Σύνδεση συνδρομητών

Απαγωγή Μαδούρο: η Βρετανία ανάμεσα στον πραγματισμό και το διεθνές δίκαιο

Πέμπτη, 08 Ιανουαρίου 2026 00:39
Ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ (αριστερά) δεν άσκησε κριτική στον αμερικανό πρόεδρο Ντόναντ Τραμπ (δεξιά) για την απαγωγή και τη σύλληψη Μαδούρο (στη μέση). αφενός επειδή για τη Βρετανία το πρόβλημα με τη Βενεζουέλα δεν είναι υπαρξιακού χαρακτήρα. Αφετέρου, επειδή η επιλογή της σιωπής αντανακλά έναν ψυχρό πραγματισμό, όπου λειτούργησαν ως καθοριστικός παράγοντας η Ουκρανία και η αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της.
Φωτογραφίες αρχείου
Ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ (αριστερά) δεν άσκησε κριτική στον αμερικανό πρόεδρο Ντόναντ Τραμπ (δεξιά) για την απαγωγή και τη σύλληψη Μαδούρο (στη μέση). αφενός επειδή για τη Βρετανία το πρόβλημα με τη Βενεζουέλα δεν είναι υπαρξιακού χαρακτήρα. Αφετέρου, επειδή η επιλογή της σιωπής αντανακλά έναν ψυχρό πραγματισμό, όπου λειτούργησαν ως καθοριστικός παράγοντας η Ουκρανία και η αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της.

Η αιφνιδιαστική σύλληψη και μεταφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του από αμερικανικές δυνάμεις δεν προκάλεσε μόνο παγκόσμιο σοκ· έφερε στο προσκήνιο ένα οξύ δίλημμα για τη βρετανική εξωτερική πολιτική. Παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις περί «υπεράσπισης της διεθνούς έννομης τάξης», η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ επέλεξε μια γραμμή προσεκτικής σιωπής απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ.

Στο προεκλογικό μανιφέστο των Εργατικών, το κόμμα δεσμεύεται ρητά ότι θα είναι «υπερασπιστής της διεθνούς έννομης τάξης». Η δέσμευση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του προσωπικού προφίλ του Στάρμερ ως πρώην δικηγόρου  ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, μετά τις αμερικανικές ενέργειες στη Βενεζουέλα, η γλώσσα της κυβέρνησης εμφανίζεται προσεκτικά ασαφής. Ο βρετανός πρωθυπουργός περιορίστηκε να μιλήσει για «μετάβαση εξουσίας», αποφεύγοντας να τοποθετηθεί ξεκάθαρα στο κρίσιμο ερώτημα: αν η σύλληψη του Μαδούρο συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία· αντανακλά έναν ψυχρό πραγματισμό, όπου η Ουκρανία και η αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της λειτούργησαν ως καθοριστικός παράγοντας.

 

Η Βενεζουέλα ως «δευτερεύον μέτωπο»

Στο Φόρεϊν Όφις, η υπόθεση Μαδούρο αντιμετωπίζεται ως σημαντική αλλά όχι υπαρξιακή. Το Λονδίνο δεν αναγνωρίζει τον Μαδούρο ως νόμιμο πρόεδρο και θεωρεί το καθεστώς του απονομιμοποιημένο. Μια δημόσια καταδίκη της Ουάσιγκτον θα είχε κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, με περιορισμένο πρακτικό αντίκρισμα. Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει τριβές με μια αμερικανική διοίκηση που έχει αποδείξει ότι αντιδρά έντονα στην κριτική των συμμάχων της. Για μια Βρετανία που επιδιώκει να διατηρήσει επιρροή, το κόστος κρίθηκε μεγαλύτερο από το όφελος.

Το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται αλλού. Στο Παρίσι, σχεδόν ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, διαμορφώνονταν μια κρίσιμη συμφωνία της «συμμαχίας των προθύμων» για εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία. Η αμερικανική συμμετοχή θεωρείται απολύτως αναγκαία ώστε οι εγγυήσεις αυτές να είναι αξιόπιστες και να λειτουργήσουν ως εναλλακτική της ένταξης στο ΝΑΤΟ — προοπτική που το Κίεβο αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει. Από τη βρετανική οπτική, μια δημόσια σύγκρουση με τον Τραμπ θα μπορούσε να υπονομεύσει αυτή τη δύσκολα κερδισμένη δέσμευση, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Στο παρασκήνιο δεσπόζει ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος φέρεται να έπαιξε κομβικό ρόλο στο να διατηρηθεί η αμερικανική εμπλοκή στις ουκρανικές εγγυήσεις. Για την Ευρώπη, ο Ρούμπιο αποτελεί βασικό δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο. Όμως η επιχείρηση κατά του Μαδούρο παρουσιάστηκε στην Ουάσιγκτον ως προσωπικό του επίτευγμα. Εκτιμάται ότι η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της θα ισοδυναμούσε με άμεση πρόκληση προς έναν αναντικατάστατο συνομιλητή — κάτι που το Λονδίνο επιθυμεί να αποφύγει. Η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ προσπάθησε στη Βουλή των Κοινοτήτων να κρατήσει τις ισορροπίες: υπενθύμισε τη σημασία του διεθνούς δικαίου, χωρίς να κατονομάσει τις ΗΠΑ. Πρόκειται για κλασική διπλωματική πρακτική, όπου τα αυστηρά μηνύματα μεταφέρονται κατ’ ιδίαν και όχι δημόσια. Παράλληλα, το Λονδίνο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να συμβάλει σε μια δημοκρατική μετάβαση στη Βενεζουέλα, επιδιώκοντας να μη φανεί ότι νομιμοποιεί μια ωμή αλλαγή καθεστώτος διά της ισχύος.

