Σύνδεση συνδρομητών

Ο δικός μου Σαββόπουλος

Τετάρτη, 07 Ιανουαρίου 2026 15:40
O Διονύσης Σαββόπουλος (τρίτος από αριστερά) και τα Μπουρμπούλια: Νίκος Τσιλογιάννης, János Lambizi, Σπύρος Καζιάνης, Βασίλης Ντάλλας, Νίκος Μουρίκης.
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη  
O Διονύσης Σαββόπουλος (τρίτος από αριστερά) και τα Μπουρμπούλια: Νίκος Τσιλογιάννης, János Lambizi, Σπύρος Καζιάνης, Βασίλης Ντάλλας, Νίκος Μουρίκης.

Είδωλο και Ημίθεος της Μεταπολίτευσης

 

Πολλά ήταν τα ψέματα

Που είπαμε ώς εδώ

Ας πούμε και μια αλήθεια

Κι ας πέσει στο γιαλό.

Ο κόσμος είναι ζόρικος

Κι εμείς ασθενικοί

Και ό,τι πούμε

Το παίρνει η βουή.

Ενθουσιασμένοι, χειροκροτούσαμε δαιμονιωδώς. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έλεγαν οι στίχοι, αλλά αισθανόμασταν ότι ένα νέο είδος μουσικής και επικοινωνίας ξεκινούσε.

Rodeo, 1969, η Αργυρώ, ο Νίκος κι εγώ. Είχαμε κατέβη αρκετά σκαλιά, το μαγαζί ήταν εντελώς υπόγειο. Εκείνη την εποχή αυτό το θεωρούσαμε θετικό. Η αίθουσα είχε ήδη  καθισμένους λίγους ανθρώπους. Μπροστά μας, ένα πάλκο με μικρόφωνα και όργανα. Είχαμε καθίσει στη δεύτερη σειρά,  όχι στο πρώτο τραπέζι που ήταν πολύ πιο ωραίο με άνετες πολυθρόνες μπαμπού ώστε φανταστήκαμε ότι θα ήταν προορισμένο για κάποιον ιδιαίτερο.

Την παράσταση είχε ξεκινήσει ένας μικρόσωμος ξανθός νεαρός με την κιθάρα του, έμοιαζε ξένος, όμως αργότερα μάθαμε ότι λεγόταν Βαγγέλης Γερμανός. Τραγούδησε δυο τρία αγγλικά τραγούδια, μάλλον του Ντύλαν. Αναγνωρίσαμε το “The Times They Are a-Changin’”. Έκανε την προθέρμανση. Έφυγε (αργότερα στο Ροντέο το ρόλο αυτό είχαν η Δέσποινα Γλέζου, με το μίνι και την κιθάρα της, και η Μαρίζα Κωχ),  στο μεταξύ το μαγαζί είχε γεμίσει. Δεν χωρούσε και πολλούς.

Ανέβηκαν στη σκηνή τέσσερις σωματώδεις, γνωρίζαμε ότι ήταν τα μέλη της ορχήστρας, τα Μπουρμπούλια, δεν γνωρίζαμε τα ονόματά τους, ίσως μόνον του πιο εντυπωσιακoύ στην εμφάνιση, του ντράμερ. Άρχισαν να παίζουν την εισαγωγή της «Σημαίας από νάιλον». Στη διάρκειά της εμφανίστηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Τον είχα δει αρχές του 1966 στη συνεστίαση των φοιτητών της Γεωπονικής, ήταν τελείως διαφορετικός. Τώρα, 1969, είχε μακριά μαλλιά τα οποία είχαν αραιώσει και υποχωρήσει αφήνοντας γυμνό το μέτωπό του. Ήταν πολύ αδύνατος.

Συνέχισε με  την υπέροχη «Θαλασσογραφία»:

Να μας πάρεις μακριά

Να μας πας στα πέρα μέρη

Φύσα θάλασσα πλατιά

Φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

Μετά:

Τα ξεπούλησα φτηνά

Το χαλί μου, τα ρούχα και το μπρίκι.

