Σύνδεση συνδρομητών

Τρεις γενιές, μια φωνή

Δευτέρα, 05 Ιανουαρίου 2026 13:04
Ο Σαββόπουλος του Χρήστου Δημητρίου, σχεδιαστή κόμικς από τη Δράμα, που για ένα σύντομο διάστημα εικονογραφούσε αφίσες και εκδόσεις του καλλιτέχνη.
Χρήστος Δημητρίου
Ο Σαββόπουλος του Χρήστου Δημητρίου, σχεδιαστή κόμικς από τη Δράμα, που για ένα σύντομο διάστημα εικονογραφούσε αφίσες και εκδόσεις του καλλιτέχνη.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό μας τραγούδι

I.

Η γενιά χωρίς χάσμα

Όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης με τόσο βαθιά παρουσία στη συλλογική ζωή ενός τόπου, το πρώτο ερώτημα δεν είναι αισθητικό∙ είναι γενεαλογικό: ποια γενιά τον έζησε, ποια τον διαμόρφωσε, ποια τον κληρονόμησε, τι γίνεται από δω και πέρα.

Στην περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου, αυτό το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η δική μας γενιά δεν είχε απέναντί του το χάσμα που χώρισε εκείνον και τους συνομηλίκους του από τους δικούς τους γονείς. Δεν χρειάστηκε να τον ανακαλύψουμε ούτε να τον διεκδικήσουμε· ήταν ήδη εκεί, κοινό πολιτισμικό υπόστρωμα.

Αυτό το γεγονός —η απουσία γενεακού χάσματος— καθορίζει και τον τρόπο που προσλάβαμε το έργο του. Δεν υπήρξε για εμάς λάβαρο ούτε σύμβολο μιας εξέγερσης, αλλά ένα κοινό σημείο αναφοράς. Για να κατανοήσει όμως κανείς αυτή τη διαφορετική σχέση, πρέπει πρώτα να στραφεί προς εκείνους που τον άκουσαν να εμφανίζεται για πρώτη φορά: στη δική του γενιά.

 

II.

Η γενιά του Σαββόπουλου — Η πρώτη «νεότητα» στην Ελλάδα

Η γενιά του Σαββόπουλου ήταν η πρώτη ελληνική γενιά που βίωσε τη νεότητα ως αυτοτελή πολιτισμική εμπειρία, όχι ως ηλικία που προηγείται της ωριμότητας. Οι προηγούμενες γενιές γερνούσαν νωρίς. Βλέπουμε σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους παππούδες μας τριαντάρηδες και σαραντάρηδες και μοιάζουν πολύ ηλικιωμένοι, γέροι.  Στα 58 του ο Τσιτσάνης εμφανίστηκε στην εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου ως άνθρωπος μιας περασμένης εποχής.

Αυτό το σχήμα άρχισε να αλλάζει στη δεκαετία του 1960, όταν μια παγκόσμια μετατόπιση —η γέννηση της «κουλτούρας της νεότητας»— έφτασε και στην Ελλάδα. Η γενιά του Σαββόπουλου διαμορφώθηκε μέσα σε αυτή τη μετάβαση: έζησε την ανακάλυψη της ατομικής φωνής, της πολιτισμικής αυτονομίας, της δυνατότητας να «παίρνεις αποστάσεις» από το πατρικό σπίτι όχι μόνο φυσικά αλλά και συμβολικά. Ο Σαββόπουλος υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική φωνή αυτής της κίνησης. Το Φορτηγό δεν ήταν απλώς μουσική· ήταν πράξη ρήξης με μια κοινωνία που συντριβόταν από το βάρος των οικογενειακών, πολιτικών και πολιτισμικών δομών του μετεμφυλιακού κόσμου.

Στο ελληνικό πλαίσιο, η φυσιογνωμία του Σαββόπουλου είχε κάτι το απρόσμενα καινούργιο: ένας έφηβος από τη Θεσσαλονίκη, από κάποια συνηθισμένη, μικροαστική οικογένεια προσφυγικών καταβολών, αλλά με έναν ακουστικό ήχο που παρέπεμπε σε παγκόσμια κινήματα (folk, rock, διαμαρτυρία), και ταυτόχρονα με γλώσσα βαθιά ελληνική, ιδιοσυγκρασιακή, πολυεπίπεδη. Για τους νέους της εποχής του, δεν ήταν απλώς καλλιτέχνης· ήταν κάποιος που μιλούσε τη γλώσσα τους, που εξέφραζε το βίωμά τους, που άρθρωνε δημόσια τα συναισθήματα και τις αντιφάσεις τους με μια αμεσότητα που δεν μπορούσαν να εκφράσουν ο λυρισμός του Χατζιδάκι ή η εξωραϊσμένη λαϊκότητα του Μίκη.

