Σύνδεση συνδρομητών

Βαρύγδουπος τίτλος για ένα ρηχό πολιτικό κείμενο

Κυριακή, 10 Μαϊος 2026 23:12
ΙΝΑΤ
Η διαδικτυακή εμφάνιση του Μανιφέστου.
ΙΝΑΤ

Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, INAT, https://in-at.gr/i-kyvernosa-aristera-tis-neas-epochis

Το μανιφέστο έχει συνταχθεί από επιτροπή επαϊόντων, ανθρώπων δηλαδή, με περγαμηνές, πολιτικής επιστήμης, ιστορίας, δημόσιας διοίκησης. Με διδακτορικά, οι περισσότεροι, καθηγητές πανεπιστημίου, και επικεφαλής τους, ο αγαπητός Γιώργος Σιακαντάρης, δόκτωρ κοινωνιολογίας, μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, της φιλοσοφίας και των πολιτικών της σοσιαλδημοκρατίας. Είχα λοιπόν σοβαρό πρόβλημα. Μήπως υπερβάλω; Μήπως είναι αμετροεπές να εκφράζομαι με τόσο απαξιωτικό τίτλο για ένα πολιτικό κείμενο γραμμένο από άτομα που διαθέτουν, αναμφίβολα, ισχυρότατο υπόβαθρο στις κοινωνικές επιστήμες; Έτσι,  αποφάσισα να ανατρέξω σε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2019.

Αντιγράφω μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την εισαγωγή.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Τόσο η ριζοσπαστική Δεξιά όσο και η ριζοσπαστική Αριστερά υπερακοντίζουν την Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά, τις δύο μεταπολεμικές αφηγήσεις της προόδου της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κατά τη γνώμη μου, σήμερα στην Ευρώπη η διάκριση Αριστερά-Δεξιά έχει μετατοπιστεί στα ριζοσπαστικά άκρα (σύστημα-αντισύστημα). […] Αλλά έτσι δυναμώνουν κι άλλο τα ριζοσπαστικά άκρα. Μήπως τότε να μπει η σοσιαλδημοκρατία (σ/δ) στη διεκδίκηση του ριζοσπαστικού αριστερισμού; Τίποτα πιο αφελές δεν θα μπορούσε να της ζητηθεί.

Και λίγο παρακάτω:

Η έμφαση στο κοινωνικό κράτος, τους μηχανισμούς αναδιανομής, τον κοινωνικό διάλογο και τη συλλογική αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, την ποιότητα της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων είναι η καρδιά της σ/δ. Όλα όμως αυτά προϋποθέτουν μια οικονομία που πορεύεται καλά, σταθερά και αναπτυξιακά.

Και τέλος:

οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες που αυτοπροσδιορίζονται ως αντίπαλοι τόσο του λαϊκισμού όσο και του νεοφιλελευθερισμού, χωρίς δική τους σοβαρή πρόταση, δεν έχουν μέλλον.

Tα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Γιώργου Σιακαντάρη, Το πρωτείο της δημοκρατίας (οι υπογραμμίσεις, δικές μου). Είναι προφανές ότι το Μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα (ΙΝΑΤ) βρίσκεται στον αντίποδα όλων των παραπάνω. Ουδέν πρόβλημα· καθένας έχει δικαίωμα να αναθεωρεί και να αλλάζει πολιτική τοποθέτηση, ώστε να μεταπηδά από τη σοσιαλδημοκρατία στη ριζοσπαστική Αριστερά, ή το αντίστροφο. Άλλωστε, σε μια περίοδο κρίσης για την Αριστερά, ποια εκδοχή της θα επικρατήσει πολιτικά και ποια ιδεολογική άποψη θα δικαιωθεί θα το κρίνει η ιστορία. Δύο πράγματα όμως έχουν ήδη κριθεί. Πρώτον, ότι οι σοσιαλδημοκρατικές ιδέες και η εφαρμοσμένη σοσιαλδημοκρατική πολιτική συνέβαλλαν αποφασιστικά στην κοινωνική, πολιτική και την οικονομική πρόοδο των δυτικών κοινωνιών τα τελευταία 150 χρόνια. Δεύτερον, ότι τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, σε Ελλάδα και Ισπανία, εμφάνισαν μια αλματώδη ανοδική πορεία, εκμεταλλευόμενα την οικονομική κρίση και χρησιμοποιώντας έναν ακραίο λαϊκιστικό λόγο υποσχέθηκαν θεραπεία όλων των κοινωνικών και οικονομικών κακών. Η αποτυχία της πολιτικής τους ακολουθήθηκε από πολυδιάσπαση, γρήγορη πτώση της απήχησής τους και, το κυριότερο, από το ότι άφησαν αρνητικό πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Παρόμοια πορεία φαίνεται να ακολουθεί το κόμμα της Ανυπότακτης Γαλλίας, LFI (του Μελανσόν). Να σημειώσουμε ότι οι ιδεολογικές αναφορές σημαντικού μέρους των οπαδών της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν τις καταβολές τους στον κομμουνισμό, ο θόρυβος από την κατάρρευσή του οποίου, κατάρρευση κρατική, ιδεολογική και πολιτική, αντηχεί έως και σήμερα στ’ αυτιά μας.

