Σύνδεση συνδρομητών

Χρήστος Λούκος: ο πραγματικός Καποδίστριας

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος.
Συλλογή Μουσείου Καποδίστρια
Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος.

Η επιστροφή της συζήτησης στον πρώτο κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, εξαιτίας μιας αμφιλεγόμενης, μάλλον κακής, ταινίας γι’ αυτόν που γνωρίζει εισπρακτική επιτυχία, επιβάλλει την ανάκληση της θέσης γι’ αυτόν από τον κατ’ εξοχήν μελετητή του, τον ιστορικό Χρήστο Λούκο.

Ο Χρήστος Λούκος, συγγραφέας του βιβλίου Ιωάννης Καποδίστριας: Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2022, 540 σελ.) είχε δώσει αναλυτική συνέντευξη στο ΒοοksJournal, στον Δημήτρη Δημητρόπουλο, στον Γιώργο Καλπαδάκη και στον Αριστείδη Χατζή (τχ. 145, Σεπτέμβριος 2023), μέρος της οποίας ήταν η ερευνητική προσέγγισή του στην περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια και στον ιδιο τον κυβερνήτη. Αναδημοσιεύουμε σήμερα τις θέσεις του αυτές, εξαιρετικά διαφωτιστικές στη δημόσια συζήτηση που, συχνά, εκφεύγει σε αυθαίρετες ερμηνείες ακριβώς λόγω της άγνοιας των ειδικών συνθηκών της εποχής, των συσχετισμών δυνάμεων στη διεθνή σκηνή και στο εσωτερικό της νεοπαγούς χώρας αλλά και της ίδιας της προσωπικότητας του κυβερνήτη.

 

[…] Πόσο έχει εξελιχθεί η εικόνα που έχετε για τον Καποδίστρια από το 1971 μέχρι σήμερα; Σας είχε επηρεάσει τότε η χρήση της προσωπικότητάς του από τη χούντα;