Αυτή η ρήξη, για τη γενιά του 1960, δεν ήταν δευτερεύουσα υπόθεση. Ήταν κομμάτι του αιτήματος για μια ευρύτερη αλλαγή της κοινωνίας, της πολιτικής, του κράτους. Κι ο Σαββόπουλος δεν ήταν προϊόν αυτής της κίνησης, αλλά βασικός μοχλός της. Ο τρόπος με τον οποίο έγραψε, τραγούδησε, μίλησε, προκάλεσε, συγκίνησε, θύμωσε και δίχασε, έδωσε στους συνομηλίκους του κάτι που δεν είχαν οι νέοι των προηγούμενων εποχών: την αίσθηση ότι μπορούν να μιλήσουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους· να αρθρώσουν ΕΓΩ.

Δεν είναι τυχαίο ότι για τους ανθρώπους της γενιάς του Σαββόπουλου η σχέση μαζί του έμεινε, σε μεγάλο βαθμό, βιωματική. Δεν χρειαζόταν να αναλύουν, γιατί το έργο του ήταν δικό τους. Είχε την ίδια μυρωδιά, τον ίδιο ρυθμό, τα ίδια σύμβολα. Είχαν μεγαλώσει μαζί τους. Γι’ αυτό και η σχέση τους μαζί του ήταν βαθιά προσωπική —συχνά φορτισμένη, κάποιες φορές άκριτη, αλλά πάντοτε έντονη. Γι’ αυτούς, ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ένας δημιουργός· ήταν το πρόσωπο μιας εποχής.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να εντοπίσουμε, νομίζω, και μια βασική αιτία των εντάσεων που υπήρχαν σε όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής – οι ρήξεις, οι αντεγκλήσεις και οι έντονες διαφωνίες δεν εμφανίστηκαν αίφνης με το Κούρεμα ή με τα Τραπεζάκια έξω, αλλά από τις αρχές του 1970. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Ρεζέρβα απευθύνεται στα «Παιδιά που είναι στο κόμμα». Η εσωτερική αλλαγή του Σαββόπουλου –έντονη, ίσως βίαιη, οπωσδήποτε όμως όχι πρωτοφανής– οδήγησε στη μεταμόρφωση της δημόσιας εικόνας του. Ο τραγουδοποιός, για τη γενιά του, υπήρξε συνοδοιπόρος και σύντροφος. Αίφνης όμως μετακινήθηκε από το ρόλο του ανήσυχου νέου σ’ εκείνον του παρατηρητή, του συμβουλάτορα. Έγινε δάσκαλος και συμβουλάτορας, μια πατρική φιγούρα που ενοχλούσε – γιατί πάντα μας ενοχλούν οι παραινέσεις των γονιών και των δασκάλων μας. Ποιος είναι αυτός κι από πού κι ώς πού μας μιλάει έτσι;

Η ελληνική Αριστερά, ιδιαίτερα, δυσκολεύεται να αποδεχτεί τη σημασία της προσωπικότητας, πόσο μάλλον τη μεταμόρφωση των δικών της ηρώων. Τους θέλει πάντα στο ίδιο σημείο, γρανάζια στην μηχανή, φορείς μιας ιδεολογικής ακεραιότητας χωρίς ρωγμές. Οι μετατοπίσεις του Σαββόπουλου προκάλεσαν βαθιές ενστικτώδεις αποστάσεις, που ίσως δεν σχετίζονταν με το περιεχόμενο των λόγων του, αλλά περισσότερο με το φαντασιακό μιας γενιάς.

Αυτή ακριβώς η εμπειρία βιωματικής ταύτισης είναι που διαχωρίζει τη γενιά τους από τη δική μας. Για εμάς, ο Σαββόπουλος ήταν παρών — αλλά όχι ένας από μας. Για αυτούς, ήταν ταυτόσημος με το νεανικό τους βλέμμα. Εκείνοι τον συνάντησαν ως ρήξη· εμείς ως τοπίο.

 

III.