Μήπως όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά από το 2019, τότε που εκδόθηκε το Πρωτείο της Δημοκρατίας; Όντως, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Και μολονότι οι αλλαγές αυτές δεν είναι ριζικές, θα ήταν λάθος να υποβαθμίσουμε τη σημαντικότητά τους. Μήπως, λοιπόν, οι αλλαγές αυτές δικαιολογούν και επιβάλλουν τη συμπόρευση της σοσιαλδημοκρατίας –μιας δηλαδή συστημικής δύναμης– με τη ριζοσπαστική Αριστερά –ως κατεξοχήν αντισυστημικής δύναμης– ώστε να επανέλθει η Αριστερά στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων; Μήπως η συμπαράταξη των δύο αυτών χώρων[1] δημιουργήσει μια νέα δυναμική στην Αριστερά που, ως κυβερνητική δύναμη πλέον, θα συμβάλει στην κοινωνική και στην πολιτική πρόοδο της χώρας;

Δεν νομίζω ότι το Μανιφέστο πείθει ότι η συμπαράταξη της σ/δ και της ρ/α θα φέρει κάτι καινούργιο στο πολιτικό σκηνικό. Το Μανιφέστο όμως μας πείθει ότι η ρ/α επιθυμεί διακαώς να επανέλθει στην εξουσία. Απολύτως θεμιτός ο στόχος να γίνει πλειοψηφική δύναμη η «κυβερνώσα Αριστερά», άλλωστε αυτός είναι ο στόχος κάθε πολιτικής δύναμης. Έτσι, καλούνται  οι σοσιαλδημοκράτες, οι αριστεροί ριζοσπάστες και οι οικολόγοι να δημιουργήσουν «μια ενιαία πολιτική δύναμη με ικανότητα διακυβέρνησης», γιατί «μόνο μέσα από μια νέα ενιαία και αξιόπιστη πολιτική έκφραση μπορεί να ανακτηθεί η κοινωνική επιρροή, να διαμορφωθούν πλειοψηφίες και να διατυπωθεί ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον». Όλα καλά, αν παραβλέψουμε ένα ουσιώδες πρόβλημα: Δεν φτάνει το Μανιφέστο να επικαλείται την ανάγκη ενός  «πειστικού σχεδίου για το μέλλον». Πρέπει και κάπως, να το προσδιορίζει.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό που χαρακτηρίζει το Μανιφέστο είναι η παντελής απουσία της οικονομίας από τις γραμμές του κειμένου του. Με λίγα λόγια, δεν κάνει καμία αναφορά στα μέσα και στα μέτρα διά των οποίων θα επιτευχθούν οι κοινωνικές πολιτικές που μας υπόσχεται. Το μόνο που μας λέει είναι ότι χωρίς τη σύγκληση «η χώρα θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας, άνισης κατανομής πόρων και διαρκούς κοινωνικής ανασφάλειας». Η γνωστή δηλαδή προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ του 2015, όταν με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης καλούσε τον λαό να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ για να βγει η χώρα από τα μνημόνια και, ως διά μαγείας, να επιστρέψει εκεί όπου η χώρα είχε μείνει το 2010. Με αυτή την απάτη προσπαθεί το Μανιφέστο να έρθει η Αριστερά στο προσκήνιο. Αν κάτι έχει αλλάξει από το 2015 είναι η προσπάθεια να εντάξει και άλλες πολιτικές δυνάμεις στην προσπάθεια εξαπάτησης του ελληνικού λαού.