Είμαι άρρωστος παιδιά,

Ο γιατρός με συμβούλεψε ταξίδι.

Και:

Ξεφύγαν απ’ τα χέρια μου

Οι πίσω μου σελίδες

Κι ας μου κοστίσαν ακριβά

Σε κόπους και θυσίες.

Έι, με περιφρονούνε τώρα και τραβάνε

Σαν τρελές μέσα στην μπόρα.

Ο Σαββόπουλος τραγουδούσε την αποχώρησή του από την προηγούμενή του ζωή  και την αλλαγή των θεωριών του:

Πηγαίνω βόλτα στο σταθμό κι αλλάζω θεωρίες

Καιρός να διώξω απ’ το μυαλό τις πίσω μου σελίδες.

Ακολούθησαν τα τραγούδια «Το περιβόλι του τρελού», η «Θεία Μάνου», η «Συννεφούλα» κ.ά. Πόσο ταίριαζαν οι απόψεις μας με τους στίχους όλων των τραγουδιών.

Τέλος του 1969, η πιο μαύρη εποχή της δικτατορίας. Δύο προσπάθειες αντιχουντικής δράσης που είχαμε κάνει με μια ευρύτερη παρέα είχαν αποτύχει και σταματήσει από την αστυνομία. Αυτή την κατάσταση εξέφραζε άριστα το τραγούδι «Κιλελέρ}:

Πυρκαγιά, πυρκαγιά,

Μες στο μυαλό μου πυρκαγιά,

Πυρκαγιά στη Θεσσαλία

Και στα δώδεκα χωριά.

Μαύρο ζώο και τυφλό, μαστιγωμένο

Σε ποιο χαντάκι σκοτεινό με κουβαλάς

Μ’ έναν παλμό αγριεμένο.

Στρατός περνούσε όλη τη νύχτα

Με τρένα και με φορτηγά

Κι είχανε κλείσει όλοι οι δρόμοι

Για τη Λάρισα. 

Αποκλεισμένοι, διέξοδο βλέπαμε μόνο σε μια κατάσταση προσωπικής διαφοροποίησης και απομάκρυνσης από την κοινωνία της χούντας και προσχώρησης σ’ αυτή των δημοκρατικών κινημάτων της Ευρώπης, του Μάη του ’68 (όσο ασαφές κι αν ήταν αυτό) ή του χιπισμού. Είχαμε την ίδια κατεύθυνση. Χαρήκαμε, ξεσηκωθήκαμε, επιτέλους κάτι άλλο, κάτι δικό μας, κάτι που προχωρούσε.

Ο ποιητής  του 1960-70 ήταν ο Σαββόπουλος. Ατομική βόμβα.

Αισθανόμασταν ότι είχαμε ζήσει μια σπουδαία στιγμή, εκείνη της στροφής του ελληνικού τραγουδιού. Το προπαγανδιστικό τραγούδι της προχουντικής Αριστεράς είχε τελειώσει. Ένα καινούργιο μουσικό σύμπαν δημιουργούνταν. Ένα ουράνιο ποιητικό σύμπαν τραγουδιού που τόσο μας αφορούσε.

Κι εμείς πιστεύαμε ότι «πολλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ» (κυρίως στους εαυτούς μας) και ότι ήρθε η ώρα να πούμε μια αλήθεια (ή να την αποδεχτούμε), πως «ο κόσμος είναι ζόρικος κι εμείς ασθενικοί και ό.τι πούμε το παίρνει η βουή». Παραδοχή απαραίτητη για να μπορέσεις να σταθείς, να χτίσεις μια θετική στάση.

Πριν δισκογραφήσει τα τραγούδια του, ο Σαββόπουλος τα δοκίμαζε στο κέντρο του. Πηγαίνοντας εκεί αισθανόμασταν ότι ήταν προνόμιο να τ’ ακούμε. Το Βρώμικο ψωμί, τους Αχαρνής, τη Ρεζέρβα.

