Δεν έχω πολλές πληροφορίες για την δραστηριότητα του Θεατρικού Τμήματος την πρώτη χρονιά, ξέρω μόνο ότι ενώ είχε ετοιμάσει το ανέβασμα της κωμωδίας Σφήκες του Αριστοφάνη, με μουσική Χρήστου Λεοντή, η παράσταση ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή –είχαν τυπωθεί και αφίσες, τις είχα δει–, υποτίθεται από τον Παττακό, όπως λεγόταν, ίσως λόγω του Λεοντή, ίσως λόγω της θεματολογίας, καθώς το έργο αφορά δικαστές και δικαστήρια, δεν ξέρω περισσότερα. Η χούντα φοβόταν και τον ίσκιο της. Ενώ παράλληλα πολλά της ξέφευγαν, αν δεν ήσαν εντελώς προφανή.
Την Πανεπιστημιακή Λέσχη τη διοικούσε, όπως ελέχθη πιο πάνω, ένας απόστρατος, ο Λεωνίδας Οικονόμου, ευγενικός και φιλικός. Στις λίγες επίσημες διοικητικές θέσεις ήσαν φοιτητές του καθεστώτος, που τους θυμάμαι να τραγουδούν διφωνία τα τραγούδια που είχε ετοιμάσει την προηγούμενη χρονιά ο Λεοντής για τις Σφήκες : «Δεν υπάρχει ο θάνατος, όσο υπάρχουμε…»

Η διανομή των ρόλων, από το πρόγραμμα.
Αρχείο Γιώργου Ξένου
Την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, το 1970-71, τα πράγματα μπήκαν σε μια κανονική βάση: το έργο που επιλέχτηκε –υποθέτω από την Επιτροπή Θεάτρου– ήταν υπεράνω πάσης υποψίας. Ήταν Ο Παπαφλέσσας του Σπύρου Μελά, έργον εθνωφελές, ακαδημαϊκό, ακίνδυνο και επί τούτου, καθώς εκείνη τη χρονιά εορτάζονταν τα 150 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.
Άλλωστε, παράλληλα γυριζόταν και η υπερπαραγωγή του Τζέιμς Πάρις, Η μεγάλη στιγμή του '21: Παπαφλέσσας, ταινία με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ βασισμένη στο ίδιο βιβλίο, που έκανε την επίσημη πρεμιέρα της το φθινόπωρο του 1971, πρωτοπροβλήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στο 12ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας (Ερρίκος Ανδρέου) και αρτιότερης παραγωγής και, φυσικά, έσπασε τα ταμεία, κόβοντας 300.000 εισιτήρια, κάτι σαν τον Καποδίστρια δηλαδή.
Στο Θεατρικό Τμήμα, ως σκηνοθέτης του Παπαφλέσσα, επιλέχτηκε ο Νίκος Παροίκος με βοηθό τον Μαρίνο Κάσσο. Τη μουσική επένδυση ανέλαβε ο Γιώργος Τσαγκάρης.
Οι ρόλοι μοιράστηκαν απ’ αυτούς σε φοιτητές που είχαν ενδιαφέρον να ασχοληθούν με το θέατρο, ύστερα από σύντομη οντισιόν. Τα περισσότερα κορίτσια απήγγελλαν, θυμάμαι, Αντιγόνη: «Ω τάφε μου, ως αιώνια στη γη χωμένη κατοικιά μου…». Τα αγόρια, διάφορα, άλλος Ριχάρδο Γ΄, «Τώρα της στεναχώριας το χειμώνα τον έκανε λαμπρή καλοκαιριά τού Γιορκ ο ήλιος..», άλλος Σεφέρη κ.λπ. Ορισμένοι ύστερα έκαναν καριέρα στο θέατρο, όπως η Μελίνα Βαμβακά, ο Κώστας Καπελώνης και άλλοι. Το ρόλο του Παπαφλέσσα τον έπαιξε ο Βασίλης Γυφτάκης και της Αγγέλας, η Μελίνα.