Είναι δύσκολο να αναφερθεί κανείς σε όλα τα προβληματικά σημεία του Μανιφέστου. Πρέπει όμως να επισημάνω τρία σημαντικά θέματα.

Καταστροφολογία. Αν πιστέψουμε το κείμενο η χώρα ζει έναν Αρμαγεδδώνα: «Σήμερα, 18 χρόνια μετά, βρισκόμαστε σε πολύ χειρότερο σημείο: η παραγωγική αποδιάρθρωση για λίγο μόνο ανακόπηκε και σήμερα συνεχίζει ακάθεκτη». Ότι η χώρα λαμβάνει εύσημα για την πορεία της οικονομίας της, από διάφορους διεθνείς οργανισμούς, δεν έχει καμία σημασία για τους συντάκτες του Μανιφέστου. Παρακάτω: «Δυστυχώς, στις μέρες μας η εργασία δεν εγγυάται ένα καλό βιοτικό επίπεδο. Η τιμή της έχει πέσει κάτω από το κόστος αναπαραγωγής της». Άνευ σχολιασμού.

Διεθνής πολιτική. «Η σύγκλιση αυτών των ρευμάτων στο ελληνικό πολιτικό περιβάλλον δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη», σημειώνεται στο Μανιφέστο. Συμφωνώ. Για το λόγο αυτό, ενώ τη στιγμή αυτή γίνονται τρεις πόλεμοι στη γειτονιά μας και στην Ευρώπη υπάρχει μια έντονη συζήτηση για την αναγκαιότητα θεσμικής ενοποίησης και επανεξοπλισμού, το Μανιφέστο δεν παίρνει καμία θέση στα θέματα αυτά. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι οι δαπάνες για το Re-arm EU θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε κοινωνικά προγράμματα. Με άλλα λόγια, σπρώχνουμε κάτω από το χαλί αυτά με τα οποία διαφωνούμε ή μας φέρνουν σε αμήχανη θέση.

Τεχνολογία. Όλο το Μανιφέστο διακατέχεται από μια έντονη τεχνοφοβία. Η εντύπωση που δημιουργεί στον αναγνώστη είναι ότι απειλούμαστε από την τεχνολογία. Και βέβαια δεν υπάρχει καμία πρόταση για το τι πρέπει να γίνει για την αξιοποίηση της τεχνολογίας με τον παράλληλο έλεγχο των αρνητικών πλευρών της.

Έτσι, αντί το Μανιφέστο να συμβάλει μέσω εποικοδομητικών προτάσεων στη δημιουργία ενός σοβαρού αντιπολιτευτικού πόλου, που με τη σειρά του θα συνέβαλε στην πρόοδο της χώρας, επαναλαμβάνει τα τεχνάσματα του ΣΥΡΙΖΑ του 2015 που έφερε το κόμμα αυτό στην κυβέρνηση. Το Μανιφέστο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα προπαγανδιστικό κείμενο, με ωραίες προτάσεις, που θα υλοποιηθούν με μαγικό τρόπο, γιατί θα συμπράξουν η σοσιαλδημοκρατία και η ριζοσπαστική Αριστερά.  Παραφράζοντας τον Γιώργο Σιακαντάρη, θα επισημάνω ότι οι αριστεροί ηγέτες (λέγε με Τσίπρα) που αυτοπροσδιορίζονται ως αντίπαλοι του νεοφιλελευθερισμού, χωρίς δική τους σοβαρή πρόταση, δεν έχουν μέλλον.

[1] Η πολιτική οικολογία στην οποία αναφέρεται το Μανιφέστο στην πραγματικότητα δεν αποτελεί υπαρκτό πολιτικό υποκείμενο. Λόγω των τραγικών πολιτικών λαθών των κομμάτων του χώρου αυτού, όχι μόνο δεν απέκτησαν σοβαρή πολιτική παρουσία αλλά, αντίθετα, έχασαν και την περιορισμένη εκλογική βάση που είχαν. 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.