Σύνδεση συνδρομητών

Φόρος τιμής στον τερματοφύλακα

Τετάρτη, 06 Αυγούστου 2025 18:20
O Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ παίζει σκάκι με τη σύζυγό του. Ο ρωσικής καταγωγής συγγραφέας της Λολίτας και άλλων σπουδαίων λογοτεχνικών βιβλίων, στη διάρκεια των σπουδών του, έχει παίξει τερματοφύλακας – και έχει μνημονεύσει εκείνη την περίοδο στις αναπολήσεις του.
VCG
O Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ παίζει σκάκι με τη σύζυγό του. Ο ρωσικής καταγωγής συγγραφέας της Λολίτας και άλλων σπουδαίων λογοτεχνικών βιβλίων, στη διάρκεια των σπουδών του, έχει παίξει τερματοφύλακας – και έχει μνημονεύσει εκείνη την περίοδο στις αναπολήσεις του.

στη μνήμη του Νίκου Σαργκάνη και του Τάκη Οικονομόπουλου, κορυφαίων τερματοφυλάκων στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου

Μόνον ένας τερματοφύλακας έχει κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα (Ballon d'Or), που απονέμει κάθε χρόνο από το 1956 το περιοδικό France Football. Αυτός είναι ο Λεβ Γιασίν και ήταν το σωτήριον έτος 1963 όταν αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης, στη σχετική ψηφοφορία που διενεργεί το εν λόγω περιοδικό. Έκτοτε, κανείς δεν επανέλαβε το ίδιο κατόρθωμα, παρότι σπουδαίοι τερματοφύλακες στα γήπεδα της ευρωπαϊκής ηπείρου μάγεψαν με τις εμφανίσεις τους τούς φιλάθλους και προσέφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στις ομάδες τους. Ο Γκόρντον Μπανκς, ο Ντίνο Τζοφ, ο Ζεπ Μάγερ, ο Πήτερ Σμάιχελ, ο Έντβιν φαν ντερ Σαρ, ο Τζανλουίτζι Μπουφόν, ο Μάνουελ Νόιερ και ο Τιμπό Κουρτουά, υπήρξαν –ή εξακολουθούν να είναι– ξεχωριστοί κάτω από τα δοκάρια, είτε αγωνίστηκαν –ή ακόμη αγωνίζονται– για συλλόγους είτε για τις εθνικές τους ομάδες. Αποτελεί καταφανή αδικία ότι κανείς τους δεν τιμήθηκε με τη Χρυσή Μπάλα.

Ο τερματοφύλακας, ως εκ της θέσεώς του, είναι η τελευταία ελπίδα απόκρουσης της επίθεσης του αντιπάλου, όταν πλέον όλα τα υπόλοιπα μέσα ανάσχεσής της έχουν εξαντληθεί. Είναι τότε που τα μάτια των συμπαικτών του, όπως και των αντιπάλων, αλλά και των φιλάθλων που παρακολουθούν τον αγώνα, στρέφονται σε αυτόν και μόνον! Τότε, οι καρδιές πάνε να σπάσουν από αγωνία! Λάθη των υπολοίπων παικτών μέσα στο παιχνίδι μπορεί να διορθωθούν από τους συμπαίκτες τους και, ενίοτε, να περάσουν ακόμη και απαρατήρητα από τους φιλάθλους που το παρακολουθούν, αν δεν έχουν δραματικές συνέπειες. Ο τερματοφύλακας, όμως, ασχέτως λαθών της άμυνας της ομάδας του, εισπράττει σχεδόν πάντοτε στο ακέραιο τον έπαινο ή τον ψόγο των φιλάθλων για τις αντιδράσεις του όταν είμαστε πια στην «ώρα μηδέν», όταν δηλαδή αυτός αποτελεί την «τελευταία ελπίδα», το ultimum refugium της ομάδας του προκειμένου αυτή να μη δεχθεί τέρμα.

 

Τρεις στιγμές μαγείας

Υπάρχουν στη μνήμη μου πολλές «στιγμές μαγείας» κατά τις οποίες έμεινα έκπληκτος από την ελαστικότητα των εκτινάξεων τερματοφυλάκων, όμως θα περιοριστώ να αναφερθώ μόνον στις ακόλουθες τρεις:

«Στιγμή μαγείας» πρώτη: Στο Παγκόσμιο Κύπελο του 1970, στις 7 Ιουνίου, η Αγγλία παίζει με τη Βραζιλία στο στάδιο «Χαλίσκο» της Γκουανταλαχάρα. Χάνει με 1-0, με ένα υπέροχο γκολ των Βραζιλιάνων, ύστερα από μαγικό συνδυασμό των Τοστάο, Πελέ και Ζαϊρζίνιο. Στη φάση του γκολ, σύμφωνα με τον Eduardo Galleano, «η βραζιλιάνικη επίθεση, με ρυθμό γιορτής, είχε απελευθερωθεί από το μαρκάρισμα επτά αντιπάλων. Το ατσάλινο οχυρό είχε λιώσει κάτω από τον ζεστό άνεμο που φύσηξε από τον Νότο».[1] Ήταν σε αυτόν τον αγώνα που ο τερματοφύλακας των Άγγλων, Γκόρντον Μπανκς, έκανε «την απόκρουση του αιώνα» (όπως αποκλήθηκε). Συγκεκριμένα, ο Ζαϊρζίνιο δέχεται μια μπαλιά από δεξιά, αποφεύγει ένα αντίπαλο και σεντράρει παράλληλα προς την εστία. Ο Πελέ πηδάει πιο ψηλά από τον Άγγλο που τον «φυλάει» και πιάνει δυνατή κεφαλιά. Στέλνει την μπάλα να αναπηδήσει στο έδαφος, με κατεύθυνση προς τη δεξιά γωνία του Μπανκς. Είναι έτοιμος να πανηγυρίσει για το γκολ που πιστεύει ότι έχει πετύχει. Όμως, άναυδος, βλέπει τον Μπανκς να πετάγεται σαν αίλουρος στη δεξιά γωνία του και να πετάει τη μπάλα σε κόρνερ. Αργότερα, ο Πελέ θα πει: «Έχω πετύχει πάνω από χίλια γκολ, αλλά όλοι θα θυμούνται αυτό που δεν πέτυχα».

«Στιγμή μαγείας» δεύτερη: Την 1η Απριλίου 1984, ο Ολυμπιακός φιλοξενεί τον ΟΦΗ για αγώνα του πρωταθλήματος και, τελικώς, τον νικάει με 2-0. Στο 52ο λεπτό του αγώνα, ο τερματοφύλακας του Ολυμπιακού, Νίκος Σαργκάνης, θα κάνει μια «απόκρουση α λα Μπανκς». Ύστερα από σέντρα του Γιάννη Πετράκη, ο Γιώργος Βλαστός πιάνει καρφωτή κεφαλιά προς τη δεξιά εστία του Σαργκάνη. Η μπάλα αναπηδάει στο έδαφος και η επίτευξη τέρματος για τον ΟΦΗ φαίνεται αναπότρεπτη. Παραταύτα, ο Σαργκάνης, παρότι βρίσκεται λίγο έξω από την εστία του –εξαιτίας μάλλον εσφαλμένης εκ μέρους του εκτίμησης της φάσης– εκτινάσσεται προς τα πίσω, προς τη δεξιά γωνία του τέρματός του και διώχνει την μπάλα σε κόρνερ. Ο παίκτης του ΟΦΗ, Θαλής Τσιριμώκος, φιλάει ακολούθως τον Σαργκάνη, θέλοντας έτσι να δείξει τον θαυμασμό του γι’ αυτή την αδιανόητη, πραγματικά, απόκρουση.

«Στιγμή μαγείας» τρίτη: Αγώνας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλου 1982, στο οποίο, δυστυχώς, τελικώς δεν προκρίθηκε η Εθνική Ελλάδος. Η Εθνική μας αγωνίζεται στις 15 Οκτωβρίου 1980 στην Κοπεγχάγη εναντίον της Εθνικής Δανίας. Η τελευταία είχε στις τάξεις της παίκτες εξαιρετικής ποιότητας, όπως τον Όλσεν, τον Λέρμπι, τον Άρνεσεν και, πάνω απ’ όλους, τον Σίμονσεν, που το 1977 είχε κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα (την ίδια χρονιά, είχε οδηγήσει την ομάδα του, τη γερμανική Μένχενγκλαντμπαχ, στη Ρώμη, στον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών, εναντίον της Λίβερπουλ – εκεί ισοφαρίζει με ένα εξαιρετικό σουτ το 1-0 της αγγλικής ομάδας που προηγήθηκε, η οποία όμως στη συνέχεια πετυχαίνει άλλα δύο τέρματα και κερδίζει το πρώτο της Κύπελλο Πρωταθλητριών με 3-1). Στην Κοπεγχάγη, η Εθνική Ελλάδος προηγείται με 1-0 χάρη σε εύστοχη εκτέλεση φάουλ από τον Ντίνο Κούη, στο 50ό λεπτό της αναμέτρησης, ενώ στο πρώτο ημίχρονο είχε και δοκάρι σε σουτ του Κωστίκου. Μέχρι εκείνο το λεπτό ο Σαργκάνης –που εκείνο το βράδυ πραγματοποιούσε την πρώτη του εμφάνιση με τα χρώματα της Εθνικής Ελλάδος– είχε κάνει εξαιρετικές αποκρούσεις, «κατεβάζοντας ρολά», όπως συνηθίζουμε να λέμε στη ποδοσφαιρική διάλεκτο. Η κορυφαία του, όμως, απόκρουση σ’ εκείνον τον αγώνα ήρθε λίγο αργότερα. Ο Όλσεν από το κέντρο του γηπέδου κάνει μακρινή σέντρα, ο Νίλσεν γυρίζει με κεφαλιά την μπάλα στο ύψος του πέναλτι, απ’ όπου ο Άλαν Σίμονσεν σουτάρει αστραπιαία προς την εστία του Σαργκάνη. Ο τελευταίος εκτινάσσεται εξίσου αστραπιαία και διώχνει την μπάλα σε κόρνερ. Ο Σίμονσεν δεν πιστεύει ότι δεν σκόραρε σε αυτή τη φάση. Το παιχνίδι λήγει με 1-0 υπέρ της Εθνικής Ελλάδος και, την επόμενη ημέρα, ο δανικός Τύπος εκθειάζει την απόδοση του έλληνα τερματοφύλακα. Από τότε, το παρατσούκλι «το Φάντομ» ακολουθεί τον Νίκο Σαργκάνη στην υπόλοιπη ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία.