Η παράσταση ετοιμαζόταν καθ’ όλο το ακαδημαϊκό έτος 1970 -1971. Έλαβαν μέρος πολλοί φοιτητές, καθώς το έργο ήταν πολυπρόσωπο, αλλά και κομπάρσοι, άλλοι φοιτητές, που τους είχαν τάξει απαλλαγή από τη γυμναστική, μάθημα υποχρεωτικό στα πρώτα έτη.
Την τελευταία εβδομάδα, οι πρόβες γίνονταν στο Ηρώδειο, όπου βρισκόμαστε ολημερίς. Μας έδιναν και από ένα σάντουιτς με τυρί και σαλάμι.
Εν τω μεταξύ, στο στάδιο Καραϊσκάκη, την Τετάρτη 19 Μαΐου 1971, γινόταν ο τελικός του Κυπέλλου Κυπελλούχων, μεταξύ Τσέλσι και Ρεάλ Μαδρίτης, που έληξε ισόπαλος 1-1 και επαναλήφθηκε την Παρασκευή, 21 Μαΐου 1971, όπου νίκησε 2-1 η Τσέλσι. Κάπου στα παρασκήνια υπήρχε μια τηλεόραση, ρίχναμε και εμείς καμιά ματιά.
Δεν θυμάμαι αν έγιναν μία ή δύο παραστάσεις, ούτε αν η πρεμιέρα ήταν Παρασκευή ή Σάββατο. Θυμάμαι πάντως ότι αυτή άρχιζε πολύ υποβλητικά: όλα τα φώτα σβήνουν, σκοτάδι πηχτό και, μέσα από τη μαυρίλα που υποχωρεί, κάποιες σκιές αργοκουνιούνται σκυμμένες και σηκώνονται σιγά σιγά τραγουδώντας με χαμηλές φωνές στην αρχή, που όλο και δυναμώνουν: «Αααακόμα, αααακόμα, τούτ’ την άνοιξη! Τούτο το καλοκαίρι, Μοριά και Ρούμελη! Τούτο το καλοκαίρι, Μοριά και Ρούμελη!»
Νομίζω, ότι εκεί σταματούσε το άσμα, για Μόσκοβο δεν έλεγαν τίποτε, αλλά όλοι, ηθοποιοί και θεατές, ήξεραν τη συνέχεια. Μετά ακουγόταν το καμπανέλι ενός μοναστηριού και άρχιζε το έργο.
Αυτή η πρώτη σκηνή την εποχή εκείνη, με ή χωρίς Μόσκοβο, λειτουργούσε αλληγορικά για τους σύγχρονους ραγιάδες, αλλά πεντακάθαρα. Ακόμη περισσότερο για τους ρέκτες, όπου ο άρρητος Μόσκοβος έλεγε περισσότερα.
Κατά τα άλλα, το έργο κυλούσε αδιάφορα, εικονογραφώντας χαρακτηριστικές σκηνές του βιβλίου του Μελά, με κορύφωση το φίλημα του Ιμπραήμ στον νεκρό Παπαφλέσσα, περιστατικό που είχε μεταφέρει ο μύθος και αφηγηθεί πριν από τον Μελά και με μεγαλύτερη τέχνη ο Μητσάκης, στο ομώνυμο διήγημά του.
Αυτή ήταν η συμβολή όσων έστησαν και όσων υλοποίησαν αυτή την ακαδημαϊκή παράσταση, που βρήκαν παρά ταύτα τον τρόπο να υπενθυμίσουν στους θεατές πως και αυτοί ζούσαν σκλαβωμένοι και να τους μεταφέρουν το αισιόδοξο μήνυμα και την ελπίδα πως τούτη η άνοιξη έμεινε μόνο, τούτο το καλοκαίρι μόνο, ώς την απελευθέρωση! Ημών, των Ελλήνων, όχι πια του 1821 αλλά του 1971.
Δεν χρειάζονταν περισσότερα. Η γλώσσα των υπαινιγμών υπήρξε πάντα ιδιαίτερα εύστοχη και αποτελεσματική. Και μπορεί να ξεφεύγει από τη λογοκρισία.