Σύνδεση συνδρομητών

Η επέλαση της αήθειας

Πέμπτη, 08 Ιανουαρίου 2026 00:22
Η Μαρία Καρυστιανού. Επικεφαλής του κινήματος των Τεμπών, βρίσκεται σήμερα απέναντι σε όσους έως προχτές την ακολουθούσαν, επειδή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κάνει κόμμα, απειλώντας να ροκανίσει τη δύναμη των κομμάτων της αντιπολίτευσης του χάους, πού την ακολουθούσαν και επιδοκίμαζαν το παιχνίδι που είχε ονομάσει Οξυγόνο.
Φωτπγραφία αρχείου
Η Μαρία Καρυστιανού. Επικεφαλής του κινήματος των Τεμπών, βρίσκεται σήμερα απέναντι σε όσους έως προχτές την ακολουθούσαν, επειδή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κάνει κόμμα, απειλώντας να ροκανίσει τη δύναμη των κομμάτων της αντιπολίτευσης του χάους, πού την ακολουθούσαν και επιδοκίμαζαν το παιχνίδι που είχε ονομάσει Οξυγόνο.

Υπάρχουν –τρόπος του λέγειν– άνθρωποι που πιστεύουν σοβαρά ότι μια φιγούρα όπως η Μαρία Καρυστιανού, χωρίς γνώση, εμπειρία και θεσμικό βάρος, μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα στη διεθνή σκηνή; Ότι μπορεί να σταθεί απέναντι σε ηγέτες, διπλωμάτες και γεωπολιτικούς παίκτες και να διαπραγματευτεί τα συμφέροντα της Ελλάδας, ως δήθεν βαθύς γνώστης της διεθνούς πραγματικότητας;

Στο μεταξύ, έχουμε ήδη ξεχάσει τους νεκρούς στα Τέμπη, διά των οποίων η συγκεκριμένη αναδείχθηκε. Τα ξυλόλια, τα μπαζώματα, τα ελαιόλαδα – όλα. Η τραγωδία έχει αφομοιωθεί, απονευρωθεί, μετατραπεί σε υλικό πολιτικής χρήσης. Και πάνω σε αυτά τα μπαζωμένα θεμέλια της κοιλάδας οικοδομείται τώρα ένα νέο κόμμα, σαν να πρόκειται για καθαρό οικόπεδο και όχι για τόπο θανάτου.

Ας κοιτάξουμε γύρω, λοιπόν. Για να προλάβουν τις αιτιάσεις περί ανεπάρκειας και απειρίας της Μαρίας Καρυστιανού, οι κύκλοι που την υποκινούν —ανακυκλώνοντας για μία ακόμη φορά το κενό— κατέληξαν στον Φαραντούρη. Έναν άνθρωπο που συγκεντρώνει, σχεδόν υποδειγματικά, όλο το πακέτο προσόντων που απαιτείται για την ολική εξαέρωση της χώρας την οποία επιδιώκουν.

Καθηγητής πανεπιστημίου. Ευρωβουλευτής. Γενικώς και αορίστως «προοδευτικός». Ένας άνθρωπος που αμφισβητεί τους πάντες, εκτός από τον εαυτό του. Διδάκτωρ του αμοραλισμού, με ειδίκευση στο περίπου, και με κύριο —και επικίνδυνο— χαρακτηριστικό το απόλυτο κενό. Και δεν εννοούμε το αθώο κενό της άγνοιας, αλλά το αυτάρεσκο κενό εκείνου που πιστεύει πως η ιδιότητά του αρκεί για να υποκαταστήσει το περιεχόμενο. Μιλάμε για πολιτική χωρίς περιεχόμενο που καταγγέλλει δίχως να λογοδοτεί στην πραγματικότητα και τη λογική, επειδή στερείται στοιχειώδους πρότασης και υπόστασης.

Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο αυτούς. Αφορά ολόκληρο το πολιτικό οικοσύστημα που επένδυσε σε μια εθνική τραγωδία και τη μετέτρεψε σε θέαμα. Τι λέει σήμερα και η μέχρι πρότινος φίλη της, Ζωή Κωνσταντοπούλου; Ποια είναι η τωρινή στάση του Βελόπουλου, επαγγελματία θηρευτή κάθε ευκαιρίας και εκδότη του «Χριστού», απέναντι στη «μάνα των Τεμπών» που άλλοτε υμνούσε; Πού τοποθετείται το ΚΚΕ του Κουτσούμπα, που αγωνιούσε αγωνιστικά για το «δικαίωμα της εκταφής»; Και ποια είναι, τέλος, η ευθύνη του Ανδρουλάκη και της υποτιθέμενης σοβαρότητας του Κέντρου;

Η λαλίστατη σιωπή τους μπροστά στον θρήνο της χαροκαμένης μάνας, τον οποίο οι ίδιοι μετέτρεψαν σε πρωτοφανές εργαλείο ανηθικότητας, εκμεταλλευόμενοι το πένθος των οικογενειών των θυμάτων και το λαϊκό αίσθημα είναι ενδεικτική. Όλος αυτός ο πολιτικός βούρκος που επένδυσε σε μια εθνική τραγωδία, μετατρέποντάς τη σε εξευτελιστική παρωδία, έχει κάτι να πει; Ή απλώς συνεχίζει να εκμεταλλεύεται τον πόνο σαν καύσιμο πολιτικής επιβίωσης;

Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε. Λίγες μόλις μέρες μετά την τραγωδία των Τεμπών, πολλοί από εμάς προβλέπαμε ακριβώς αυτή την εξέλιξη: ότι η Καρυστινού θα πολιτευτεί. Και τότε δεχόμασταν κατάρες, ύβρεις, ηθικό λιθοβολισμό.

Και ο λαός; Οι μεγάλες συγκεντρώσεις, η υστερία της «συμπαράστασης», οι κραυγές χωρίς κρίση; Ο Πάνος Ρούτσι, η απεργία πείνας που έληξε χωρίς εξήγηση, οι μυθολογίες περί εκταφών που δεν έγιναν ποτέ, οι καταγγελίες που κατέρρευσαν; Όλα αυτά ήταν για τη δικαιοσύνη ή για το πολιτικό θέατρο;

Ήταν ένα θέατρο που γελοιοποίησε όχι μόνο τον δημόσιο λόγο, αλλά και μια ολόκληρη αυτοαποκαλούμενη «προοδευτική κοινότητα». Ιδεολόγους χωρίς ευθύνη, τυχοδιώκτες με ηθικό άλλοθι, ανθρώπους που μιλούν στο όνομα του λαού χωρίς να λογαριάζουν τη χώρα.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, καθώς αυτή η υπόθεση στο σύνολό της ξεπέρασε τα όρια της εκμετάλλευσης μιας τραγωδίας και εξελίχθηκε σε φαινόμενο λαϊκής διαφθοράς. Είναι ακριβώς η στιγμή που η πολιτική παύει να στοχεύει στη βελτίωση της χώρας και αρχίζει να τρέφεται από την απαξίωσή της. Η στιγμή που η κριτική μετατρέπεται σε μίσος και η έννοια της ευθύνης αντικαθίσταται από μόνιμη καταγγελία.

Το ΚΚΕ κυρίως, και όσοι κινούνται στο ίδιο ιδεολογικό σύμπαν, σε μια παράδοξη σύμπτωση με τους ακροδεξιούς ψεκασμένους, στο όνομα της «αντιπολίτευσης», υπονομεύουν συστηματικά την ίδια την ιδέα της χώρας ως συλλογικού εγχειρήματος. Όχι στο όνομα της δικαιοσύνης, αλλά στο όνομα μιας ιδεολογικής αυτάρκειας που δεν αναγνωρίζει τίποτα πέρα από τον εαυτό της.

Και έτσι, μέσα σε μια διεθνή συγκυρία ασταθή, επικίνδυνη και απαιτητική, η Ελλάδα καλείται να σταθεί όρθια την ώρα που κάποιοι την τραβούν προς τα κάτω, επικαλούμενοι τον πόνο που οι ίδιοι πρώτοι ευτέλισαν.

Είναι πλέον φανερό ότι δεν πρόκειται για πολιτική διαφωνία. Άλλωστε, η πολιτική γι’ αυτούς λειτουργεί απλώς ως πρόσχημα. Το ουσιώδες είναι το ηθικό ρήγμα που γεννά η σύγχυση ανάμεσα στο γελοίο και το σοβαρό, ανάμεσα στην αγανάκτηση και την ευθύνη, ανάμεσα στην καταγγελία και τη σκέψη.

Από εδώ και πέρα, υπάρχει ευθύνη. Και αυτή βαραίνει όσους μπέρδεψαν συνειδητά το πένθος με την πολιτική.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.