To 1836, πολύ πριν αρχίσουν οι ανασκαφές στην Ταμασσό, χωρικοί βρήκαν στην κοίτη του Πεδιαίου ποταμού ένα αρχαίο ανδρικό άγαλμα, σε φυσικό μέγεθος. Ο μπρούντζινος άνδρας διαμελίστηκε και η κεφαλή του, που δυο χρόνια αργότερα πουλιόταν στη Σμύρνη, αγοράστηκε από τον Δούκα του Ντεβονσάιρ και μεταφέρθηκε στο αρχοντικό του, στο Τσάτσγουερθ Χάουζ στην Αγγλία. Το 1958 κατέληξε στο Βρετανικό Μουσείο. Το άγαλμα ―πιστεύεται σήμερα― παρίστανε τον Απόλλωνα και φιλοτεχνήθηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα. Αυτή είναι η επιστημονική εκδοχή.
Η εκδοχή της λογοτεχνίας είναι διαφορετική· αληθινή κι αυτή, αλλά με άλλα μέτρα. Το άγαλμα που βρήκαν ―πιστεύουν οι χωρικοί στο νέο μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου, Κεφαλή του Τσάτσγουερθ― δεν ήταν ο θεός του Φωτός, αλλά ο δράκος του νερού που, κρυμμένος στα σκοτεινά έγκατα της Κύπρου, τους στερούσε το πολύτιμο νερό. Έτσι, όταν λιθοβολούν και διαμελίζουν το μπρούντζινο εύρημα, οι χωρικοί επιτελούν μια δρακοντοκτονία. Μια δρακοντοκτονία, όμως, χωρίς Άη-Γιώργη, γιατί οι άγιοι και ο Θεός έχουν εγκαταλείψει προ πολλού τον κόσμο που απεικονίζει η Σωτηρίου στο μυθιστόρημά της.
Η εγκατάλειψη δηλώνεται προγραμματικά. Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια παραμυθιακή εκδοχή της βιβλικής Γένεσης, που περιγράφει τη δημιουργία της Κύπρου στις έξι ημέρες του θεϊκού έργου. Όσα ακολουθούν ―η πλοκή του μυθιστορήματος― είναι ό,τι συνέβη από την έβδομη ημέρα και μετά, όταν ο Θεός αποτραβήχτηκε για να ξεκουραστεί. Είναι το τι συνέβη σε έναν κόσμο χωρίς Θεό.

Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister
Φύλλο της εφημερίδας Εργατική Φωνή, με ρεπορτάζ για όσους προσβλήθηκαν από πνευμονοκονίαση λόγω της σκληρής δουλειάς στα εγγλέζικα μεταλλεία στην περιοχή της Ταμασσού. Η Κωνσταντίνα Σωτηρίου μέσω της αφήγησής της αναδεικνύει τη σκληρή και ανθυγιεινή δουλειά στις επικίνδυνες γαλαρίες, την ανέχεια των μεταλλωρύχων, την εκμετάλλευσή τους από τις εταιρείες διαχείρισης των μεταλλείων και τις απεργίες τους, θέματα που μόνο ακροθιγώς έχουν απασχολήσει τους ιστορικούς των κυπριακών μεταλλείων.
Η Σωτηρίου δομεί την αφήγησή της για τον κόσμο αυτό αντιστικτικά. Δύο γυναικείες μορφές εναλλάσσονται ως αφηγήτριες. Η μία είναι η «γιαγιά η γραία» που «εδρασκέλιζεν τα χρόνια και τους αιώνες», μια προσωποποίηση της συλλογικής μνήμης και φαντασίας ― η φωνή του τόπου. Αυτή διηγείται στην κυπριακή ελληνική, έξι αυτοτελείς ιστορίες από το «Μεγάλο Βιβλίο» του κόσμου, από τη μυθολογία και τις κυπριακές παραδόσεις: ιστορίες για τη «γένεση» του νησιού και τα «τέσσερα γένη των ανθρώπων», για την ανακάλυψη του μπρούντζινου αγάλματος και για τα πήλινα πλοία που έδωσε ο κύπριος βασιλιάς Κινύρας στον Αγαμέμνονα, για τα «μηναλλάγια» και για το πουλί «κοστέσσερα πεθερά», την κυνηγημένη φραγκολίνα. Οι ιστορίες της «γιαγιάς της γραίας» παρεμβάλλονται στην αφήγηση της Ελένης, της δεύτερης αφηγήτριας, για να της δώσουν χρονικές και πανανθρώπινες προεκτάσεις. Η Ελένη, η ηλικιωμένη χήρα του μεταλλωρύχου Νικόλα, διηγείται μέσα από εννέα κεφάλαια, στην κοινή ελληνική, ιστορίες από το «Μικρό Βιβλίο», από τη δική της ζωή και από τη ζωή ανθρώπων που γνώρισε. Μέσα από το όνομά της και την αφήγησή της διακρίνεται το αυτοβιογραφικό υπόστρωμα του έργου: η γιαγιά της συγγραφέως ονομαζόταν Ελένη, ο παππούς της Νικόλας ήταν μεταλλωρύχος και ο γιος τους λεγόταν Σάββας, όπως ο γιος της αφηγήτριας Ελένης. Η αυτοβιογραφία εγκιβωτίζεται στο ιστορικό γίγνεσθαι και αυτό στη διαχρονικότητα του τόπου.