Η επιλογή του θέματος δεν ήταν τυχαία. Λίγο-πολύ έβλεπα κι εγώ, το 1971-1972, ότι με τη δουλειά μου πολεμώ τη δικτατορία. Πιστεύω ότι ωρίμασα από τότε ως ιστορικός και κατάλαβα μερικά πράγματα. Στη διατριβή μου, που τελείωσε το 1982, υποστηρίχτηκε το 1984 και δόθηκε για δημοσίευση το 1987 [Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, 1828-1831, Θεμέλιο 1988], δεν κρύβω μια συμπάθεια για την αντιπολίτευση, ασκώ κριτική στον Καποδίστρια, αλλά νομίζω ότι επιχείρησα και μια πρώτη ισορροπία. Αυτή την ισορροπία νομίζω ότι, σιγά σιγά, προσπάθησα να τη βελτιώσω, διότι και τον Καποδίστρια κατάλαβα λίγο καλύτερα, ιδίως πριν από την κυβερνητική περίοδο, διαβάζοντας περισσότερα για την πορεία του και τις απόψεις του. Από την άλλη μεριά άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα κι αυτούς που τον αντιπολιτεύτηκαν, όχι μόνο τον Μαυροκορδάτο. Τι σημαίνει Μαυρομιχαλαίοι, τι σημαίνει Πολυζωίδης, τι σημαίνει Κουντουριώτες. Κατάλαβα ότι δεν πρέπει να μείνεις μόνο στην πολιτική διάσταση, ότι είναι συντηρητικός ο Καποδίστριας – πράγματι είναι, αλλά δεν αρκεί αυτό. Είχε μια ευαισθησία για την ελληνική κοινωνία που δεν είχαν άλλοι. Έδειξε ως Κυβερνήτης μια τάση ανεξαρτησίας πολύ μεγαλύτερη από τους αντιπάλους του, που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν με άλλη δύναμη για να ανατρέψουν τον Καποδίστρια. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Κοντόσταυλο που συνεργάζεται αρχικώς με τον Καποδίστρια. Εξαιτίας των λαθών που έγιναν στο Νομισματοκοπείο, ο Καποδίστριας του λέει ότι πρέπει να μείνει εκτός του κρατικού μηχανισμού για ένα διάστημα. Κι αυτός περνά στην αντιπολίτευση, γράφει στον Κοραή φοβερά πράγματα. Ενώ, δηλαδή, μέχρι το 1830 συνεργάζεται με τον Καποδίστρια, μετά γράφει ότι ο Καποδίστριας δεν είναι υπεράνω χρημάτων. Και η σύγκρουση οφείλεται, μεταξύ πολλών άλλων, στο ότι ο Κοντόσταυλος φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να αγοράσει κτήματα στην Εύβοια. Την εμμονή κάποιων Υδραίων την καταλαβαίνω, αλλά βλέποντας όλ’ αυτά δεν μπορείς να κρίνεις τον Καποδίστρια μόνο πολιτικά. Είδα και τις άλλες πλευρές της πολιτικής του και γι’ αυτό νομίζω ότι μπόρεσα στο βιβλίο μου να είμαι πιο ισορροπημένος. Αλλά πιστεύω πως δεν θα δει κανείς το βιβλίο ως ένα βιβλίο υπέρ του Καποδίστρια, ότι υποτίθεται ότι ο Λούκος άλλαξε ξαφνικά, ενώ στο διδακτορικό του ήταν υπέρ της αντιπολίτευσης. Δεν αρνούμαι ότι κάποιοι από την αντιπολίτευση πράγματι φοβόντουσαν ότι κινδυνεύει το νόημα της Επανάστασης, αλλά απ’ την άλλη μεριά μερικοί, και κορυφαίος είναι ο Μαυροκορδάτος, δεν κατάλαβαν ότι αυτή η άκρατη αντιπολίτευση μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα αποτέλεσμα το οποίο θα ήταν τελείως αρνητικό για τη χώρα. Και φυσικά εξυπηρέτησαν πέρα για πέρα την αγγλική πολιτική. Είναι αλήθεια πως ο Καποδίστριας δεν έχει καλή εικόνα για τους περισσότερους από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και χάνει την ευκαιρία να βρει έναν τρόπο να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις, αλλά είναι και οι άλλοι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για την ανατροπή του. Έφτασαν να λένε ότι με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να μείνει ο Καποδίστριας. Άρα λοιπόν φτάνουμε σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο το 1832 που ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν κι από τη μία κι από την άλλη μεριά υπήρχε μία λελογισμένη διάθεση παραχωρήσεων. Πρέπει να ξεκινήσουμε από ένα δεδομένο, ότι εάν ο Καποδίστριας είχε και των τριών Δυνάμεων την υποστήριξη, αν δηλαδή η Αγγλία δεν είχε αποσύρει από τους πρώτους μήνες την υποστήριξή της, θα ήταν τελείως διαφορετική η διακυβέρνησή του. Από εκείνη τη στιγμή τον βλέπεις να προσπαθεί με αγωνία να κρατήσει ευνοϊκές τις άλλες δύο Δυνάμεις, κυρίως ως προς τα οικονομικά. Διότι εάν δεν έδιναν οικονομικές ενισχύσεις η Ρωσία και η Γαλλία, θα είχε ανατραπεί από το πρώτο έτος. Αυτή η ισορροπία ανατρέπεται μετά την Ιουλιανή Επανάσταση. Η Αγγλία αποσύρει νωρίς την εμπιστοσύνη της, δεν συνοδεύει αγγλικό πλοίο τον Καποδίστρια στις μετακινήσεις του, και από την άλλη έχεις τον Άνταμ και τον Ντώκινς να λένε ότι κινδυνεύει η επιρροή μας στην Ελλάδα, πρέπει αυτός να φύγει. Η αντιπολίτευση είναι έτοιμη να μεταφέρει στους Άγγλους οτιδήποτε θεωρεί ότι είναι φιλορωσικό και η φοβία του Καποδίστρια ενισχύεται. Είναι ήδη καχύποπτος έναντι των Άγγλων λόγω των Επτανήσων, που αντί για αυτόνομο κράτος έγινε αποικία, Είχε πει κάποτε, στον Κασομούλη νομίζω, πως «αυτοί ακούνε τους ξένους, εμένα δεν μ’ ακούν». Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν είχε την ικανότητα να καταλάβει ότι ένας Τρικούπης, ακόμα και ένας Μαυροκορδάτος, όσο κι αν ήταν με την Αγγλία, πάνω απ’ όλα τους ενδιέφερε η εθνική υπόθεση. Αν λοιπόν τους είχε αγκαλιάσει και είχανε μοιραστεί κάποια πράγματα, μπορεί κι αυτοί να άλλαζαν. Δυσκαμψία υπάρχει και από τη μία και από την άλλη πλευρά.

