περιοδικό Τύπο της εποχής. Τα Νέα Γράμματα του Ανδρέα Καραντώνη, ίσως το σημαντικότερο και πιο πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό της γενιάς του ’30, αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς χώρους εισαγωγής της νεωτερικής λογοτεχνικής ευαισθησίας στην Ελλάδα. Κι όμως, ακόμη και αυτό το περιοδικό, παρά τις σαφείς αποστάσεις του από τον χονδροειδή ιδεολογικό πυρήνα της δικτατορίας, επιχείρησε να επιβιώσει μέσα στο καθεστώς δημοσιεύοντας κυρίως φιλολογικά, αισθητικά και κριτικά δοκίμια, αποφεύγοντας τις άμεσες πολιτικές συγκρούσεις. Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια· πρόκειται για χαρακτηριστικό μηχανισμό πολιτισμικής προσαρμογής.

Το ίδιο συνέβη και με τη Νέα Εστία, το σημαντικότερο ίσως λογοτεχνικό περιοδικό μακράς διάρκειας στην Ελλάδα. Μέσα στις σελίδες της συνεχίστηκε μια έντονη πνευματική κινητικότητα, φιλοξενήθηκαν σημαντικά ονόματα της εποχής και διαμορφώθηκε ένα είδος ιδιότυπης πολιτισμικής κανονικότητας. Η λογοτεχνική ζωή δεν ανεστάλη. Αντιθέτως, σε ορισμένα επίπεδα οργανώθηκε, θεσμοθετήθηκε και απέκτησε κρατική στήριξη.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση απέναντι στις συγκρατημένες μοντερνιστικές αναζητήσεις. Το καθεστώς επεδείκνυε ανοχή σε μορφές αισθητικής νεωτερικότητας που δεν αμφισβητούσαν άμεσα την πολιτική και κοινωνική τάξη. Το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος από τη φιλολογική σελίδα της Καθημερινής επαινούσαν τη «διαύγεια της επισήμου αρχής», ενώ κι η δικτατορία επιχειρούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη πολιτισμικής ανασυγκρότησης και εθνικής αναγέννησης.

Αυτό ακριβώς είναι που δυσκολεύεται να δεχτεί η ιδεολογική ανάγνωση της ιστορίας: ότι ένα αυταρχικό καθεστώς μπορεί ταυτόχρονα να καταπιέζει και να αφομοιώνει, να λογοκρίνει και να χρηματοδοτεί, να διώκει και συγχρόνως να δημιουργεί πεδία πολιτισμικής συναίνεσης. Οι κοινωνίες δεν λειτουργούν με καθαρές γραμμές. Και οι διανοούμενοι σχεδόν ποτέ δεν κινούνται μέσα στην απόλυτη ηθική καθαρότητα που τους αποδίδουν εκ των υστέρων οι ιδεολογικές αφηγήσεις.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ενοχλητικό συμπέρασμα: ότι η ιστορία γίνεται πραγματικά επικίνδυνη μόνο όταν παύει να είναι πολύπλοκη.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.