Το έγκλημα στην Κόκκινη Λίμνη
Ενώ οι ιστορίες της «γιαγιάς της γραίας» εκτυλίσσονται στον αόριστο χρόνο της Βίβλου, των μύθων και των παραδόσεων, οι ιστορίες της Ελένης διαδραματίζονται σε έναν συγκεκριμένο χρονοτόπο που συνδέεται με ένα πραγματικό γεγονός. Ξεκινούν την άνοιξη του 2019 στην «Κόκκινη Λίμνη» των μεταλλείων κοντά στο Μιτσερό (γνωστών και ως «μεταλλείων της Ταμασσού»), όταν έντονες βροχοπτώσεις οδήγησαν στην αποκάλυψη της στυγερής δολοφονίας πέντε γυναικών και δύο κοριτσιών, μεταναστριών από τις Φιλιππίνες και το Νεπάλ, που συντάραξε τότε την Κύπρο. Ενώ οι αστυνομικές έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη και τα πτώματα, κρυμμένα σε βαλίτσες, εντοπίζονται και ανασύρονται το ένα μετά το άλλο από τα κόκκινα σαν σκουριά, σκοτεινά νερά, η Ελένη, αναστατωμένη από τη μοίρα των επτά μεταναστριών, ανασύρει από τη μνήμη της κομμάτια της δικής της ζωής, όταν ήταν νέα, κατά την εποχή του απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959) στα τελευταία χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας (1878-1960).
Σε εννέα κεφάλαια που έχουν τίτλους ονόματα μετάλλων της κυπριακής γης, η Ελένη αφηγείται όσα πρόλαβε να ζήσει μαζί με τον άντρα της, έναν γεωργό που η ανομβρία τον ανάγκασε να δουλέψει στα εγγλέζικα μεταλλεία, υποθηκεύοντας το φως της ημέρας και την υγεία του, για να πεθάνει νέος από πνευμονοκονίαση στο σανατόριο της Κυπερούντας. Μέσα από την αφήγησή της προβάλλει η σκληρή και ανθυγιεινή δουλειά στις επικίνδυνες γαλαρίες, η ανέχεια των μεταλλωρύχων, η εκμετάλλευσή τους από τις εταιρείες διαχείρισης των μεταλλείων και οι απεργίες τους (θέματα που, παρεμπιπτόντως, μόνο ακροθιγώς απασχόλησαν τους ιστορικούς των κυπριακών μεταλλείων). Η Ελένη διηγείται και για τη ζωή της μετά το θάνατο του Νικόλα, για τον καθημερινό μόχθο της ως εργάτριας στην κατασκευή δρόμων για να ζήσει τις δύο κόρες και το γιο της Σάββα, τον οποίο αναγκάστηκε να δώσει σε μια οικογένεια στην πόλη, για να μπορέσει να συνεχίσει το σχολείο, για την αγάπη που δεν πρόλαβε να δώσει στα παιδιά της και να πάρει μέσα στον αγώνα για επιβίωση.
