Σύνδεση συνδρομητών

Η βιομηχανία του εθνικού πανικού

Πέμπτη, 21 Μαϊος 2026 00:04
Φωτογραφία αρχείου
Συστοιχία Patriot επί το έργον.
Φωτογραφία αρχείου

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό στον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ελληνικής αντιπολίτευσης κατορθώνει κάθε φορά να μετατρέπει μια αμυντική κίνηση της χώρας σε εθνικό μνημόσυνο πανικού. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενημέρωσης για την απομάκρυνση των Patriot από την Κάρπαθο, ένα ολόκληρο οικοσύστημα τηλεοπτικών ειδικών, επαγγελματιών ανησυχούντων, μεσσιών της γεωπολιτικής και μόνιμων προφητών της καταστροφής έσπευσε να εξηγήσει ότι η Ελλάδα απογυμνώνεται, παραδίδεται, καταρρέει και εγκαταλείπει το Αιγαίο σχεδόν με λευκή σημαία.

Η Άγκυρα πανηγύρισε για μερικές ώρες. Στην Αθήνα, ορισμένοι φρόντισαν να παρατείνουν τον πανηγυρισμό της επί ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Διότι στην ελληνική δημόσια ζωή υπάρχει πλέον μια ιδιότυπη σχολή «πατριωτισμού», σύμφωνα με την οποία κάθε ελληνική κίνηση πρέπει πρώτα να εγκρίνεται από τον τηλεοπτικό πανικό, από τα πάνελ και από τους επαγγελματίες της εθνικής κατάθλιψης.

Μόνο που μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το ΓΕΕΘΑ ανακοίνωσε τη μεταστάθμευση δύο Mirage στην Κάρπαθο. Και τότε άρχισε η αμηχανία. Διότι, όπως εξηγούν στρατιωτικοί κύκλοι, όχι οι τηλεοπτικοί σαμάνοι της γεωστρατηγικής αλλά άνθρωποι που γνωρίζουν τι ακριβώς συζητούν, η εικόνα ήταν σχεδόν αντίστροφη από αυτή που παρουσιάστηκε. Ένα αμυντικό σύστημα περιορισμένης χρησιμότητας για το συγκεκριμένο θέατρο επιχειρήσεων αντικαταστάθηκε ουσιαστικά από μια σαφώς πιο επιθετική και επιχειρησιακά δραστική διάταξη.

Οι Patriot δεν είναι μαγικά φυλαχτά για να τα τοποθετείς συμβολικά όπου ανεμίζει περισσότερο η σημαία. Πρόκειται για συστήματα μεγάλης εμβέλειας, σχεδιασμένα για συγκεκριμένους τύπους απειλής. Σε μικρές αποστάσεις, χωρίς επαρκές βάθος κάλυψης, καθίστανται ευάλωτα και επιχειρησιακά λιγότερο αποτελεσματικά. Γι’ αυτό και όταν χρησιμοποιούνται σε κρίσιμα γεωπολιτικά περιβάλλοντα τοποθετούνται σε αποστάσεις που επιτρέπουν την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους. Ακόμη και η Σαουδική Αραβία, που αντιμετωπίζει την ιρανική πυραυλική απειλή, δεν τα έχει τοποθετήσει κυριολεκτικά πάνω στα σύνορα με το Ιράν.

Αλλά φυσικά όλα αυτά είναι βαρετές λεπτομέρειες μπροστά στο μεγαλείο του ελληνικού τηλεπατριωτισμού. Διότι στη χώρα υπάρχει πλέον μια ολόκληρη αγορά ανθρώπων που διαθέτουν τα αποκλειστικά δικαιώματα της εθνικής ανησυχίας. Άλλοι ως πρώην πρωθυπουργοί που θεωρούν ότι μόνο οι ίδιοι κατέχουν την άδεια κυκλοφορίας του πατριωτισμού. Άλλοι ως τηλεοπτικοί γεωστρατηγικοί εισαγγελείς. Άλλοι ως ακαδημαϊκοί αερολόγοι της «υβριδικής απειλής», που παράγουν περισσότερα μεταπτυχιακά από στρατηγική σκέψη. Και όλοι μαζί συγκροτούν ένα ιδιότυπο μέτωπο μόνιμης εθνικής νεύρωσης.

Το πιο παράδοξο είναι πως οι ίδιοι άνθρωποι που καταγγέλλουν κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα ως σπατάλη, μιλιταρισμό ή «πρόκληση», μετατρέπονται ξαφνικά σε φανατικούς υπερασπιστές κάθε οπλικού συστήματος όταν αυτό μετακινείται επιχειρησιακά. Όταν αγοράζονται Rafale, φρεγάτες ή εξοπλιστικά συστήματα, καταγγέλλουν την «πολεμοχαρή πολιτική». Όταν αναδιατάσσεται μέρος του υλικού, μιλούν για εθνική απογύμνωση. Και όταν η χώρα ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ, συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει απολύτως τίποτε στην αμυντική εικόνα της Ελλάδας από το 2019 και μετά.