Η δική μας γενιά — Μνήμη χωρίς ρήξη

Αν η γενιά του Σαββόπουλου ταυτίστηκε μαζί του μέσα από μια εμπειρία πολιτικής και πολιτισμικής ρήξης, η δική μας γενιά τον ενσωμάτωσε χωρίς να χρειαστεί να τον ψάξει. Ήταν ήδη εκεί, ένα σταθερό στοιχείο του κόσμου μέσα στον οποίο μεγαλώσαμε, ένα κοινό πολιτισμικό υπόστρωμα που δημιουργήθηκε πριν από μας.

Αργότερα, στην εφηβεία και στην πρώτη νεότητα, ήρθε η στιγμή της συνειδητοποίησης: καταλάβαμε ότι αυτή η φωνή αφορούσε κι εμάς. Δεν ήταν απλώς μουσική που αγαπούσαν οι μεγάλοι — ήταν ένα κομμάτι της δικής μας ταυτότητας, το οποίο έπρεπε να διαπραγματευτούμε. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν υπήρξε θεαματική ούτε δραματική· περισσότερο έμοιαζε με μια αργή, σχεδόν υπόγεια διείσδυση. Ήταν κομμάτι της ενηλικίωσής μας: επώδυνο, χαρούμενο, τελετουργικό.

 

1. Μνήμη

Τον γνωρίσαμε στο πατρικό μας. Τα τραγούδια του υπήρχαν παντού σε εκείνα τα σαλόνια όπου οι γονείς κάπνιζαν, συζητούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν: στους δίσκους και στις κασέτες, στα ραδιόφωνα. Δεν υπήρξε στιγμή «ανακάλυψης» — ο Σαββόπουλος ήταν ήδη εσωτερικευμένος ήχος. Θυμάμαι να ακούω το «Ας κρατήσουν οι χοροί» και να το τραγουδάω. Να ρωτάω τη μητέρα μου τι είναι «έρημοι κι απρόσωποι» και να τραγουδάμε όλοι μαζί «Να μας έχει ο Θεός καλά»· δεν μπορώ να θυμηθώ — δεν ξέρω έναν κόσμο χωρίς τα τραγούδια του.

Κομβικό σημείο ήταν η τηλεοπτική εκπομπή Ζήτω το ελληνικό τραγούδι. Για πολλούς από εμάς, αυτό υπήρξε το πρώτο σημείο συνειδητής επαφής με έναν καλλιτέχνη που ήδη γνωρίζαμε ασυνείδητα. Ξαφνικά, η φωνή των κασετών αποκτούσε πρόσωπο, λόγο, πολιτισμική αφήγηση. Η εκπομπή αυτή έγινε κοινός τόπος: δεν ανήκε μόνο στους γονείς μας, αλλά και σε εμάς. Ίσως μάλιστα περισσότερο σε μας. Μας έδωσε ένα σημείο αναφοράς, κι ας μην το διεκδικήσαμε, που παραμένει σταθερό. Έναν μπούσουλα για το τραγούδι και τη ζωή.

 

2. Απο/κωδικοποίηση

Μη έχοντας ζήσει τον Σαββόπουλο μέσα από δική μας νεανική εξέγερση, τον προσεγγίσαμε διανοητικά. Οι γονείς μας τον αισθάνονταν· εμείς τον σκεφτήκαμε. Αρχίσαμε να ακούμε τους στίχους του φιλολογικά· να αναγνωρίζουμε τις αναφορές, τις παρωδίες, την περίπλοκη σχέση του με την παράδοση και τον δυτικό ήχο· το παιχνίδι ανάμεσα στο λόγιο και το λαϊκό.

Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι το δοκίμιο του Δημήτρη Καράμπελα. Ένα κείμενο που συστήνει τη γενιά μας μιλώντας για τον κατεξοχήν εκπρόσωπο της γενιάς των γονιών μας. Συνοψίζει έτσι έναν συγκεκριμένο τρόπο πρόσληψης: τη μετατροπή ενός καλλιτέχνη-βιώματος σε αντικείμενο στοχασμού. Δεν υπήρξαμε συνοδοιπόροι, ούτε οπαδοί. Γίναμε αναγνώστες. Ο Σαββόπουλος υπήρξε για μας τόσο πρόσωπο όσο και κείμενο.