 

Παρά τις ικανότητες του Καποδίστρια στο πεδίο της διπλωματίας, ως Κυβερνήτης δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί την ετερογένεια των εσωτερικών αντιπάλων του και να σφυρηλατήσει πολιτικές συμμαχίες που ενδεχομένως θα του επέτρεπαν να αποφύγει την ανταρσία που κλιμακώθηκε. Αυτό σχετιζόταν και με τη συντηρητική ιδεολογία του πάνω σε θέματα που θεωρούνταν κεκτημένα της Επανάστασης. Μια άποψη της εποχής εκείνης ήταν ότι το νεοελληνικό κράτος χρειαζόταν έναν Ουάσιγκτον, έναν Μπολίβαρ, έναν Ναπολέοντα. Τελικά εκτιμάτε ότι θα μπορούσε να είχε προσφέρει περισσότερα από άλλο μετερίζι ο Καποδίστριας, π.χ. ως αντιβασιλέας, ως παράγοντας διπλωματικής υπηρεσίας εφόσον ανακτούσε και την εύνοια του ρώσου αυτοκράτορα, ως εντολοδόχος των Τριών Δυνάμεων εφόσον δεν αντιδρούσε το Λονδίνο.

Αυτό που πραγματικά ήθελε και επιδίωξε ήταν να γίνει ο εντολοδόχος των τριών Δυνάμεων, αλλά σκόνταψε στην καχυποψία της νέας βρετανικής κυβέρνησης. Ενδεχομένως, αν είχε ζήσει παραπάνω ο Γεώργιος Κάνινγκ να ήταν κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Ο Ανδρέας Ανδρεάδης είχε πει πως η μεγαλύτερη δυστυχία της Ελλάδας ήτανε η παραίτηση του Λεοπόλδου. Εάν ο Λεοπόλδος δεν είχε παραιτηθεί, ο Καποδίστριας θα ήταν στενός συνεργάτης του, του το είχε γράψει. Θα ήταν δίπλα στον Λεοπόλδο, ο Λεοπόλδος (όπως μπορούμε να υποθέσουμε βασισμένοι στην εμπειρία του Βελγίου) θα κυβερνούσε διαφορετικά απ’ ό,τι κυβέρνησε η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας. Είχε συγγενικές σχέσεις με τις δυναστείες των Μεγάλων Δυνάμεων, άρα θα ήταν μικρότερες οι εξωτερικές επεμβάσεις. Εφόσον αυτό το σενάριο απέτυχε, μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου δεν νομίζω ότι υπήρχε άλλο ενδεχόμενο για τον Καποδίστρια. Αναφέρατε τον Ουάσιγκτον και τους άλλους αλλά αυτοί ήταν στρατιωτικοί. Ο Καποδίστριας δεν είχε τη στόφα του στρατιωτικού, αλλά με την ευκαιρία πρέπει να σκεφτούμε ότι κατάφερε με τρομερές οικονομικές θυσίες, απ’ όσα του έδιναν οι Δυνάμεις, να διατηρήσει το στρατό υπό τον έλεγχό του. Κάλλιστα θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει το στρατό εναντίον των αντιπάλων του, αλλά δεν το έκανε. Ενώ το έκαναν ο Κουντουριώτης και ο Μαυροκορδάτος στον εμφύλιο πόλεμο. Ο Κολοκοτρώνης τον πίεζε, τον πίεζαν κι άλλοι να αντιμετωπίσει δυναμικά την αντιπολίτευση. Αναγκάστηκε με την Ύδρα να το κάνει, αλλά όταν γίνεται μια ανταρσία δεν μπορείς να μην αντιδράσεις. Αν κάνουμε τους παραλληλισμούς μας με την Επανάσταση, θα θυμηθούμε πως, όταν επέμενε η γαλλική φατρία να φέρει γάλλο βασιλιά, τους φυλάκισε ο Μαυροκορδάτος και άνοιγαν τότε και τα γράμματά τους. Είχαμε μια σκληρή πολιτική αλλά τι να κάνεις όταν ο άλλος ουσιαστικά επαναστατεί; Το εργαλείο που λέγεται στρατός ο Καποδίστριας απέφυγε συστηματικά να το χρησιμοποιήσει. Χρησιμοποίησε λίγο τον Κολοκοτρώνη όταν οι χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν ένα φόρο, αλλά δεν είχαμε αυτήν την παρουσία στρατευμάτων που είδαμε στον εμφύλιο πόλεμο. Διότι καταλάβαινε ότι αν κατέβαιναν οι Ρουμελιώτες πάλι, θα είχαμε εμφύλιο πόλεμο, αυτό που έγινε το 1832. Ό,τι ο Καποδίστριας θέλησε να αποφύγει, το χρησιμοποίησαν οι άλλοι μετά. Τώρα όσον αφορά τη δυνατότητα μιας καριέρας στη Ρωσία: όταν προσπάθησε να τον πείσει ο τσάρος να μην κατεβεί στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας αρνήθηκε, ήθελε να γίνει Κυβερνήτης στην Ελλάδα. Αυτό που βρήκε ο Γκριγκόρι Αρς [Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, Ασίνη 2015] και έχει ενδιαφέρον είναι πως, όταν του είπαν οι Ρώσοι: «τι άλλο θέλεις να γίνει;», τους ζήτησε πολλά χρήματα και μια μοίρα του στόλου για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ, εφόσον βέβαια οι Ρώσοι ήταν διατεθειμένοι να συγκρουστούν με τις άλλες Δυνάμεις. Ήταν μία από τις πολλές μεταμορφώσεις του. Αλλά όπως ξέρουμε αυτό το σχέδιο δεν προχώρησε.