Ο Αλμπέρ Καμύ λάτρευε τη θέση του τερματοφύλακα, αφού σε αυτή τη θέση έπαιξε τόσο στην ομάδα του σχολείου του στο Αλγέρι, όσο και στην ποδοσφαιρική ομάδα Ρασίνγκ, την εποχή που ήταν φοιτητής. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Καμύ είχε επιλέξει να παίζει στη θέση του τερματοφύλακα ως μαθητής γιατί η αυστηρή γιαγιά του θα τον επέπληττε αν χαλούσε τα παπούτσια του παίζοντας ποδόσφαιρο. Και η θέση του τερματοφύλακα ήταν η μόνη που πληρούσε αυτή την προϋπόθεση.

 

Ο Ναμπόκοφ για τον τερματοφύλακα

Το κείμενο, όμως, που ευθύς πιο κάτω παραθέτω[2], προκειμένου να κλείσω το παρόν άρθρο αποτίοντας φόρο τιμής στον τερματοφύλακα, είναι ενός άλλου διανοούμενου, του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ (1899-1997), ο οποίος υπήρξε μυθιστοριογράφος, ποιητής, κριτικός και καθηγητής της λογοτεχνίας. Ο Ναμπόκοφ σπούδασε στο Κέιμπριτζ, όπου έπαιξε και ποδόσφαιρο, στη θέση του τερματοφύλακα. Ιδού πώς περιγράφει αυτή την εμπειρία:

«Από όλα τα σπορ που έπαιξα στο Κέιμπριτζ, το ποδόσφαιρο παρέμεινε για μένα ένα ανεμοδαρμένο ξέφωτο μέσα σε μια αρκετά μπερδεμένη περίοδο. Μου άρεσε να παίζω τερματοφύλακας. Στη Ρωσία και στις λατινικές χώρες, αυτή η αριστοκρατική τέχνη εξέπεμπε μια ιδιαίτερη γοητεία. Μια και ο ρόλος του τον κρατά απόμακρο, μόνο, ατάραχο, ο διάσημος τερματοφύλακας βλέπει να τον ακολουθούν στο δρόμο μικρά αγόρια γεμάτα ενθουσιασμό. Συναγωνίζεται τον ματαντόρ και τον ήρωα των αιθέρων ως αντικείμενο θαυμασμού. Η φανέλα του, το καπέλο του, οι επιγονατίδες του, τα γάντια που εξέχουν από τη θέση του σορτς του, τον κάνουν να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη ομάδα. Είναι ο μοναχικός αετός, ο μυστηριώδης άντρας, ο τελευταίος υπερασπιστής. Οι φωτογράφοι γονατίζουν με σεβασμό για να τραβήξουν ένα στιγμιότυπο, τη στιγμή που κάνει θεαματική βουτιά για να διώξει με τις άκρες των δακτύλων του μια χαμηλή και γρήγορη σαν αστραπή μπαλιά, το γήπεδο μουγκρίζει επιδοκιμαστικά, εκείνος μένει ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς για ένα δυο λεπτά στο σημείο που έπεσε, ενώ η εστία παραμένει απαραβίαστη. Τουλάχιστον στην Αγγλία των νεανικών μου χρόνων, η εθνική αποστροφή κατά της επίδειξης και η υπερβολική εύνοια για συστηματική ομαδική εργασία δεν υπήρξαν ποτέ θετικές για την ανάπτυξη της εξαιρετικής τέχνης του τερματοφύλακα. Τουλάχιστον αυτό είναι το επιχείρημα που επινόησα για να δικαιολογήσω τα ισχνά μου αποτελέσματα στα αθλητικά γήπεδα του Κέιμπριτζ.

