Η προσφάτως εκδοθείσα μελέτη της ομότιμης καθηγήτριας φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Δεληγιώργη έρχεται σε αντιπαράθεση με το ρεύμα κατά του πλατωνισμού, το οποίο, σύμφωνα με τη συλλογιστική που αναπτύσσει η συγγραφέας, εκκινεί από τις ερμηνευτικές διαστρεβλώσεις των κειμένων του αριστοτελικού πλατωνισμού από τον γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976) κατά τον μεσοπόλεμο (στο πρώτο μέρος, σ. 37-200) και, εν συνεχεία, εξακτινώνεται, στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας συνθήκης, στις μεταδομιστικές και τις αντι-εσσενσιαλιστικές προσεγγίσεις σύγχρονων διανοητών (στο δεύτερο μέρος, σ. 201-352). Διασαφηνίζεται ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου ότι ο όρος «πλατωνισμός» αναφέρεται στη σύνθεση πλατωνισμού και αριστοτελισμού, η οποία, όπως υποστηρίζει η συγγραφέας, δεν περιχαρακώνεται στην κλασική αρχαιότητα ως ένα απολιθωμένο ορόσημο, αλλά εκτείνεται πέραν αυτής, σε μια μακραίωνη διάρκεια ή μια ιστορική διαχρονία, ως ένα βαρυσήμαντο γεγονός που υπόκειται σε ανανεωτικές μεθερμηνείες, κριτικές υπερβάσεις, παραφθορές ή αποκλεισμούς του.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, όπου θα επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη εξετάζει τα κείμενα στα οποία ο Χάιντεγκερ παραφράζει και κατ’ ουσίαν παραχαράσσει τον αριστοτελικό πλατωνισμό, το διαλεκτικό - ολιστικό - διεπιστημονικό μοντέλο οντολογίας - γνωσιοθεωρίας και φιλοσοφίας - επιστήμης που ερείδεται στο πνεύμα της αρχαιοελληνικής παιδείας, διατεινόμενος πως πρόκειται για την ελληνο-δυτική φιλοσοφική παράδοση που έφερε τη Δύση σε ένα τέλμα. Η συλλογιστική της συγγραφέως, η οποία κινείται με ιστορικο-κριτική μέθοδο, καθρεφτίζει μια ζώσα σκέψη, που προασπίζεται την αναστοχαστική δυνατότητα του φιλοσοφούντος υποκειμένου ως φορέα του Λόγου, αποκαλύπτοντας την εννοιολογική συσκότιση την οποία προκαλούν οι χαϊντεγκεριανές παρερμηνείες της ελληνο-δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης και φωτίζοντας τις ιδέες και τα νοήματα της τελευταίας. Επιπλέον, οι θεωρήσεις της Δεληγιώργη διακρίνονται για την οξύτατη ιστορική αίσθηση και την άοκνη μέριμνά της να τοποθετεί τις ιδέες και τα μορφώματα του στοχασμού στον αστερισμό των συγκυριών από τις οποίες εκπήγασαν, χωρίς να αγνοεί τη δυναμική της διάθλασης και της μετεγγραφής τους μέσα στους αιώνες. Η συμβολή της αναφερόμενης μελέτης έγκειται στην ανάδειξη της αποδόμησης του αριστοτελικού πλατωνισμού και των συνεπειών της. Τούτη η ανάδειξη δεν εξαντλείται σε μια εγκυκλοπαιδική αναπαράσταση ή μια αναδιήγηση φιλοσοφικών θέσεων, στις οποίες αρκέστηκε κατά κανόνα η μέχρι τούδε σχετική με το θέμα βιβλιογραφία.