Η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά πιο επίμονη από τα πάνελ. Η Ελλάδα των τελευταίων ετών έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις αμυντικές της δυνατότητες, τις διεθνείς της σχέσεις και τη γεωπολιτική της θέση. Συνδυάζει οικονομική σταθερότητα, εξοπλιστική αναβάθμιση, νέες στρατηγικές συνεργασίες και αυξημένη διεθνή αξιοπιστία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα έγινε υπερδύναμη ούτε ότι εξαφανίστηκε η τουρκική απειλή. Σημαίνει όμως ότι η εικόνα τής μόνιμα ηττημένης και φοβισμένης Ελλάδας, που ορισμένοι εμπορεύονται εδώ και χρόνια, αρχίζει να ξεθωριάζει. Και αυτό τους ενοχλεί βαθιά.

Την ίδια στιγμή, ένα μέρος των ελληνικών μέσων ενημέρωσης λειτουργεί σχεδόν ως παράρτημα ψυχολογικών επιχειρήσεων της Άγκυρας. Υπάρχουν τηλεοπτικοί σταθμοί που αφιερώνουν καθημερινά στον Ερντογάν περισσότερο χρόνο από όσο αφιερώνουν στον Έλληνα πρωθυπουργό. Παρακολουθούν κάθε του δήλωση με θρησκευτική ευλάβεια, αναλύουν κάθε μορφασμό του, μεταδίδουν κάθε απειλή του με δραματική μουσική υπόκρουση και ύφος επερχόμενης Αποκάλυψης.

Και έπειτα εμφανίζονται οι γνωστοί τηλεοπτικοί σωτήρες: οι επαγγελματίες καταστροφολόγοι, οι έμποροι φόβου, οι αυτόκλητοι στρατάρχες του Facebook και οι ψεκασμένοι Μεσσίες του «έρχεται θερμό επεισόδιο». Ένα ολόκληρο σύστημα ανθρώπων που πολιτικά, τηλεοπτικά ή οικονομικά επιβιώνει μόνο όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι βρίσκεται ένα βήμα πριν από την εθνική συντριβή.

Η ειρωνεία είναι ότι τελικά οι ίδιοι καταλήγουν να υπηρετούν ακριβώς εκείνο που υποτίθεται πως πολεμούν. Η Τουρκία επενδύει εδώ και χρόνια σε ψυχολογικές επιχειρήσεις, στη δημιουργία εικόνας ισχύος και στην καλλιέργεια αίσθησης αναπόφευκτης υπεροχής. Και στην Ελλάδα βρίσκει πρόθυμους αναμεταδότες. Χωρίς κόστος. Χωρίς κόπο. Χωρίς καν να χρειάζεται να παρέμβει ιδιαίτερα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα χάθηκε και το ουσιαστικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Η μεταστάθμευση Mirage στην Κάρπαθο αποτελεί από μόνη της μια εξαιρετικά ισχυρή στρατηγική κίνηση. Η λειτουργία του αεροδρομίου της Καρπάθου ως επιχειρησιακού κόμβου στην ανατολική πτέρυγα του Αιγαίου είναι κάτι που η Τουρκία παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία εδώ και χρόνια. Οι οργανωμένες μετασταθμεύσεις προς τα ανατολικά, είτε σε περιόδους ασκήσεων είτε έντασης, αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Άγκυρα επιμένει τόσο υστερικά στη ρητορική περί «αποστρατιωτικοποίησης».

Διότι αυτό ακριβώς φοβάται. Τη δυνατότητα της Ελλάδας να μεταφέρει γρήγορα ισχύ, να δημιουργεί επιχειρησιακό βάθος και να ελέγχει κρίσιμους χώρους στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Αυτό τρέμει πραγματικά η τουρκική στρατηγική σκέψη. Όχι τις κραυγές των ελληνικών πάνελ. Όχι τις επικές εμφανίσεις των τηλεοπτικών πατριδοκάπηλων. Όχι τους επαγγελματίες εθνικόφρονες που κάθε βράδυ σώζουν την πατρίδα από καναπέ στούντιο με φωτισμό prime time.

Είναι πράγματι να τρελαίνεται κανείς. Όχι από την Τουρκία. Από την ελληνική βιομηχανία πανικού που επιμένει να παρουσιάζει κάθε ελληνική κίνηση είτε ως προδοσία είτε ως καταστροφή, αρκεί να εξασφαλίζεται λίγη ακόμη τηλεθέαση, λίγη ακόμη πολιτική επιβίωση και λίγη ακόμη δημοσιότητα για τους μόνιμους εμπόρους εθνικής αγωνίας.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.