Οι αφηγήσεις της Ελένης αγγίζουν και τις ζωές άλλων γυναικών. Τη ζωή της Αντωνούς, της μαμής του χωριού που πρωτοστατούσε στις διεκδικήσεις των γυναικών των μεταλλωρύχων για αποζημιώσεις· τη ζωή της μετανάστριας Λάνι Λανιλί, φροντίστριας της Ελένης, που άφησε τις Φιλιππίνες και τον μικρό της γιο για να δουλέψει στην Κύπρο, τέλος τη ζωή της Ελίζαμπεθ, γυναίκας του γιατρού του σανατορίου της Κυπερούντας Τσαρλς Μπέβαν, πραγματικού προσώπου που εκτελέστηκε το 1956 από την ΕΟΚΑ. Οι τρεις γυναίκες, η Κύπρια Ελένη, η Φιλιππινέζα Λάνι και η Εγγλέζα Ελίζαμπεθ, έχουν κοινές τραυματικές εμπειρίες ― την απώλεια ενός αγαπημένου συζύγου ή τη στέρηση των παιδιών τους. Δεν καταφέρνουν, ωστόσο, να τις μοιραστούν, όχι γιατί δεν μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά επειδή τις χωρίζει η εξουσιαστική βάση της σχέσης τους. Η Ελίζαμπεθ παραμένει μέλος ενός αποικιοκρατικού συστήματος, η Ελένη μια «γριά μάνταμ» και η Λάνι μια μετανάστρια υπηρέτρια. Έτσι, οι δρόμοι της Ελίζαμπεθ και της Ελένης θα χωρίσουν, χωρίς οι δύο γυναίκες να ανταλλάξουν ποτέ έστω και μία λέξη. Για τον ίδιο λόγο, η Λάνι, που παρακολουθεί συγκλονισμένη τις αποκαλύψεις για τις δολοφονίες, δεν θα ακούσει στα λόγια της Ελένης, όταν της συνιστά να μη συναναστρέφεται άνδρες, τον φόβο μιας ηλικιωμένης για τους κινδύνους που απειλούν τη νεαρή γυναίκα, αλλά θα τα ερμηνεύσει ως μία ακόμη έκφραση της κυρίαρχης απαξίωσης των μεταναστριών. Στο πρόσωπο της θα δει μια ακόμη κύπρια «γιαγιά μάνταμ» που, χρεώνοντας το έγκλημα στο θύμα αντί στον θύτη, κατηγορεί τις μετανάστριες για ανηθικότητα. Η Λάνι θα επιστρέψει στην πατρίδα και στο παιδί της, ενώ η Ελένη θα υποχρεωθεί να μετοικήσει στο γηροκομείο, καθώς, μέσα στον φαύλο κύκλο της ζωής του μέσου ανθρώπου, είναι τώρα τα παιδιά της εκείνα που δεν έχουν χρόνο για να δώσουν και να πάρουν αγάπη.
Η Κεφαλή του Τσάτσγουερθ είναι υφασμένη πάνω σε αντιθέσεις: Στο αφηγηματικό επίπεδο, η φωνή της «γιαγιάς της γραίας», η φωνή του τόπου, χρησιμοποιεί την κυπριακή ελληνική και τον μαγικό ρεαλισμό για να δώσει υπόσταση στον αρχέγονο, συνεκτικό κόσμο του μύθου και των παραμυθιών, στον κόσμο όπου κατοικούσε ο δράκος του νερού. Από την άλλη μεριά, η φωνή της Ελένης αφηγείται στην κοινή νεοελληνική και με ρεαλιστικό τρόπο για τον σύγχρονο, απομαγευμένο και κατακερματισμένο κόσμο· για τον κόσμο που δημιουργήθηκε αφού διαμελίστηκε και εκπατρίστηκε ο μπρούντζινος δράκος, κράμα χαλκού και κασσίτερου, σύμβολο της ταυτότητας της Κύπρου, του νησιού που έδωσε το όνομά του στον χαλκό (aes cyprium) και είναι κράμα Ανατολής και Δύσης.
Οι αντιθέσεις κυριαρχούν και στο επίπεδο των θεμάτων: Ο επίγειος παράδεισος της θεϊκής δημιουργίας και η άνυδρη κυπριακή γη με τη δυστοπική «Κόκκινη Λίμνη»· τα σκοτεινά έγκατα του μεταλλείου και το φως της ημέρας· η αγροτική κοινωνία τού χθες και η μετακαπιταλιστική οικονομία τού σήμερα· η εντοπιότητα και η μετανάστευση. Οι ιστορίες των ηρωίδων και των ηρώων της Σωτηρίου εκτυλίσσονται μέσα στις εντάσεις που ορίζουν οι αντιθέσεις αυτές.
Τι γεύση έχει η στέρηση
Κυρίαρχο θεματικό στοιχείο στην αφήγηση της Ελένης είναι η στέρηση: η στέρηση του φωτός, του νερού και της τροφής, της ανάσας και της υγείας, της οικογένειας και της αγάπης, της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, τέλος της ίδιας της ζωής. Το θέμα της στέρησης ―της δίψας που επιμένει και μετά τη δρακοντοκτονία― διέπει την αφήγηση της Ελένης, αναιρώντας τόσο την απατηλή εικόνα ενός ειδυλλιακού παρελθόντος, όσο και τις ψευδαισθήσεις ευμάρειας και προόδου που εξωραΐζουν τις σύγχρονες παθογένειες. Αν το αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, το Brandy Sour, εξερευνούσε τη μνήμη της Λευκωσίας πριν από τον πόλεμο του 1974 μέσα από τις γεύσεις που συνδέθηκαν με αυτήν, ανασύροντας γλυκόπικρες νότες από κονιάκ, κουμανταρία, καφέ ή λεμονάδα, η Κεφαλή του Τσάτσγουερθ αφήνει πίσω της τη μεταλλική γεύση της δίψας, την κρύα και στυφή γεύση της στέρησης.
