Όσοι εξακολουθούν να προσποιούνται ότι πρόκειται για «υπερβολές», για «παράπλευρες απώλειες» ή για «παρεξηγήσεις του θυμού» αρνούνται να δουν το προφανές: ο αντισημιτισμός επέστρεψε ως κοινωνικά ανεκτή ιδεολογία στον πυρήνα της Δύσης. Ξεθάφτηκε από τα υπόγεια της ιστορίας και αναστήθηκε στα πανεπιστήμια, στα μέσα ενημέρωσης, στους δρόμους των δυτικών πόλεων.
Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ έκανε ό,τι θα έκανε κάθε συντεταγμένο κράτος, απάντησε δηλαδή στρατιωτικά σε μια μαζική τρομοκρατική επίθεση, επιδίωξε την απελευθέρωση ομήρων και την εξουδετέρωση οργανώσεων που δηλώνουν ρητά την πρόθεσή τους να το εξαφανίσουν.
Κι όμως, ακριβώς αυτή η αυτονόητη αντίδραση παρουσιάστηκε σε μεγάλο μέρος του δυτικού λόγου ως «έγκλημα». Όχι απλώς ως υπερβολική ή λανθασμένη πολιτική αλλά ως ηθική εκτροπή. Η τρομοκρατία βαφτίστηκε «αντίσταση». Η άμυνα αποδόθηκε ως «γενοκτονία». Η δημοκρατία εξισώθηκε με τους δημίους της.
Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο οι γενναιόδωρες «χορηγίες» του Κατάρ και της Τουρκίας για να επιτύχει η ηθική αντιστροφή της πραγματικότητας.
Ο νέος αντισημιτισμός δεν έρχεται με σβάστικες
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο της εποχής μας είναι ότι ο αντισημιτισμός επανεμφανίζεται, σαν η ανθρωπότητα να μην κατανόησε το Ολοκαύτωμα, λες και τα καταριανά πετροδολάρια δημιούργησαν επιλεκτικά κενά μνήμης στην Ιστορία. Το εντυπωσιακό για να μην πω ανατριχιαστικό σε σχέση με τον 20ό αιώνα είναι ότι τον 21ο ο αντισημιτισμός δεν φορά τη στολή της Γκεστάπο, αλλά το μανδύα του «προοδευτισμού», της «ευαισθησίας», της «συμπερίληψης».
Παίρνει τη μορφή της στοχοποίησης εβραϊκών κοινοτήτων στη διασπορά, που καλούνται να απολογηθούν για πράξεις στις οποίες δεν μετέχουν. Μεταφράζεται σε συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων ως τέτοιων, σαν η ταυτότητά τους να συνιστά πολιτικό αδίκημα. Φτάνει έως την ανοιχτή άρνηση του δικαιώματος ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ, ενός δικαιώματος που θεωρείται αυτονόητο για κάθε άλλο λαό. Και το πιο ανησυχητικό, συνοδεύεται από μια παράξενη ανοχή, ακόμη και σιωπηλή δικαιολόγηση της βίας, αρκεί αυτή να προέρχεται από τη «σωστή» ιδεολογική ή πολιτισμική ταυτότητα. Το βέβαιο είναι ότι δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια συγκυριακή εκτροπή. Πρόκειται για καθαρό σύμπτωμα παρακμής, για ένδειξη μιας κοινωνίας που έχει αρχίσει να χάνει τα ηθικά της αντανακλαστικά.
Την ίδια στιγμή που το Ισραήλ καταγγέλλεται με σχεδόν υστερικό φανατισμό και μανία, ένα πλήθος πραγματικών εγκλημάτων εξαφανίζεται από το ηθικό πεδίο της διεθνούς ευαισθησίας. Οι μαζικές θηριωδίες του Πούτιν στην Ουκρανία, οι συστηματικοί βομβαρδισμοί αμάχων από αυταρχικά καθεστώτα, η απροκάλυπτη χρηματοδότηση και προστασία τρομοκρατικών οργανώσεων από κράτη που διακηρύσσουν ανοιχτά την πρόθεσή τους να αφανίσουν το Ισραήλ αντιμετωπίζονται είτε με σιωπή είτε με μια αμήχανη σχετικοποίηση. Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία δεν έχει καμία σχέση με τον ανθρωπισμό. Αποτελεί μορφή πολιτικής υποκρισίας και πολιτισμικής έκπτωσης. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η υποκρισία αυτή δεν γεννιέται στα περιθώρια, αλλά καλλιεργείται συστηματικά από ελίτ που ζουν και δρουν στο εσωτερικό δημοκρατικών καθεστώτων, απολαμβάνοντας τις ελευθερίες τους, την ίδια στιγμή που αρνούνται να τις υπερασπιστούν όταν αυτές απειλούνται.
Η ιστορία το έχει δείξει ξανά και ξανά: όταν οι Εβραίοι παύουν να είναι ασφαλείς, καμία κοινωνία δεν είναι. Ο αντισημιτισμός δεν σταματά στους Εβραίους. Είναι το πρώτο στάδιο μιας γενικευμένης αποσύνθεσης, όπου ο νόμος, η λογική και η ατομική ευθύνη υποχωρούν μπροστά στον φανατισμό και την ταυτότητα.
Γι’ αυτό και η άνοδος του αντισημιτισμού δεν είναι «εβραϊκό ζήτημα». Είναι ζήτημα επιβίωσης του δυτικού πολιτισμού.
Αν αυτό το κύμα αντισημιτισμού συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως «διαφωνία», ως «υπερβολή του λόγου» ή ως παράπλευρη συνέπεια γεωπολιτικών συγκρούσεων, τότε το πρόβλημα δεν θα περιοριστεί στους Εβραίους, όπως δεν περιορίστηκε ποτέ. Ο αντισημιτισμός είναι πάντοτε το πρώτο βήμα· από εκεί περνά η κατάρρευση της λογικής, η εξοικείωση με τη βία, η αποσύνθεση της δημοκρατικής συνείδησης. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να δικαιολογεί το μίσος ανάλογα με το ποιος το ασκεί έχει ήδη παραιτηθεί από την καθολικότητα των αξιών της. Και όταν οι δημοκρατίες διστάζουν να υπερασπιστούν τον πιο στοχοποιημένο λαό τους, στέλνουν το πιο επικίνδυνο μήνυμα: ότι οι ελευθερίες δεν είναι αδιαπραγμάτευτες, αλλά διαπραγματεύσιμες. Τότε ο κίνδυνος δεν είναι πια θεωρητικός. Είναι παρών. Και μας αφορά όλους.