 

3. Νοσταλγία

Η γενιά μας μεγάλωσε μέσα σε μια κουλτούρα νοσταλγίας. Ήταν η εποχή που η δεκαετία του 1960 μετατράπηκε από ιστορική συγκυρία σε φαντασιακή αναφορά· σε κάτι που οι επόμενες γενιές καλούνταν να αναπολήσουν κι ας μην το έχουν ζήσει. Νοσταλγήσαμε μια εποχή που δεν ήταν δική μας· μια Ελλάδα στο μεταίχμιο, έναν κόσμο που είχε φτάσει σε μας μέσω ασπρόμαυρων ταινιών, γρατζουνισμένων LP, «κομματιών κι αποσπασμάτων». Νοσταλγήσαμε την αθωότητα, την ελπίδα, τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, που είχαν οι τότε νέοι – παραδόξως τόσο διαφορετικοί από τους γονείς μας, κι ας ήταν οι γονείς μας.

Ο Σαββόπουλος λειτούργησε για εμάς ως φορέας αυτής της φαντασιακής δεκαετίας. Ήταν το πρόσωπο μιας εποχής που είχαμε ανάγκη να ανασυστήσουμε για να την καταλάβουμε και να την αφομοιώσουμε — και να αποδεχτούμε τους γονείς μας και κατ’ επέκταση τους εαυτούς μας. Η σχέση μας μαζί του υπήρξε, έτσι, και μια μορφή γέφυρας προς τη δική τους νεότητα. Όπως κάποτε εκείνοι άκουγαν τον Σαββόπουλο για να αποστασιοποιηθούν από τους δικούς τους γονείς, εμείς τον ακούγαμε για να πλησιάσουμε τους δικούς μας.

 

4. Ύστερο έργο

Το σημείο όπου η δική μας γενιά διαφοροποιείται από τη γενιά των γονιών μας, αυτό είναι το ύστερο έργο του Σαββόπουλου. Από το Κούρεμα και μετά, οι άνθρωποι της γενιάς του άρχισαν να αποστασιοποιούνται: άλλοι από απογοήτευση, άλλοι από κόπωση, άλλοι από τη φυσική φθορά του ενθουσιασμού της νιότης.

Εμείς όμως ήμασταν εκεί. Ακούσαμε τα τραγούδια αυτής της περιόδου όχι ως «προδοσία» ή ως «υποχώρηση» από ένα επαναστατικό παρελθόν, αλλά ως την εξομολόγηση ενός ενήλικου. Κάποιος μας μίλησε, επιτέλους, ειλικρινά για αδυναμίες και σφάλματα —προσωπικά και συλλογικά— περιγράφοντας την πραγματικότητα που ψηλαφούσαμε, χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις.

Είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι η πολιτική του Διονύση Σαββόπουλου δεν υπήρξε ποτέ ιδεολογικά συνεκτική με την παραδοσιακή έννοια. Αποτέλεσε προέκταση του προσωπικού του βιώματος. Δεν μιλούσε εκ μέρους κάποιου στρατοπέδου —ακόμη κι όταν συστρατευόταν προσωρινά με ένα— αλλά με τη φωνή της δικής του εμπειρίας και κρίσης. Οι παρεμβάσεις του ήταν πάντοτε προσωπικές και, γι’ αυτό, ενίοτε αντιφατικές. Δεν υιοθετούσε το λεξιλόγιο του πολιτικού συρμού και σπάνια την ίδια του τη λογική. Έλαβε μέρος στον δημόσιο διάλογο χωρίς να ενταχθεί οργανικά πουθενά· κατά καιρούς υπήρξε προοδευτικός, άλλοτε συντηρητικός, πάντοτε όμως σύμφωνος με το βαθύ προσωπικό του βίωμα και με αυτό που πίστευε κάθε φορά ότι ήταν το καλύτερο για τη χώρα και την κοινωνία. Αυτή η στάση τον έκανε απρόβλεπτο και, συχνά, ενοχλητικό· αλλά γι’ αυτό ακριβώς κανένα πολιτικό στρατόπεδο δεν μπόρεσε ποτέ να τον οικειοποιηθεί πλήρως. Κατέληξε περίπου εκεί όπου απλώς ανέχονταν τα πήγαιν’-έλα του — κάπως έτσι εξηγούσε και ο Μάνος Χατζιδάκις την ψήφο του.

Για να επιστρέψω όμως στο ύστερο έργο και στον τρόπο που το ψηλαφούσαμε, αναμφισβήτητα η ανατρεπτική διάθεση του Φορτηγού ή του Περιβολιού δεν υπήρχε. Είναι φανερό ήδη από τα Τραπεζάκια ότι περισσότερο τον ενδιέφεραν οι συγκλίσεις, παρά οι αντεγκλήσεις και οι ρήξεις. Το Κούρεμα είναι εξαίρεση, την οποία έχουμε συζητήσει αναλυτικά αλλού και δεν έχει νόημα να επαναληφθούμε. Πρέπει όμως να του αναγνωρίσουμε ότι παρέμεινε ριζοσπαστικός, με την έννοια ότι οι ιδέες και το βίωμα που τραγουδά σπανίως συμβαδίζουν με εκείνα της πλειοψηφίας και, κυρίως, με των συντρόφων της νιότης του.