 

Στη διάρκεια της θητείας του Καποδίστρια, οι Δυνάμεις δεν συναίνεσαν στη χορήγηση του δανείου 60.000.000 φράγκων, οδηγώντας σε ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Σε ποιους παράγοντες οφείλεται αυτή η άρνηση; Ήταν μόνο η Αγγλία υπεύθυνη, ήταν κι άλλοι παράγοντες που είχαν σχέση με την επισφάλεια;

H Αγγλία αρνήθηκε κατηγορηματικά από το 1827 να ενισχύσει οικονομικά την Ελλάδα γιατί αυτό θα θεωρείτο εχθρική στάση προς την Πύλη. Η Γαλλία και η Ρωσία το έβλεπαν διαφορετικά. Ο ίδιος είχε καταλάβει ότι με τα βοηθήματα που του έστελναν οι δύο πιο φιλικές δυνάμεις (που δεν ήταν λίγα) δεν μπορούσε να οργανώσει τη χώρα. Γι’ αυτό έθεσε από την αρχή το θέμα του δανείου και προσπαθούσε, μέσω του Εϋνάρδου, να βρει τρόπο να το λάβει με την εγγύηση των δύο Δυνάμεων. Και φαινόταν ότι είχε ελπίδες προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμα και μόνο με την εγγύηση της Ρωσίας. Το θέμα γι’ αυτόν ήταν να έρθουν χρήματα για μπορέσει να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων της Επανάστασης, κάτι που δεν έκανε η Αντιβασιλεία ούτε ο Όθωνας. Καταλάβαινε ότι χωρίς τη λήξη αυτής της υποχρέωσης της Επανάστασης δεν θα μπορούσε να υπάρχει ανεξάρτητο κράτος. Περίμενε με αγωνία μέχρι το 1829, είχε μια ελπίδα ότι το δάνειο θα έρθει, αλλά αυτή εξανεμίστηκε μετά την Ιουλιανή Επανάσταση. Εάν είχε την εγγύηση του δανείου, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Γνωρίζουμε πως ο Ντώκινς έγραφε ότι, αν του δώσετε το δάνειο, θα κινδυνεύσει η αγγλική επιρροή. Δεν θεωρώ ότι τα πάντα εξαρτώνται από την Αγγλία αλλά, όταν έχεις μια τέτοια μεγάλη δύναμη η οποία σαφώς δεν τον θέλει, καταλαβαίνετε πόσο υπονομεύεται σε πολλαπλά επίπεδα η προσπάθειά του να εδραιωθεί. Αγωνιά, πάει να πιαστεί από εδώ κι από εκεί και, τελικώς, το 1831 πιάνεται από τη Ρωσία, όταν τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Αλλά το κάνει με τρόπο που δεν είναι δεσμευτικός για την εθνική υπόθεση.