Έτυχε ένα βράδυ που ήμαστε στο Ροντέο να πει: «Χθες βράδυ έφτιαξα ένα τραγουδάκι. Είναι σε ρυθμό σουίνγκ, για ακούστε το». Κι έπαιξε το «Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα». Ενθουσιασμός. Χειροκροτήσαμε έντονα.

Είχε πολύ μεγάλη επιρροή σε νέους που επιθυμούσαν μια καινούργια κατάσταση. Γρήγορα έγινε είδωλο, ή μύστης, όχι μιας κατάστασης «αντί-« αλλά μιας καινούργιας άλλης εποχής, ενός καινούργιου σύμπαντος.

Ο ημίθεος μιας εποχής, από το 1969 ώς το 1989. Το ένιωθε και ο ίδιος, το είπε νωρίς στον Μπάλλο.

Ο Μπάλλος! Τι πρωτοτυπία, τι λεκτικό ξεκίνημα! Έπειτα από την ορχηστρική εισαγωγή  ακουγόταν η φωνή του Σαββόπουλου να λέει «ξανά, ξανά, ξανά, ξανά». Αυτή η κοινή λέξη λεγόταν τέσσερις φορές δίχως να έχει προηγηθεί κάτι. Η εκφορά έδειχνε κάποιο άγχος, ακόμη και αγωνία, μπορεί και ανάταση. Ίσως απευθυνόταν στους οργανοπαίχτες, όπως στα λαϊκά, Όμως δεν έλεγε τα γνωστά «άλα», «γεια σου», «ώπα». Ο στίχος «ξανά, ξανά, ξανά, ξανά» ήταν άγνωστο τι εννοούσε και σε τι αναφερόταν. Είχε ποιητικότητα, πράγμα που σε ανέβαζε. Επέτρεπε στον καθένα μας να δημιουργεί στο μυαλό του μια ιστορία, ένα μύθο. Μάλλον σκοτεινό και ασαφή αλλά γοητευτικό. Προσωπικά είχα την αίσθηση ότι απευθυνόταν στους στρατιωτικούς της χούντας λέγοντας ότι αυτό που σας ενοχλεί θα το κάνουμε ξανά, ξανά, ξανά, ξανά, στο διηνεκές.

Οι στίχοι του Μπάλλου προσδιορίζουν το πώς έβλεπε ο Σαββόπουλος τον εαυτό του (Έρμος και βαρύς), δίχως πια ιδεολογική σκευή να τον στηρίζει (με το σακούλι άδειο), αλλά με υποχρεώσεις (ένα μωρό στην πλάτη), περιορισμένο από την ανθρώπινη φύση του (έχω ένα τσίρκο ηλεκτρικό, μέσ’ στο μυαλό μου, μέσ’ το μυαλό μου που ’χει όρια και μια ελευθερία ζόρικια, αλίμονό μου), το πώς έβλεπε  το σύμπαν που τον περιέβαλε (κι αυτή τη λάμψη τη στενή μες στον καθρέφτη την έχω ξαναδεί, όντα μικρά χρωματιστά μες στον καθρέφτη κλειδωμένα). Τις δυσκολίες που έρχονταν (Το ξέρω αυτό το βουητό / μέσ’ από στρογγυλές στοές / κι από πηγάδια σκεπασμένα / μέσ’ από δάση μυστικά, προϊστορικά / βαθιά στον πάγο φυλαγμένα. / Έρχεται καταπάνω μου και με τυλίγει / φέρνω το δάχτυλο στα χείλη. /Σσσ, σσς).