Εμείς όμως τον ακούγαμε χωρίς τις αποσκευές της απογοήτευσης και της ματαίωσης που κουβαλούσαν οι συνομήλικοί του. Δεν τον συγκρίναμε με το 1960 — γιατί για μας το 1960 δεν υπήρξε ποτέ παρόν, μόνο αφήγηση.

 

5. Μια σχέση διαμεσολαβημένη αλλά σταθερή

Η σχέση της δικής μας γενιάς με τον Σαββόπουλο ήταν λιγότερο θορυβώδης, αλλά ίσως αποδειχτεί πιο ανθεκτική. Δεν γεννήθηκε σε μια νεανική έκρηξη, στην ελπίδα για αλλαγή του κόσμου, στο πάθος του αγώνα. Διαμορφώθηκε σε μια μακρά διαδικασία εσωτερίκευσης. Ο Σαββόπουλος υπήρξε παρών στη ζωή μας όχι ως λάβαρο, αλλά ως υπόστρωμα. Κάποιοι από εμάς τον αγάπησαν, άλλοι γοητεύτηκαν, κάποιοι διαφώνησαν, και μερικοί απλώς συνυπήρξαν μαζί του. Νομίζω όμως ότι κανένας δεν υπήρξε αδιάφορος. Ο Σαββόπουλος ήταν πάντα εκεί: άλλοτε ως τραγούδι, άλλοτε ως άποψη, άλλοτε ως παραμύθι, άλλοτε ως αμφιλεγόμενος διανοούμενος, άλλοτε ως αντίπαλος — ποτέ όμως ως σιωπή.

Τελικά, αυτός ο τρόπος συνύπαρξης είναι χαρακτηριστικός της δικής μας γενιάς. Η μουσική και η κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 ήταν για εμάς κάτι ήδη διαμορφωμένο, ένα συλλογικό ασυνείδητο. Κι αν δεν τη ζήσαμε, την κουβαλάμε μέσα από τις ιστορίες και τις αναφορές των γονιών μας. Είναι κάτι που υπήρχε στο φόντο — μακρινό, αλλά προσβάσιμο. Αυτή η ήπια, μακρά και βιωματική σχέση με τον Σαββόπουλο διαφοροποιεί τη γενιά μας από τη δική του· και, βέβαια, ακόμη περισσότερο, από τη γενιά των παιδιών μας.

 

IV.

Η γενιά των παιδιών μας — Η νέα απόσταση

Αν η δική μας γενιά κληρονόμησε τον Σαββόπουλο φυσικά, σχεδόν αβίαστα, τα παιδιά μας βρίσκονται μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Δεν τους χωρίζει απλώς απόσταση ετών, ούτε η επιθυμία για έναν διαφορετικό κόσμο, έναν άλλο τρόπο ζωής. Υπάρχει ένα ολόκληρο πολιτισμικό διάκενο. Η δική τους καθημερινότητα, η γλώσσα τους, ο τρόπος με τον οποίο κινούνται στον κόσμο και καταναλώνουν την κουλτούρα, έχει ελάχιστα κοινά με τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναδύθηκε ο Σαββόπουλος και ζήσαμε εμείς τη δική μας νεότητα.