 

Ο Καποδίστριας είναι ένα είδος φαινομένου στη δημόσια ιστορία. Συνήθως, όσα γράφονται γι’ αυτόν είναι αγιογραφικά, όπως οι θεωρίες για το τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, πόσο διαφορετικά θα ήταν, υποτίθεται, τα πράγματα.

Όπως είπαμε, η καλύτερη λύση θα ήταν να είχε έρθει ο Λεοπόλδος. Δεν θα είχαμε τον εμφύλιο πόλεμο του 1832 ούτε αυτή τη μεγάλη εξάρτηση από τις Δυνάμεις που κατοχυρώθηκε με το δάνειο των 60 εκατομμυρίων. Τα σενάρια για το τι θα είχε γίνει αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας δεν ισχύουν για τον εξής λόγο. Αφού παραιτήθηκε ο Λεοπόλδος και κορυφώθηκε η αντιπολίτευση, ακόμα και να μην είχε δολοφονηθεί, ακόμα κι αν είχε εγκαίρως φτάσει στην Ελλάδα η εντολή των Δυνάμεων «κρατήστε τον Καποδίστρια λίγους μήνες ακόμα», θα ήταν τελείως αδύνατο ο Καποδίστριας να παραμείνει σημαντικό πολιτικό πρόσωπο στο νέο πλαίσιο, τη στιγμή που είχε τόσο πολύ πολωθεί η σύγκρουση. Η βαυαρική Αντιβασιλεία θα καταλάβαινε ότι, αν ήθελε να έχει μαζί της όλους τους Έλληνες, δεν θα μπορούσε να έχει και τον Καποδίστρια. Άρα λοιπόν τι θα συνέβαινε, στην καλύτερη περίπτωση; Θα επέστρεφε στην Κέρκυρα, που πάντα το ήθελε, και θα πέθαινε εκεί – ίσως αντιπολιτευόταν και τους Άγγλους. Αυτή η λογική των χαμένων ευκαιριών που μας αρέσει, αντί να προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας, δείχνει την αρχαϊκότητα της ελληνικής κοινωνίας, όπως έχει πει ο Φίλιππος Ηλιού.

 

Τα γεγονότα αυτά και ιδίως η περίοδος της αναρχίας επιβεβαίωσαν κατά κάποιον τρόπο μία αντίληψη για την «ανωριμότητα του ελληνικού έθνους», που φαίνεται να υιοθετεί και ο Θείρσιος (Φρ. Τιρς).