Η Σωτηρίου επεξεργάζεται το θέμα της στέρησης, αξιοποιώντας το σύμβολο του νερού και το μοτίβο του ταξιδιού. Στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ, το νερό κυριαρχεί με την απουσία του, καθώς η έλλειψή του αποφασίζει για την τύχη των ανθρώπων. Από πηγή ζωής μετατρέπεται σε σύμβολο της στέρησης. Ακόμη και όταν είναι παρόν, δεν είναι το καθαρτήριο νερό της βάπτισης που ρέει στον ποταμό Ιορδάνη, αλλά το σκοτεινό, στάσιμο νερό της Αχερουσίας λίμνης που καλύπτει τις βαλίτσες με τα νεκρά σώματα των μεταναστριών. Όταν αφθονεί, δεν φέρνει τη νέα αρχή που ακολουθεί τον Κατακλυσμό, αλλά ωθεί στην επιφάνεια πτώματα, παθογένειες χωρίς κάθαρση. Το νερό αυτό, που δεν λυτρώνει την ψυχή από τη δίψα, συνδέει το νέο μυθιστόρημα της Σωτηρίου με το παλαιότερό της Πικρία Χώρα. Και εκεί, το νερό δεν ξεδιψά· πίκρισε από το μίσος, γιατί μέσα στα πηγάδια και μέσα στις παλιές κοίτες ποταμών ρίχτηκαν τα σώματα των σκοτωμένων εχθρών, Ελλήνων ή Τούρκων.
Το μοτίβο του ταξιδιού, από την άλλη μεριά, εισάγεται στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ υπόρρητα ήδη από το μότο που προτάσσει η συγγραφέας. Αυτό απαρτίζεται από μερικούς στίχους του αισχύλειου Αγαμέμνονα, στους οποίους η τρωαδίτισσα μάντισσα Κασσάνδρα ―που δολοφονήθηκε μαζί με τον μυκηναίο βασιλιά ο οποίος την είχε πάρει από την Τροία ως σκλάβα-ερωμένη του― προσεύχεται να βρεθεί ένας εκδικητής του θανάτου της. Η Σωτηρίου, η οποία στα έργα της αναθέτει την αφήγηση και τη δράση σχεδόν αποκλειστικά σε γυναικείες μορφές, δεν επέλεξε τυχαία τον Αγαμέμνονα, μια τραγωδία που αντλεί από τον κύκλο των Ατρειδών και από μύθους για τον Τρωϊκό Πόλεμο. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου μυθολογικού υλικού έγκειται, ασφαλώς, στη σημασία που αυτό απέκτησε για την Κύπρο μέσα από το σεφερικό έργο (βλ. τη συλλογή Κύπρον ου μ' εθέσπισεν, 1955) και τα διακείμενά του, έγκειται όμως και στο γεγονός ότι οι επιμέρους μύθοι του περιλαμβάνουν έναν ασυνήθιστα υψηλό αριθμό αρχετυπικών γυναικείων μορφών. Τρεις από αυτές ―η αρπαγείσα Ελένη, η θυσιασμένη Ιφιγένεια και η δολοφονημένη Κασσάνδρα― βρέθηκαν, μάλιστα, παρά τη θέλησή τους σε ξένους τόπους: η πρώτη στην Τροία ή την Αίγυπτο, η δεύτερη στην Ταυρίδα, η τρίτη στις Μυκήνες. Έτσι, το μότο του μυθιστορήματος ―η προσευχή της Κασσάνδρας για εκδίκηση του θανάτου της― δεν παραπέμπει απλώς στις γυναικοκτονίες του 2019, αλλά, επιπλέον, θεματοποιεί αρχετυπικά τη γυναικεία μοίρα του ξεριζωμού μέσω της αρπαγής ή της θυσίας. Αυτό ακριβώς το θέμα αναπτύσσεται στη συνέχεια μέσα από την ιστορία της Λάνι Λανιλί και των δολοφονημένων μεταναστριών, που θυσίασαν τη δική τους ζωή, για να εξασφαλίσουν με τον ξενιτεμό τους την επιβίωση των οικογενειών τους.