Τα παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σε μια ριζικά διαφορετική πολιτισμική συνθήκη: ένα περιβάλλον ψηφιακό, κατακερματισμένο, πλήρως εξατομικευμένο. Αν η δική μας γενιά έμαθε μουσική από τις κασέτες που ανταλλάσσαμε μεταξύ μας και τα ραδιόφωνα, τα παιδιά μας τη μαθαίνουν από αλγόριθμους. Δεν υπάρχει πια λαϊκό τραγούδι ή μουσική της γενιάς, με την έννοια που υπήρχε για μας και τους προηγούμενους. Υπάρχουν ατομικές ροές: προσωπικά timeline, playlist, κουλτούρες μικροσκοπικές και εσωστρεφείς. Ένα τραγούδι μπορεί να γίνει παγκόσμια επιτυχία χωρίς να έχει περάσει από κανένα συλλογικό φίλτρο — κι ένα άλλο, σπουδαίο ίσως, να μην το ακούσει ποτέ κανείς πέρα από μια κλειστή ψηφιακή φυσαλίδα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι για τα παιδιά μας ο Σαββόπουλος είναι «παλιός». Όπως και όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και καλλιτέχνες, οι σημαντικοί φιλόσοφοι και διανοούμενοι, οι διαμορφωτές του δυτικού πολιτισμού, όπως τον γνωρίσαμε, έχουν τεθεί εκτός του οικοσυστήματός τους. Δεν είναι παρών στο ρεύμα της καθημερινότητάς τους. Δεν βρίσκεται στα feed τους, στις λίστες που τους πλασάρει η τεχνητή νοημοσύνη, στις αναφορές των συνομηλίκων τους. Είναι ένας κύριος που έπαιζε κιθάρα πριν από μισό αιώνα και ο μπαμπάς με τη μαμά έχουν κάποιο κόλλημα μαζί του.

Και υπάρχει και κάτι πιο βαθύ από αυτό: μια γλωσσική και βιωματική απόσταση. Οι στίχοι του Σαββόπουλου, ακόμα κι όταν μιλούν για τον έρωτα, τη χαρά ή την ελευθερία, είναι ριζωμένοι σε μια συλλογική εμπειρία, η οποία απαιτεί να μοιράζεσαι κοινή γλώσσα και κοινό ορίζοντα. Τα παιδιά μας δεν έχουν πια αυτόν τον ορίζοντα. Δεν τον απέρριψαν· απλώς δεν τον κληρονόμησαν, όχι γιατί είμαστε κακοί γονείς, αλλά γιατί έτσι διαμόρφωσε τον κόσμο η εξέλιξη της τεχνολογίας. Για να τον καταλάβουν, θα έπρεπε πρώτα να μεταφράσουν το πλαίσιο — και ποιος έφηβος θέλει να μεταφράζει;

Κι εδώ εμφανίζεται αυτό που θα αποκαλούσα τίμιο πανικό της δικής μας γενιάς. Όχι πανικό για τον Σαββόπουλο ως άτομο, ούτε για το έργο του, φυσικά. Αλλά για την αλυσίδα που φοβόμαστε ότι σπάει. Η σχέση μας με τους γονείς μας βασίστηκε σε μια κοινή πολιτισμική γλώσσα. Μοιραζόμασταν σημεία αναφοράς. Πολλά τραγούδια τα ακούγαμε μαζί, κι ας τα ερμηνεύαμε διαφορετικά.

Τα παιδιά μας φαίνεται ότι δεν τα μοιράζονται πια αυτά μαζί μας — ίσως ούτε μεταξύ τους.

Πρόκειται για μια μετατόπιση βαθιά και βίαιη, καθώς συμβαίνει τώρα, σε ελάχιστο χρόνο. Και βέβαια δεν αφορά μόνο τη μουσική αλλά την ίδια την έννοια του πολιτισμού ως κοινή εμπειρία. Η γενιά του Σαββόπουλου έζησε την πολιτισμική ρήξη, η δική μας τη συνέχεια· τα παιδιά μας ζουν την αποσύνδεση. Αυτή η αποσύνδεση δεν είναι εχθρική· είναι όμως δομική. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει κάτι που «φταίει» ή που μπορεί εύκολα να διορθωθεί.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το ρήγμα υπάρχει η ελπίδα μαζί με την επιθυμία ότι τα βασικά στοιχεία, η μαγιά, που έλεγε κι ο Μακρυγιάννης, θα επιβιώσουν. Άλλωστε, η απομάκρυνση των παιδιών μας από τον Σαββόπουλο (και τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Τσαρούχη, τον Καβάφη και τον Σεφέρη ή ακόμα από τον Γκανά και τον Παπαγιώργη, αλλά ας μην ανοίξουμε την κουβέντα) δεν είναι απόρριψη· είναι δυσκολία διασύνδεσης.

Ο κόσμος που τους κληροδοτούμε γίνεται όλο και πιο άχρωμος, όλο και πιο μονοκόμματος, οπότε πώς να τραγουδήσουν για ανθισμένες κερασιές και απόγευμα ζεστό, αγάπες συννεφούλες, και γαλάζιες προκυμαίες, 

Γιατί ο προβληματισμός μας είναι ακριβώς εδώ: Να μεταδοθεί και να γνωριστεί το σαββοπουλικό τραγούδι σαν βίωμα, όχι μόνο σαν μνημείο σε αίθουσες συναυλιών σοβαρής μουσικής.