Ο Καποδίστριας αυτό ήθελε να αποφύγει. Πάντα τόνιζε ότι μας παρακολουθούν, «προσέξτε κινδυνεύουμε αν φανεί ότι είμαστε μια κοινωνία που δεν μπορεί να κυβερνηθεί μόνη της». Είχε οπωσδήποτε μια αυταρχική τάση, πίστευε στο δικό του άστρο, αλλά και φοβόταν ότι κάποιες εντάσεις θα εμπόδιζαν την ολοκλήρωση των στόχων. Μην ξεχνάμε πως δεν είχαν οριστεί τα σύνορα, το στάτους της Ελλάδας δεν είχε καθοριστεί… Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά του. Διότι μέχρι το 1830 που έγινε ανεξάρτητη η Ελλάδα (και με έναν περίεργο τρόπο) κανείς δεν ήξερε τι θα συμβεί, τι θα έκανε η μία ή η άλλη Δύναμη. Επομένως θα έπρεπε να αποφευχθεί καθετί το οποίο θα έδειχνε ότι οι Έλληνες δεν αξίζουν να αυτοκυβερνηθούν. Μετά τη δολοφονία ήταν πλέον αργά. Ο Αυγουστίνος δεν είχε τις ικανότητες του Καποδίστρια και ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση με τον Κωλέττη. Με την ευκαιρία να τονίσουμε εδώ πως, αν ο Καποδίστριας ήθελε να χρησιμοποιήσει το στρατό και είχε κάνει άνοιγμα στον Κωλέττη, θα είχε τελειώσει η αντιπολίτευση. Μετά τη δολοφονία, ο Κωλέττης διεκδικεί τη θέση που μέχρι τότε δεν διεκδικούσε γιατί είχε απέναντί του έναν άνθρωπο που εκτιμούσε, ήξερε το κύρος του. Ο Θείρσιος, όταν έρχεται, βλέπει μια κατάσταση μη ελεγχόμενη και μετά ακούει όλους τους αντικαποδιστριακούς να ρίχνουν την ευθύνη στον Καποδίστρια. Δεν λέω ότι μερικά δεν έχουν και βάση, αλλά είναι τελείως αναξιόπιστος ο Τιρς [De l’état actuel de la Grèce et des moyens d'arriver à sa restauration, 1833], παρά τον σεβασμό για τον φιλελληνισμό του και τις ικανότητες που είχε πράγματι.

 

Μια τελευταία ερώτηση για τον Καποδίστρια. Ποια είναι η ταυτότητά του; Αισθάνεται κυρίως Επτανήσιος πρώτα, έπειτα Έλληνας, πότε γίνεται η μετάβαση;