 

Η «στρατηγική σιωπής» του Στάρμερ

Σύμφωνα με αναλύσεις του βρετανικού Τύπου, η αποφυγή δημόσιας κριτικής προς τον Τραμπ αποτελεί συνειδητή στρατηγική του Στάρμερ ήδη από την επιστροφή του Ρεπουμπλικανού προέδρου στον Λευκό Οίκο. Ο βρετανός πρωθυπουργός προκρίνει τη διαχείριση μέσω ιδιωτικής διπλωματίας, αποφεύγοντας προσωπικές αντιπαραθέσεις που θα μπορούσαν να εκτραχύνουν τις σχέσεις. Η στάση αυτή συνδέεται και με απτά οικονομικά συμφέροντα — από τη διαχείριση δασμών έως την προστασία κρίσιμων βιομηχανικών θέσεων εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Στάρμερ, γνωρίζοντας εκ των προτέρων την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, επέλεξε να μην εμπλακεί σε δημόσιες αντιπαραθέσεις ή συνεχή σχολιασμό των αμερικανικών ενεργειών. Η λογική είναι απλή: η δημόσια κριτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανοιχτές συγκρούσεις με έναν πρόεδρο που δεν διστάζει να κλιμακώνει προσωπικές και διπλωματικές διαμάχες. Αντίθετα, προκρίνεται η ιδιωτική διπλωματία, οι παρασκηνιακές συζητήσεις και η διατήρηση ενός λειτουργικού διαύλου επικοινωνίας.

Κεντρικό επιχείρημα των υποστηρικτών του Στάρμερ είναι ότι η Βρετανία έχει απτά συμφέροντα να προστατεύσει. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η συμφωνία με την Ουάσιγκτον για τον περιορισμό των επιπτώσεων των αμερικανικών δασμών, η οποία –σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους– έσωσε χιλιάδες θέσεις εργασίας στη βρετανική αυτοκινητοβιομηχανία, ιδίως στην Jaguar Land Rover. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια «ηθικολογία» απέναντι στον Τραμπ θεωρείται όχι απλώς αναποτελεσματική αλλά και επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα.

 

Εσωτερικές αντιδράσεις και πολιτική κριτική

Η κυβερνητική στάση έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο εντός όσο και εκτός των Εργατικών. Κόμματα της αντιπολίτευσης –Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα και Πράσινοι– κατηγορούν τον πρωθυπουργό για έλλειψη ηθικού σθένους. Ακόμη και εντός του Εργατικού Κόμματος, ορισμένοι βουλευτές εκφράζουν ανησυχία, θεωρώντας τη στάση «μισόλογη» και ανεπαρκή. Ιδιαίτερη ενόχληση προκάλεσε η φράση του Στάρμερ ότι «εναπόκειται στις ΗΠΑ να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους», η οποία ερμηνεύτηκε από επικριτές ως άτυπη αποδοχή του αμερικανικού αφηγήματος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ηγεσία των Συντηρητικών εμφανίζεται πιο κοντά στη γραμμή της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας πως η δημόσια αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον δεν εξυπηρετεί τα βρετανικά συμφέροντα. Αυτή η διακομματική, έστω και σιωπηλή, συναίνεση υπογραμμίζει ότι το ζήτημα ξεπερνά τις παραδοσιακές ιδεολογικές γραμμές και αγγίζει τον πυρήνα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής σε έναν πολυπολικό και ασταθή κόσμο.

 

Πραγματισμός έναντι αρχών

Στον πυρήνα της κριτικής βρίσκεται το δίλημμα: μπορεί μια κυβέρνηση να ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται τη διεθνή νομιμότητα, ενώ αποφεύγει να καταδικάσει μια τόσο ακραία ενέργεια ενός συμμάχου; Οι υποστηρικτές του Στάρμερ απαντούν θετικά, επικαλούμενοι την ανάγκη σταθερότητας και στρατηγικής ψυχραιμίας. Οι επικριτές, αντίθετα, βλέπουν τον κίνδυνο διάβρωσης της ίδιας της έννοιας του διεθνούς δικαίου, όταν αυτό εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Οι περισσότεροι αναλυτές παρουσιάζουν τον Στάρμερ ως έναν ηγέτη που επιλέγει τον πραγματισμό έναντι της ρητορικής σύγκρουσης. Η στρατηγική αποφυγής δημόσιας κριτικής προς τον Τραμπ μπορεί να διασφαλίζει βραχυπρόθεσμα βρετανικά συμφέροντα, εκτιμούν οι αναλυτές , αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν η Βρετανία μπορεί να διατηρήσει την αξιοπιστία της ως υπερασπιστής της διεθνούς έννομης τάξης. Η στάση του Λονδίνου μετά την απαγωγή Μαδούρο αποτυπώνει το πέρασμα σε έναν  κόσμο, όπου η ισχύς συχνά υπερισχύει των κανόνων. Η σιωπή του Λονδίνου δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά επιλογή προτεραιοτήτων με επίκεντρο την Ουκρανία και τη διατήρηση της αμερικανικής εμπλοκής. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν αυτή η πραγματιστική τακτική μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από «ισχυρούς άνδρες» και ανταγωνιστικές σφαίρες επιρροής, η σιωπή δεν είναι ουδέτερη στάση· αποτελεί πολιτική επιλογή, με συνέπειες που μπορεί να αποδειχθούν εξίσου σοβαρές και επικίνδυνες με εκείνες της δημόσιας τοποθέτησης.

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.