 

V.

Τι μένει από τον Σαββόπουλο — Ελληνικότητες και εορταστικός βίος

Το ερώτημα τι μένει από τον Σαββόπουλο, τώρα που η φωνή του σίγησε, είναι αναπόφευκτο. Και καθόλου απλό. Δεν απαντάται με έναν κατάλογο τραγουδιών ούτε με μια αποτίμηση των αισθητικών του φάσεων. Το έργο του υπήρξε τόσο πολυσχιδές, τόσο αυτοαναφορικό και αντιφατικό, ώστε κάθε προσπάθεια να το συνοψίσεις σκοντάφτει στην πολυμορφία του. Αν, ωστόσο, αναζητήσει κανείς μια σταθερά, ένα υπόστρωμα που να διαπερνά τις δεκαετίες και τις μεταμορφώσεις του, τότε αυτό είναι η ελληνικότητα — ή, μάλλον, οι ελληνικότητες.

Για τον Σαββόπουλο, η ελληνικότητα δεν υπήρξε ποτέ στατική. Ήταν μια συνεχής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε κόσμους: «είτε με τις αρχαιότητες είτε με ορθοδοξία». Στο έργο του αυτές οι όψεις συνυπάρχουν, άλλοτε αρμονικά, άλλοτε συγκρουσιακά.

Από τη ρητορική του 1960 και τη ρομαντική ελευθερία της πρώτης του περιόδου ώς την ώριμη στροφή προς τη ορθοδοξία, την παράδοση, τον πολιτισμό του ανθρώπου και της κοινότητας ή το κοίταγμα προς τη Δύση και τον εκσυγχρονισμό, ο Σαββόπουλος διατηρούσε πάντοτε ένα κοινό μέτρο: την αναζήτηση της ελληνικότητας ως τρόπου βίου, όχι ως εθνολογικού σχήματος.

Γι’ αυτό και, αν μιλήσουμε για «ελληνικότητες» στον πληθυντικό, δεν πρόκειται για ετερογένεια, αλλά για πολλαπλές εκφάνσεις του ίδιου βιώματος: της προσπάθειας να υπάρξεις μέσα στον κόσμο με έναν τρόπο που να είναι ταυτόχρονα ανοιχτός και οικείος, πνευματικός και γήινος. Στον Σαββόπουλο, η Ελλάδα δεν είναι ούτε μουσειακή κληρονομιά ούτε εθνική εξιδανίκευση· είναι ζώσα εμπειρία και αγώνας μέσα στην καθημερινότητα, στην παρέα, στο τραγούδι, στο γλέντι.

Εδώ ακριβώς συναντούμε και τη δεύτερη σταθερά του: το βίωμα. Κανένας άλλος δημιουργός δεν μετέτρεψε τόσο επίμονα την προσωπική εμπειρία σε υλικό τέχνης. Ο Σαββόπουλος βούτηξε μέσα του — όχι για να εξομολογηθεί, αλλά για να καταστήσει καθολικό το προσωπικό. Οι στίχοι του, ακόμη κι όταν είναι εξόχως προσωπικοί, λειτουργούν ως κοινός τόπος. Δεν ενδιαφερόταν να φτιάξει χαρακτήρες· ήθελε να βρει φωνές. Και κάθε του φωνή έφερε κάτι από τη δική μας, κάτι που μπορούσε να μας συμπεριλάβει.

Αλλά πάνω απ’ όλα, υπήρχε ένας πυρήνας που ενοποιούσε την ελληνικότητα και το βίωμα: η γιορτή. Κάθε του συναυλία ήταν ένα πανηγύρι: Μπάντες, φωταγωγήσεις, μπαλόνια, χοροί, πυροτεχνήματα, ζωγραφιές και αερόστατα· ό,τι θύμιζε χαρά, συμμετοχή, κοινότητα. Στο έργο του, το γλέντι και η τελετή, το ιερό και το βλάσφημο, το κουλτουριάρικο και το λαϊκό συναντώνται χωρίς αμηχανία. Το τραγούδι δεν είναι ποτέ απλώς ακρόαση· είναι μια στιγμή συλλογικού παρόντος – μια πράξη συνεύρεσης, όπως θα έλεγε κι ο Χατζιδάκις

Και αυτή η διάσταση δεν περιοριζόταν στη σκηνή. Ο ίδιος αγαπούσε τις γιορτές, τα τραπεζώματα, τις παρέες, τις μικρές καθημερινές τελετουργίες. Το έργο του περιγράφει και υπηρετεί αυτήν ακριβώς την εμπειρία: τον εορταστικό βίο ως τρόπο ύπαρξης. Η γιορτή, για τον Σαββόπουλο, δεν ήταν φυγή από την πραγματικότητα· ήταν ο πιο ουσιαστικός τρόπος να τη ζήσεις. Γι’ αυτό και το έργο του, ακόμη κι όταν μιλά για πόνο, διαψεύσεις, πολιτική ή θάνατο, δεν χάνει ποτέ την αίσθηση της χαράς, της συγκίνησης, της παιδικότητας.