Πρώτα τον ενδιαφέρουν τα Επτάνησα, έχει την εμπειρία της Επτανήσου Πολιτείας, αλλά γι’ αυτόν παίζει μεγάλο ρόλο και η θρησκευτικότητα, η κοινή πίστη και η ιστορική της διάσταση: ανήκει αυτός και οι Επτανήσιοι σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Όμως καταλαβαίνει από νωρίς ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα ανεξάρτητο κράτος που θα εντάξει τους Έλληνες και αναζητά, στο συνεχώς διαμορφούμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο, πώς θα μπορούσε να υπάρξει μια δύναμη ή πολλές δυνάμεις να εγγυηθούν ένα πολιτικό μόρφωμα που θα ευνοούσε τους Έλληνες. Δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ο Καποδίστριας ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ποιος θα το υποστήριζε εκείνη την εποχή; Γι’ αυτό σκέφτεται τη Ρωσία, γι’ αυτό το ιδανικό γι’ αυτόν αργότερα είναι οι τρεις Δυνάμεις. Ας κάνουμε μια τολμηρή υπόθεση: αν μπορούσε ο Καποδίστριας να σκεφτεί ότι η Ελλάδα θα γινόταν σαν την Ελβετία, τηρουμένων των αναλογιών, δηλαδή να μην επεμβαίνουν οι Δυνάμεις αλλά να εγγυούνται την ασφάλειά της, αυτό θα ήταν το ιδανικό γι’ αυτόν. Αλλά δεν ήταν εφικτό. Επομένως, έχουμε έναν Επτανήσιο που μετά σκέφτεται ως Έλληνας, με την ευρύτερη έννοια, κι έχουμε έναν εθνικό ηγέτη όταν είναι πλέον Κυβερνήτης. Ως Κυβερνήτης υπερασπίζεται το ρόλο του, δηλαδή για πρώτη φορά έχεις έναν άνθρωπο που τον σέβονται οι άλλοι, δεν τολμά κάποιος απέναντί του να προσβάλει αυτό που εκπροσωπεί. Έχει το κύρος να το υπερασπιστεί και τον ενοχλεί πολύ όταν του κάνουν υποδείξεις. Ακόμα και όταν ο Στράτφορντ Κάνινγκ κάποια στιγμή τον ρώτησε «γιατί είναι δυσαρεστημένος ο Κουντουριώτης;», θύμωσε: «γιατί επεμβαίνουν, γιατί δεν κοιτούν τη δουλειά τους, μπορεί να μας βοηθούν αλλά γιατί επεμβαίνουν σε τέτοια θέματα;». Άρα λοιπόν, όπως έχει γράψει ο Απόστολος Βακαλόπουλος [Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. VIII. Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του νεοελληνικού κράτους, 1988], με τον Καποδίστρια για πρώτη φορά πήρε το κυβερνητικό αξίωμα ουσιαστική σημασία στον ελλαδικό χώρο. Μαθαίνει ξαφνικά πως τον παραγκωνίζει ακόμα και η Ρωσία, από την οποία περίμενε να λάβει πληροφόρηση, και δεν ενημερώνεται για το ότι οι Δυνάμεις σχεδιάζουν ανεξάρτητο κράτος μετά την αλλαγή πολιτικής των Βρετανών με τον Ουέλλινγκτον, πως τα σύνορα θα είναι περιορισμένα. Και βάζει αμέσως θέμα συνόρων. Βάζει τον Λεοπόλδο να δώσει μάχη. Δεν είναι γιατί θέλει να μείνει ο ίδιος Κυβερνήτης, του έχει ήδη γράψει ο Λεοπόλδος ότι θα τον έχει δίπλα του. Αλλά ο Καποδίστριας του λέει πως δεν μπορείς να έρθεις στην Ελλάδα και να είναι έξω η Ακαρνανία. Όλοι πιστεύουν (και ο Μαυροκορδάτος, εδώ κάνει τρομερό λάθος), ότι το κάνει μόνο και μόνο για να παραμείνει στη θέση του. Όμως, αν παραιτήθηκε ο Λεοπόλδος, που είχε κι άλλους λόγους, είναι διότι από την αρχή τού ξεκαθάρισε η αγγλική κυβέρνηση να μην επιμείνει στο θέμα των συνόρων. Αν είχε μεταστραφεί νωρίτερα ο Ουέλλινγκτον και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπερντίν, δεν θα είχε μετά περιθώριο ο Λεοπόλδος να βρει δικαιολογία να παραιτηθεί. Επομένως, εδώ βλέπεις έναν άνθρωπο που σκέφτεται τα σύνορα και που δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά του ότι αποφασίστηκε η τύχη της Ελλάδας χωρίς να ερωτηθούν οι Έλληνες. Επομένως, έχεις τώρα έναν εθνικό ηγέτη, με όλα τα λάθη που κάνει και τις μονομέρειες που έχει. Βλέπουμε πώς μετατοπίζεται η αντίληψή του για το ποιοι είναι Έλληνες, τι είναι ελληνικό κράτος, τι θα μπορούσε να γίνει ανάλογα με τις αλλαγές που συμβαίνουν. […]

Δημήτρης Δημητρόπουλος - Γιώργος Καλπαδάκης - Αριστείδης Χατζής

Δημήτρης Δημητρόπουλος. Ιστορικός, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Βιβλία του: Τρεις Φιλικοί, έπαρχοι στην Άνδρο (2020),  Λόγος γυναικών; Δέκα στιγμιότυπα από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης (2022).

Γιώργος Καλπαδάκης. Κύριος ερευνητής στο Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΙΝΕ) και Lewis-Gibson Visiting Fellow στο Centre for Greek Studies του Πανεπιστημίου Cambridge. Ετοιμάζεται το νέο βιβλίο του, Η Βαλκανική Συνομοσπονδία του Ιωάννη Καποδίστρια.

Αριστείδης Χατζής. Καθηγητής φιλοσοφίας δικαίου και θεωρίας θεσμών στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το βιβλίο του, Ο Ενδοξότερος Αγώνας: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 (2021) θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ το 2024.

Τελευταία άρθρα από τον/την Δημήτρης Δημητρόπουλος - Γιώργος Καλπαδάκης - Αριστείδης Χατζής

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.