Πώς γίνεται οι δηλωμένοι αντισυστημικοί, οι μόνιμοι τιμητές της κανονικότητας, οι κατά πλειοψηφία προοδευτικοί των γραμμάτων, να βρίσκονται με αξιοθαύμαστη συνέπεια σε κάθε συστημικό θεσμό προβολής; Να είναι πάντοτε πρώτη μούρη στα ίδια έντυπα, στα ίδια αφιερώματα, στα ίδια τραπέζια συζητήσεων, με την άνεση ανθρώπων που καταγγέλλουν το οικοδόμημα ενώ διαθέτουν μόνιμη σουίτα μέσα σε αυτό.
Απορία θα μου μείνει.
Ιδίως για κάτι αγριοπροοδευτικές κυρίες, με εκείνη τη μόνιμη έκφραση ηθικής υπεροχής και μια σχεδόν ερωτική έλξη προς την καταστροφολογία και την τρομοκρατολαγνεία, που εμφανίζονται ακούραστα σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, πολιτιστικά ιδρύματα, επιτροπές, επιχορηγούμενα πρότζεκτ και κάθε πιθανό χώρο θεσμικής αναγνώρισης, διατηρώντας ταυτόχρονα το ύφος πολιτικά διωκόμενης μορφής της αντίστασης.
Ίσως τελικά το πιο ανθεκτικό κομμάτι του συστήματος να είναι ακριβώς η ανάγκη ορισμένων να παριστάνουν διαρκώς ότι βρίσκονται απέναντί του.
Υπάρχει βέβαια και μια ολόκληρη ιδιαίτερη κατηγορία· ο πανεπιστημιακός αντισυστημικός. Μια σχεδόν αυτάρκης μορφή δημόσιου ναρκισσισμού. Εκείνος που οικοδομεί καριέρα μέσα στους πιο σταθερούς μηχανισμούς του συστήματος, ενώ μιλά ακατάπαυστα εναντίον του. Με γραφεία, επιτροπές, συνέδρια, διεθνή προγράμματα, ακαδημαϊκές προσκλήσεις και θεσμικές διασυνδέσεις, αλλά πάντοτε με το ύφος του ανθρώπου που βρίσκεται ένα βήμα πριν από την εξορία ή την εξέγερση.
Τους ακούς καμιά φορά να μιλούν για «καταπίεση», να καταγγέλλουν την κυρίαρχη τάξη από θέσεις πλήρους θεσμικής κατοχύρωσης, με τη βεβαιότητα ανθρώπων που δεν κινδύνευσαν ποτέ πραγματικά από τίποτε πέρα από το ενδεχόμενο να μειωθεί η απήχησή τους σε κάποιο πάνελ ή να χαθεί μια πρόσκληση σε φεστιβάλ προοδευτικής αυτοεπιβεβαίωσης.
Κάπου εκεί η διαμαρτυρία παύει να θυμίζει πολιτική στάση και αρχίζει να μοιάζει με μια ιδιότυπη αριστερόστροφη θεολογία αυτοεκτίμησης. Η καταγγελία δεν λειτουργεί πλέον ως πραγματική σύγκρουση με την εξουσία, αλλά ως μέσο ηθικής αυτεπιβεβαίωσης και δημόσιας αισθητικής κατασκευής του εαυτού. Ο αντισυστημικός λόγος μετατρέπεται σταδιακά σε προσωπικό brand υψηλού ηθικού περιεχομένου· μια διαρκής παράσταση ευαισθησίας, αγανάκτησης και συμβολικής ανωτερότητας, σχεδιασμένη να κυκλοφορεί άνετα σε πάνελ, αμφιθέατρα, πολιτιστικά ένθετα και κοινωνικά δίκτυα. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο παράδοξο στοιχείο της εποχής: πώς η αμφισβήτηση, αντί να κοστίζει, εξελίχθηκε για ορισμένους σε μορφή κοινωνικού κεφαλαίου, επαγγελματικής ταυτότητας και προσεκτικά επιμελημένου ναρκισσισμού.