Νομίζω, λοιπόν, ότι με τον καιρό οι διαμάχες και οι αντεγκλήσεις, ειδικά για τα κομματικά, θα ξεχαστούν. Κι εκείνο που θα μείνει δεν θα είναι απλώς τα ωραία τραγούδια και οι ιστορίες, αλλά η αντίληψη ότι η ζωή είναι μια γιορτή. Και η γιορτή, για τον Σαββόπουλο, δεν είναι χαβαλές κι ελαφρότητα, αλλά ευθύνη, πρώτα για τους εορτάζοντες κι έπειτα για όσους συμμετέχουν. Είναι, με έναν τρόπο, το κοινό σημείο συνάντησης όλων των «ελληνικοτήτων» του: του Θεού και του ανθρώπου, του προσωπικού και του συλλογικού, του λαϊκού και του λόγιου, του αρχαίου και του σύγχρονου.

Στην εποχή της διάλυσης των συλλογικών εμπειριών, αυτή η ιδέα του εορταστικού βίου μοιάζει και είναι ριζοσπαστική.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που απορρίπτουν τη μόνωση. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν να συνδέσουν το προσωπικό με το κοινό, την πίστη με τη χαρά, την ελπίδα με την ευθύνη, το έργο του Σαββόπουλου θα παραμένει στα χείλια τους. Όχι ως αναμνηστικό μιας περασμένης εποχής, αλλά ως υπενθύμιση ότι η τέχνη του τραγουδιού μπορεί να  ενοποιεί, συγκινεί και γιορτάζει.

 

VI.

Επίλογος — Από το θρύλο στη μετάδοση

Ο θάνατος ενός καλλιτέχνη όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν είναι ποτέ απλώς το τέλος μιας ζωής. Είναι το σημείο όπου το έργο του αρχίζει να ταξιδεύει στον χρόνο. Μέχρι τώρα ήταν παρών με τις συναυλίες, τις παραστάσεις, τις παρεμβάσεις του. Παραλάβαμε τα τραγούδια του από τους γονείς μας, όπως τη δάδα οι λαμπαδηδρόμοι. Η γενιά των παιδιών μας πιθανότατα θα τον κληρονομήσει με άλλον τρόπο. Θα τον ανακαλύψει από διαφορετικές διαδρομές.

Αυτό είναι το πεπρωμένο κάθε έργου που ξεπερνά την εποχή του: μετασχηματίζεται. Ο Σαββόπουλος υπήρξε παιδί της δικής του γενιάς, συνοδοιπόρος της δικής μας και θα είναι μια ζεστή φωνή για τους μικρούς μονομάχους του παρόντος και του μέλλοντος, πιστεύω σταθερή, κρίσιμη και ουσιαστική. Μια αέναη υπενθύμιση του εορταστικού τρόπου βίου· η βαθιά πεποίθηση ότι η ζωή, ακόμη και όταν είναι δύσκολη, είναι γιορτή και πρέπει να γιορτάζεται· ότι η κοινότητα είναι πράξη και όχι ρητορική· ότι η ελληνικότητα είναι μια εμπειρία εν προόδω, όχι ένα κλειστό δόγμα.

Βλέπω το θάνατό του ως μια πρόσκληση: να αναμετρηθούμε με το έργο του όχι όπως το ζήσαμε εμείς, αλλά όπως θα το χρειαστούν όσοι έρχονται.

 

Φώτης Βασιλείου

Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει επιμεληθεί το αφιέρωμα στον Διονύση Σαββόπουλο στη Νέα Εστία (τ. 1880, Μάρτιος 2019) κι έχει δημοσιεύσει δύο μονογραφίες: Ποιμένας ή Τύραννος. Ο πατέρας στη Χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας (2013) και Βυζάντιο (324-451). Η ανάδυση μιας νέας αυτοκρατορίας (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.