Βλέπει όμως κι  ένα πανηγύρι στο οποίο αυτός θα ήταν αρχηγός (πως είμαι αρχηγός σ' αυτό το πανηγύρι). Σαν να προφήτευε το πανηγύρι της Μεταπολίτευσης (Ανηφορίζουνε πομπές και μπαίνει ο μέγας τράγος / ο πρωταγωνιστής, / μ’ ένα πριόνι. / Φοράει ντενεκεδένιο στέμμα κι ένα ζευγάρι παρωπίδες. / Ραντίζει με αίμα τις πέτρινες κερκίδες / κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει). 

Όλα αυτά αντιπαρατίθενται στις ανθρώπινες αδυναμίες (γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή).

Λέγεται ότι τα τραγούδια του ήταν ποιήματα. Όμως, δεν ήταν μόνο οι στίχοι, αλλά αυτοί ενωμένοι με τη μουσική και την υπέροχη σκηνική παρουσία δημιουργούσαν  το συνολικό ποίημα. Το ποίημα Σαββόπουλος.

Επιπλέον εκφραζόταν μοναδικά αφενός με το ηχόχρωμα της φωνής του, αφετέρου με το πρόσωπό του, το  σώμα του, τα χέρια του,  την ίδια την ύπαρξή  του. Αυτή η μοναδικότητα της έκφρασης έκανε αδύνατο άλλοι τραγουδιστές να πουν τα τραγούδια του. Εμείς τα σιγοτραγουδούσαμε μαζί του με την άδολη μέθεξη εκείνης της εποχής.

Α! Πόσο τον αγαπούσα. Ήθελα να τον πλησιάσω, να τον ακουμπήσω αλλά ουδέποτε το έκανα. Αλλά πόσο δικό μου τον αισθανόμουν. Τον επευφημούσα με  τον απλούστερο τρόπο, σηκωνόμουν όρθιος κι έβαζα κάτι αγριοφωνάρες, μέχρι που ήμουν βέβαιος ότι με άκουγε και φώναζα, ΕΙΣΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ. Κάποιες φορές, όταν το άκουγε, γυρνούσε απορημένος και κοίταγε. Ήξερα όλα τα τραγούδια, κι εγώ ο παντελώς παράφωνος τα τραγουδούσα μαζί του: α ε ι ω, α ε ι ου, Ελευθερία ή θάνατος, ο κόσμος είναι αδιάβατος, κι ο χορός μου κάνει κύκλο και με κλείνει, και με κλείνει από παντού. Δεν καταλάβαινα σαφώς τι ήθελε να πει, όμως η ποιητικότητα του κομματιού καταλάμβανε όλη μου την ύπαρξη, με παράσερνε σε ψηλότερα επίπεδα από εκείνα της νόησης, σε επίπεδα ωκεάνιας πληρότητας, πέραν της οποίας τίποτα δεν είχε σημασία.

Μου ήταν άγνωστος, αν και πολλές φορές αισθάνθηκα να μου μιλάει προσωπικά σαν να με γνώριζε (Εμείς του ‘60 οι εκδρομείς… Εμείς). Ή: (Μη μου το πεις / Οι παλιοί μας φίλοι, / μην το πεις, / για πάντα φύγαν’). Ή: (Η ζωή αλλάζει / δίχως να κοιτάζει / τη δικιά σου μελαγχολία).

Στις παραστάσεις του στο Ροντέο πήγαινα συνεχώς, ίσως και δύο φορές την εβδομάδα. Αργότερα πήγαινα στο Κύτταρο, μετά σε τρία διαφορετικά μαγαζιά της Πλάκας, στο Μετρό, στα Εννέα Όγδοα (εκεί μια φορά με φώναξε στην πίστα και μου ζήτησε να χορέψω ζεϊμπέκικο με τη Μοσχολιού το τραγούδι «Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη»), σε όλα του τα μαγαζιά ήμουν παρών. Επίσης, όταν τραγουδούσε στην Κυδαθηναίων Το Κούρεμα κι έγινε ο σαματάς  από τους  «φίλους» του. Και σε πολλές συναυλίες, ακόμη και στη Θεσσαλονίκη, πολύ παλιά στα Δημήτρια – μέχρι και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ανέχτηκα για χάρη του.