Ο μυστικισμός του Χάιντεγκερ
Η παρουσία του Χάιντεγκερ στη φιλοσοφική σκηνή του 20ού αιώνα είναι ένα αμφιλεγόμενο φαινόμενο, τόσο λόγω του αστερισμού των φιλοσόφων και των ρευμάτων σκέψης που προηγήθηκαν όσο και λόγω του ορίζοντα που φαίνεται πως διανοίγεται (ή μήπως τελικά κατακλείνει και συσκοτίζεται;) με την έλευσή του. Το βιβλίο που εξετάζουμε αναλύει εν πρώτοις τον τρόπο με τον οποίο ο γερμανός στοχαστής υπονομεύει την κριτική δύναμη του αναστοχαστικού λόγου της φιλοσοφίας (που συνιστά, κατά τη συγγραφέα, το θεμέλιο της πραξιακής σκέψης), δίνοντας τελικά τη θέση της σε έναν διαλογισμό μυστικού χαρακτήρα που αποστηρίζεται στο ποιητικό λέγειν, μεταπηδώντας από τη «νόηση της νοήσεως» στο «λέγειν του λέγειν». Παραγκωνίζοντας ό,τι μεσολάβησε ως κριτική του μεταφυσικού υποβάθρου της θεοδικίας του Ντεκάρτ, παραμερίζοντας δηλαδή την καντιανή ανθρωποδικία, που οδήγησε στην εγελιανή διαλεκτική οντογνωσιοθεωρία, η χαϊντεγκεριανή σκέψη χρειάζεται να αντιπαλέψει με βαρύνοντα φιλοσοφικά προβλήματα (όπως είναι λ.χ. ο καρτεσιανός σολιψισμός του Εγώ), χωρίς ωστόσο να αναδεικνύονται ικανοποιητικότερες λύσεις έναντι εκείνων που έχουν ήδη προταθεί. Έτσι, ο Χάιντεγκερ προτάσσει τον διαχωρισμό τού είναι και του όντος, εγκαταλείποντας το νήμα της σκέψης που εγκαινίασε η γραμμή των φιλοσόφων του γερμανικού ιδεαλισμού, του Καντ, του Φίχτε, του Σέλλινγκ και του Χέγκελ, οι οποίοι άνοιξαν τον δρόμο από το αφηρημένο, όπου κατέληγε η παραστατική σκέψη, στο συγκεκριμένο, το οποίο διαυγάζει ο αναστοχαστικός κριτικός λόγος με όργανο τη διαλεκτική (θετική) λογική της πραξιακής σκέψης. Για τη συγγραφέα, το αποτέλεσμα του αναφερόμενου παραγκωνισμού είναι ο «ένδον διαλογισμός» στον οποίο εξικνείται η χαϊντεγκεριανή σκέψη, με άλλα λόγια ένας μυστικισμός που, ως παραπλήρωμα των θετικιστικών επιστημών, μετέρχεται την ποίηση, το ποιητικό λέγειν, ως όχημα αποκάλυψης των κεκρυμμένων βαθών στον ορίζοντα μιας μοίρας-πεπρωμένου, τόσο επικίνδυνης όσο και σωτήριας.
Ανατρέχοντας στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, διαβάζουμε:
Παραμερίζοντας τα περάσματα-σταθμούς της ελληνο-δυτικής σκέψης από την αρχαιοελληνική κοσμική Μεταφυσική στην θεολογική, στην δογματική, στην εκκοσμικευμένη και εξανθρωπισμένη Μεταφυσική, και εντέλει σε μορφές της σύγχρονης δυναμικής οντογνωσιοθεωρίας, [ο Χάιντεγκερ] ορθώνει την τεχνοδικία, που υποτάσσει τον σύγχρονο άνθρωπο στην δύναμή της να καταδαμάζει την φύση και την δημιουργία. (ό.π., σελ. 198)
Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την ανάλυση της συγγραφέως, η χαϊντεγκεριανή σκέψη, παροπλισμένη, αρνούμενη να συνομιλήσει εποικοδομητικά με τη διαδοχή των αναστοχαστικών και των κριτικών προσεγγίσεων που προηγήθηκε (από τον Καντ μέχρι τον Χέγκελ και από τον Μαρξ ώς τον Νίτσε) και, περαιτέρω, υποσκάπτοντας τον θετικό μηδενισμό με τον οποίο ο Νίτσε συναρτά τη φιλοσοφία του ως μεταξίωση, προβάλλει μια ανεστραμμένη σχέση επιστήμης και τεχνικής όπου τη συνεχώς καλπάζουσα και καταδαμάζουσα τεχνική του σύγχρονου κόσμου την υπαγορεύει η «θέληση για θέληση», η οποία αποκαλύπτεται ως μια θεμελιώδης μεταφυσική αρχή συνυφασμένη με το πεπρωμένο του ανθρώπου. Κατά τη συγγραφέα, η αχαλίνωτη επικυριαρχία της σύγχρονης τεχνικής εν είδει πεπρωμένου και, συνακόλουθα, η υπαγωγή της επιστήμης σε αυτή (ως έκφανσης της θέλησης για θέληση) υπονομεύουν τον αναστοχαστικό λόγο ως κριτική και ελευθεροποιητική δύναμη του ανθρώπινου νου, μαρτυρώντας μια απόπειρα του Χάιντεγκερ να προσδώσει τεχνηέντως ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο (ή ένα προκάλυμμα) στις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις του εθνικοσοσιαλισμού, συμπλέοντας με το τεχνοκρατικό πνεύμα μιας Γερμανίας σε εντατική ανάπτυξη της βιομηχανικής υποδομής της αλλά με φρόνημα που είχε πληγεί από την ήττα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