Φυσικά έζησα και μέρες θριάμβου και ευφορίας – η ωραία μυρωδιά του χορταριού, αυτός ο διάσημος πανεπιστημιακός παίχτης που ντρίμπλαρε όλο και πιο κοντά μου την καινούργια μπάλα με την άκρη του ποδιού του, και στη συνέχεια το απότομο χτύπημα, η επιτυχής απόκρουση, το κάψιμο… Υπήρξαν όμως και άλλες μέρες, πιο αξέχαστες, πιο μαγικές, κάτω από θλιμμένους ουρανούς, όπου η περιοχή του τέρματος ήταν μια μάζα μαύρης λάσπης, η μπάλα τόσο γλοιώδης όσο μια πουτίγκα, ενώ υπέφερα από τρομερούς πονοκεφάλους μετά από μια άυπνη νύχτα που την είχα περάσει γράφοντας στίχους. Απέκρουα αδέξια και έβγαζα την μπάλα από τα δίχτυα. Ευτυχώς το ματς θα συνεχιζόταν στην άλλη άκρη του λασπωμένου γηπέδου. Αδύναμη, ενοχλητική, άρχιζε να πέφτει η βροχή, σταματούσε, ξανάρχιζε. Με μια τρυφερότητα σχεδόν γουργουριστική στα εκκωφαντικά τους κραξίματα, γριές κουρούνες χτυπούσαν τα φτερά τους γύρω από μια γυμνωμένη φτελιά. Έπεφτε η ομίχλη. Δεν έβλεπα πλέον από το ματς παρά κεφάλια του Τζον ή του Κράιστ ή κάποιου από άλλο κολέγιο με το οποίο παίζαμε. Αυτοί οι μακρινοί συγκεχυμένοι ήχοι, μια κραυγή, ένα σφύριγμα, ο υπόκωφος ήχος μιας κλωτσιάς, όλα αυτά ήταν άνευ σημασίας και δεν είχαν καμία σχέση μαζί μου. Με σταυρωμένα χέρια, ακουμπούσα στο αριστερό δοκάρι του τέρματος και απολάμβανα την ηδονή να κλείνω τα μάτια και να ακούω το δυνατό χτύπο της καρδιάς μου, αισθανόμουνα την αόρατη βροχή πάνω στο πρόσωπό μου, άκουγα στο βάθος τους ήχους του ματς και φανταζόμουν ότι ήμουν ένα υπέροχο εξωτικό πλάσμα μασκαρεμένο σε άγγλο ποδοσφαιριστή, συνθέτοντας σε μια γλώσσα, που κανείς δεν καταλάβαινε, στίχους για μια μακρινή χώρα που κανένας δεν γνώριζε. Δεν είναι παράδοξο το ότι οι συμπαίχτες μου δεν με αγαπούσαν ιδιαίτερα».

LEZANTES

Ο Λεβ Γιασίν αποκρούει σουτ από χτύπημα φάουλ, σε αγώνα της Σοβιετικής Ένωσης κατά της Δυτικής Γερμανίας, στον ημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1966.

 

VCG

 

[1] Η επίτευξη αυτού του τέρματος περιγράφεται έξοχα από τον Eduardo Galeano στο κείμενό του, «Το γκολ του Ζαϊρζίνιο», που περιέχεται στο βιβλίο του, Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, μετάφραση Ισμήνη Κανσή, 5η έκδοση συμπληρωμένη, Πάπυρος, Αθήνα, 2015 [1995], σ. 167.

[2] Δημοσιεύθηκε, σε απόδοση στην ελληνική της Φανής Μουρίκη, υπό τον τίτλο, «Άλλες όχθες», στο περιοδικό, Το Δέντρο, τόμος 20, τεύχος 133-134, Απρίλιος-Ιούνιος 2004, σελ. 96-97. Περιέχεται στο αφιέρωμα, «Γκολ, αγαπητοί ακροαταί [Λογοτεχνικά κείμενα για το ποδόσφαιρο]».

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (2009), Μαθηματικά και φυσική (2010), Μαθηματικά, θεωρητική ή πρακτική επιστήμη, εντέλει; (2016), Ένας αιώνας διεθνών σχέσεων 1919-2019 (επιμ. με τον Ανδρέα Γκόφα και τη Μαριλένα Κοππά, 2020), Κρίσιμες οντολογικές έννοιες στο έργο του Καστοριάδη (2022), Θεωρητικές και θετικές επιστήμες. Οι δύο κουλτούρες και οι διατομές τους (2022), Παναγιώτης Κονδύλης και Alexandre Kojève (2023).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.