Ο Σαββόπουλος ήταν ένας άνθρωπος που αναστοχαζόταν συνεχώς και αμφισβητούσε συνεχώς και τους πιο σταθερούς και παραδομένους μύθους της κοινωνίας μας. Γι’ αυτό πάντα προηγούνταν. Έλεγε: «Τα ίδια λάθη έχουμε κάνει εσείς κι εγώ, / τα ίδια λάθη». Όχι δεν κάναμε τα ίδια λάθη, εμείς κάναμε λάθη, πολλά λάθη παραλείψεων, εκείνος όχι, γιατί συνεχώς έψαχνε, προσπαθούσε ν’ ακούσει το καινούργιο παντού όπου κι αν το μυριζόταν. Ακόμη και τη σφαγή στο κέντρο της Κυψέλης (στο κέντρο Νεράιδα της Αθήνας στην οδό Δροσοπούλου) τη στοχάστηκε από την πλευρά του Κοεμτζή, για να καταλάβει τι έγινε εκεί κάτω και δημιούργησε το ανυπέρβλητο ποίημα. Μπορούσε να συνομιλεί συγχρόνως με τους δεκαεξάρηδες αλλά και τους νεοορθόδοξους. Συγχρόνως με τον Κοεμτζή και τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

ΟΙ λέξεις των τραγουδιών του ήταν σε εξαιρετικά ελληνικά, τίποτε δεν περισσεύει, τίποτε δεν λείπει.

Σκέφτομαι συνεχώς στίχους του, τώρα μεγάλος πια που μετράω τη ζωή μου, ξυπνάω κι επαναλαμβάνω μέσα μου, μάλλον όχι τυχαία, στίχους του:  Ποιος είμαι εγώ και πού πάω, με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό.

Τον ακολούθησα σε όλες του τις διαφοροποιήσεις στο κούρεμα, στην νεοορθοδοξία (δεν ταυτιζόμουν πια αλλά με ερέθιζαν οι απόψεις του και μου άρεσαν τα καινούργια του τραγούδια).

Σε συνέντευξή του στον Χρήστο Βακαλόπουλο λέει ότι πρώτη φορά μαγεύτηκε πέντε χρονών στο τσίρκο που τον πήγε η μάνα του κι ήθελε αυτό να το μεταφέρει πρώτα στον μεγάλο αδελφό του και μετά σε όλους τους άλλους. Ναι. Κατάφερε στη ζωή του να μεταφέρει τη μαγεία. Κι εγώ που γράφω τώρα αυτά, ακόμη αισθάνομαι μαγεμένος

Δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ και να τον θεωρώ ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Η ζωή του όλη ήταν ποίημα που το  είχα ζήσει, τόσο κοντά  όσο αυτός ο μεγαλειώδης άνθρωπος γενναιόδωρα το προσέφερε. Δεν επιδίωξα να τον γνωρίσω προσωπικά γιατί μου ήταν ήδη περισσότερο γνωστός και από αδελφός. Θεωρώ ότι με όλες τις πράξεις του έκανε εμάς τους Έλληνες καλύτερους, πνευματικότερους, πιο συμφιλιωμένους με την πραγματικότητα και, το πιο σοβαρό,  χαρούμενους.

Τελευταία φορά τον είδα στην κηδεία του Λάκη Παπαστάθη. Τον πλησίασα, έδειξε διάθεση να μιλήσει, αλλά εγώ πάλι δεν του μίλησα. Έμεινε ένας αγαπημένος άγνωστος.

Ακόμη και η απώλειά του τάραξε τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.

Εν κατακλείδι, τον ευγνωμονώ γιατί έδωσε πολλές φορές στη ζωή μου στιγμές διεξόδου και ανάτασης, κάνοντάς την όχι μόνο υποφερτή αλλά και ωραία.

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.