«Στρώνοντας» τον δρόμο στον μεταμοντερνισμό
Όπως διαγιγνώσκει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, οι χαϊντεγκεριανές «φονικές» ερμηνείες της ελληνο-δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης επικαθόρισαν εν πολλοίς την πορεία που ακολούθησε (ή δεν ακολούθησε εντέλει) η σύγχρονη σκέψη, δεδομένης της αναντίρρητης επίδρασης που άσκησε το έργο του γερμανού στοχαστή από τα πρώτα ακόμη χρόνια του μεσοπολέμου. Σύμφωνα με τη συλλογιστική της, η χαϊντεγκεριανή ερμηνευτική βία επί του αριστοτελικού πλατωνισμού επισκίασε τις προοπτικές μιας επανανακάλυψης του αναστοχαστικού φωτός στις σύγχρονες μεταστοιχειώσεις των κορυφαίων σταθμών της ελληνο-δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, ανοίγοντας τον δρόμο στους επιγόνους της σκέψης του Χάιντεγκερ, οι οποίοι, στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας συνθήκης, εισηγήθηκαν τις μεταδομιστικές και τις αντι-εσσενσιαλιστικές θέσεις τους.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου (σ. 201-352) αφιερώνει επιμέρους κεφάλαια στις προσεγγίσεις του Ζιλ Ντελέζ της δεκαετίας του 1960, του Ζακ Ντερριντά, του Ρίτσαρντ Ρόρτυ, του Ερνέστο Λακλάου, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν κ.ά., οι οποίες, κατά τη συγγραφέα, επέδρασαν, με τη σειρά τους, στη διαμόρφωση του status της σύγχρονης διανόησης.
Τέλος, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, φτάνοντας μέχρι τον υπερσχετικισμό που μαστίζει το πνεύμα της εποχής μας, σε μια διαφωτιστική πρότασή της σημειώνει:
Ο ακραίος σχετικισμός μηδενίζει την αναστοχαστική λειτουργία της πραξιακής σκέψης, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή ούτε η ιστορικο-κριτική εξέταση της λογικής, των μεθόδων και της σκοπιμότητας της τεχνο-επιστήμης, ούτε η κατανόηση του νοήματος της αλληλόδρασης θεωρείν και πράττειν ως μιας εκ των ων ουκ άνευ κατεύθυνσης και στοχοθεσίας. Μπορεί έτσι χωρίς εμπόδια να νομιμοποιεί, να εντείνει και να γενικεύει την υποβάθμιση της ιστορικής αυτοσυνείδησης. (σ. 276)
Κλείνοντας, οφείλουμε να επισημάνουμε την αξιοπαρατήρητη επικαιρότητα των αναλύσεων του βιβλίου της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη. Γιατί σήμερα επιβεβαιώνεται περισσότερο από ποτέ η παντοκρατορία ή, αλλιώς, η πλανητική ηγεμονία μιας ραγδαία και τυφλά αναρριχώμενης τεχνικής, μιας φρενήρους τεχνολογικής εξέλιξης, η οποία, ερήμην μιας ιστορικο-κριτικής και αναστοχαστικής προσέγγισης που θα λειτουργούσε ως πλοηγός της επιστήμης, επιτίθεται στη φύση και τον άνθρωπο, απομυζώντας αλόγιστα τους φυσικούς πόρους της Γης, προξενώντας καταστροφές και εξοπλίζοντας πολεμικές συρράξεις που στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές. Η συγγραφέας του βιβλίου αναγνωρίζει τα προβλήματα που γεννούν η βιαιότητα και η αυτοκαταστροφική επεκτατικότητα της σύγχρονης κοσμοαντίληψης, ανιχνεύοντας παράλληλα τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις μιας διεξόδου του πνεύματός μας και της ανθρώπινης συνθήκης από την κυριαρχία της μηδενιστικής τεχνοδικίας.