Μια βαλίτσα
Κεντρικό αντικείμενο-σύμβολο στις ιστορίες των μεταναστριών είναι η βαλίτσα. Ο γυναικοκτόνος κλείνει τα σώματα των δολοφονημένων σε βαλίτσες, ενώ όλο το βιος της Λάνι, όταν εγκαταλείπει την Ελένη, χωράει σε μια και μόνο βαλίτσα. Η Σωτηρίου χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά αυτό το αντικείμενο-σύμβολο για να μεταβεί από το γυναικείο ταξίδι του ξεριζωμού και της θυσίας στο ταξίδι ως μεταφορά για την ανθρώπινη ζωή. Στο προτελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, με τον τίτλο «Αγιώματα» (δηλαδή «Σκουριές» ― σύμβολο της παρακμής και της παροδικότητας), η Ελένη που ετοιμάζεται για το γηροκομείο βάζει, με τη σειρά της, σε μια μόνο βαλίτσα ό,τι απέμεινε από τη ζωή της: αξιοπρέπεια και την ενθύμηση απόντων ή «ρούχα καθαρά και το νυχτικό [...], παντόφλες και δυο ζευγάρια παπούτσια, φωτογραφίες των παιδιών και των αγγονιών» και «ένα πετσετάκι» για «το καινούριο κομοδίνο». Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η ανθρώπινη ζωή χωράει σε μια βαλίτσα. Με την αναγωγή από το ταξίδι-ξεριζωμό στο ταξίδι ως μεταφορά για την ανθρώπινη ζωή, η συγγραφέας πετυχαίνει την αναγωγή από τη γυναικεία στην πανανθρώπινη συνθήκη και το έργο της υπερβαίνει τα όρια ενός απλώς γυναικείου μυθιστορήματος.
Στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ διακρίνονται τα σημαντικά λογοτεχνικά κεκτημένα της Σωτηρίου: η γόνιμη εστίαση στη γυναικεία ματιά· το δημιουργικό δέσιμο με τη λαϊκή αφηγηματική παράδοση· η προτίμηση για συγκεκριμένα σύμβολα, που επανέρχονται, ενώνοντας μεταξύ τους τα επιμέρους έργα της· η σύντηξη οσφρητικών και γευστικών εντυπώσεων με τη μνήμη γεγονότων ως εργαλείο της εικονοποιίας· η ιδιαίτερη λογοτεχνική γλώσσα που, χάρη στη γεμάτη ευαισθησία εκμετάλλευση της κυπριακής ελληνικής, χάρη στην περίτεχνα απλή παρατακτική σύνταξή της και χάρη στον αριστοτεχνικό χειρισμό των ρητορικών εκδοχών του πλεονασμού, αποκτά την αμεσότητα του προφορικού λόγου και τη γοητεία της λαϊκής αφήγησης.
Εξίσου φανερή είναι και η συγγραφική εξέλιξη της Σωτηρίου. Στα τρία πρώτα έργα της, στο μυθιστόρημα Η Αϊσέ πάει διακοπές (2015), στη νουβέλα Φωνές από χώμα (2017) και στο μυθιστόρημα Πικρία χώρα (2019), όπως και στο Brandy Sour (2022), στο οποίο καταλήγουν από πλευράς τεχνικής τα προηγούμενα έργα, η συγγραφέας επεξεργάστηκε λογοτεχνικά τις συγκρουσιακές σχέσεις των κυπρίων Ελλήνων και Τούρκων, κυρίως τις ρήξεις και τα τραύματα του 1963 και του 1974. Στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ, η συγγραφέας ανανεώνει τη θεματική της και προχωρά σε κάτι νέο: ξεκινώντας από το τοπικό, αναδεικνύει σε αυτό την πανανθρώπινη ουσία του. Μακριά από τη θεματική μονοτονία και τον μανιερισμό, η Σωτηρίου προσφέρει στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα από τα καλύτερα κείμενα των τελευταίων χρόνων. Η Κεφαλή του Τσάτσγουερθ επαληθεύει και ενισχύει την οξυδερκή διαπίστωση στην οποία κατέληγε το 2021 η νεοελληνίστρια Πολίνα Ταμπακάκη (περιοδικό χάρτης, τχ. 26) για το έως τότε εκδομένο έργο της συγγραφέως: «Η [...] Σωτηρίου», έγραφε η Ταμπακάκη, «έχει αναδειχτεί ως μια διακριτή περίπτωση εξωστρέφειας της νεότερης γενιάς στη δική της προσπάθεια να κάνει την κυπριακή φωνή να ακουστεί έξω από τα όρια του τραυματισμένου νησιού της Ανατολικής Μεσογείου».