Σύνδεση συνδρομητών

Η Βρετανία επιδιώκει επαναπροσέγγιση της Ευρώπης

Τρίτη, 06 Ιανουαρίου 2026 13:08
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ.
Jessica Taylor / UK Parliament
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ.

Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, δήλωσε ανοιχτά ότι η χώρα πρέπει να κινηθεί προς μια στενότερη ευθυγράμμιση με τις αγορές της Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Οι δηλώσεις του αποτελούν την πιο σαφή μέχρι στιγμής ένδειξη ότι η κυβέρνηση επιδιώκει μια ουσιαστικότερη επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τις βασικές δεσμεύσεις του Brexit.

Μιλώντας στην εκπομπή της BBC με τη δημοσιογράφο Laura Kuenssberg (04/01/2026), ο Στάρμερ υπογράμμισε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «είναι προτιμότερο να κοιτά προς την ενιαία αγορά παρά προς την τελωνειακή ένωση» ως βάση για περαιτέρω ευθυγράμμιση. Όπως εξήγησε, η επιλογή αυτή επιτρέπει τη διατήρηση των πρόσφατων εμπορικών συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ινδία, τις οποίες χαρακτήρισε κρίσιμες για τα βρετανικά συμφέροντα.

 

Από το κλειστό κεφάλαιο στη διαρκή διαπραγμάτευση

Η ιδιαίτερα εμφανής μετατόπιση του πρωθυπουργού Σερ Κιρ Στάρμερ προς μια στενότερη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε τυχαία ούτε μονοδιάστατη. Αντιθέτως, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σύνθετης σύγκλισης οικονομικών πιέσεων, εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών και μεταβαλλόμενων γεωπολιτικών συνθηκών. Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit και πέντε χρόνια μετά την επίσημη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Λονδίνο φαίνεται να αναζητά μια πιο ρεαλιστική, λιγότερο ιδεολογική σχέση με την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η παρέμβαση του πρωθυπουργού είχε σαφή αποδέκτη: τις επιχειρήσεις, τις Βρυξέλλες, τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και τα εσωτερικά ακροατήρια του ίδιου του Εργατικού Κόμματος. Το μήνυμα ήταν ότι η μετα-Brexit σχέση με την ΕΕ δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο, «κλειστό» κεφάλαιο, αλλά ως μια διαρκής διαδικασία διαπραγμάτευσης και προσαρμογής. Έτσι, οι στενότερες οικονομικές σχέσεις με την ΕΕ αναμένεται να εξετάζονται στο εξής στο πλαίσιο ετήσιων διμερών συνομιλιών και όχι μόνο κατά την τυπική αναθεώρηση της συμφωνίας ΗΒ–ΕΕ.

Η επιλογή αυτή αποτελεί και απάντηση στις πολιτικές πιέσεις για έναν πιο φιλόδοξο «επαναπροσδιορισμό» του Brexit, με αιχμή του δόρατος την επανένταξη στην τελωνειακή ένωση. Πιέσεις που προέρχονται από Εργατικούς βουλευτές, συνδικαλιστικές οργανώσεις αλλά και από κινήσεις των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στο κοινοβούλιο. Ο Στάρμερ, ωστόσο, ήταν κατηγορηματικός: η τελωνειακή ένωση δεν αποτελεί προτεραιότητα. Όπως τόνισε ο ίδιος, θα υπονόμευε ένα από τα βασικά επιτεύγματα της τελευταίας χρονιάς, δηλαδή τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών «υψηλής ποιότητας» με τις ΗΠΑ και την Ινδία, με περαιτέρω συμφωνίες να σχεδιάζονται για τη Μέση Ανατολή.

 

Ενιαία αγορά αντί τελωνειακής ένωσης: μια στρατηγική επιλογή

Αντί της τελωνειακής ένωσης, ο Κιρ Στάρμερ προκρίνει μια «στενότερη σχέση» με την ενιαία αγορά. Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση: η εστίαση στην ενιαία αγορά επιτρέπει μεγαλύτερη κανονιστική ευθυγράμμιση σε συγκεκριμένους τομείς, χωρίς να απαιτείται η πλήρης ευθυγράμμιση εμπορικής πολιτικής που συνεπάγεται η τελωνειακή ένωση. Με άλλα λόγια, το Λονδίνο επιχειρεί να μειώσει τα εμπόδια στο εμπόριο με την Ευρώπη χωρίς να ακυρώσει τις παγκόσμιες εμπορικές του φιλοδοξίες.

Η διαφορά σε σχέση με την προσέγγιση της κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον είναι εμφανής. Η συμφωνία του 2021 έδινε έμφαση στην «ελευθερία από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς», ακόμη και εις βάρος της ομαλής πρόσβασης των βρετανικών εξαγωγών στην ευρωπαϊκή αγορά. Αντίθετα, ο σημερινός «επαναπροσδιορισμός του Brexit» βασίζεται στην παραδοχή ότι η κανονιστική απόκλιση έχει κόστος. Ήδη, η κυβέρνηση εξετάζει την επαναευθυγράμμιση με τους κανόνες της ΕΕ σε τρεις καίριους τομείς: τα τρόφιμα και τα αγροτικά προϊόντα, την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και το σύστημα εμπορίας εκπομπών.

Η πίεση από τον επιχειρηματικό κόσμο είναι καθοριστική. Το British Chambers of Commerce κατέγραψε ότι η πλειοψηφία των μελών του θεωρεί πως η ισχύουσα συμφωνία ΗΒ–ΕΕ δεν συμβάλλει στην αύξηση των πωλήσεων. Οι επιχειρήσεις επισημαίνουν ότι η γραφειοκρατία, οι έλεγχοι και οι αποκλίσεις στους κανόνες έχουν πλήξει ιδιαίτερα το εμπόριο αγαθών. Δεν είναι τυχαίο ότι συζητείται πλέον η επέκταση της κανονιστικής ευθυγράμμισης και σε άλλους κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα χημικά προϊόντα ή ακόμη και οι ρυθμίσεις ΦΠΑ.

 

Δέκα χρόνια μετά: το Brexit περνά από το σύνθημα στη διαχείριση

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, η αντίδραση υπήρξε αρχικά χλιαρή. Πολλές πρωτεύουσες θεώρησαν ότι ο περσινός «επαναπροσδιορισμός» στερούνταν φιλοδοξίας, ιδίως μετά την απόρριψη ιδεών για μια de facto επανένταξη των βρετανικών προϊόντων στην ενιαία αγορά. Επιπλέον, επιμέρους διαπραγματεύσεις –όπως η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στο ευρωπαϊκό αμυντικό ταμείο των 150 δισ. ευρώ– έχουν σκοντάψει σε πολιτικές ενστάσεις και οικονομικούς όρους.

Παράλληλα, υπήρξαν και θετικά βήματα: η συμφωνία για επανένταξη στο Erasmus και η πρόοδος στις συζητήσεις για ένα πρόγραμμα κινητικότητας νέων άνοιξαν τον δρόμο για ευρύτερο διάλογο. Στο γεωπολιτικό επίπεδο, η δημοσίευση της αμερικανικής Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας άλλαξε επίσης το πλαίσιο, υπενθυμίζοντας στο Λονδίνο ότι οι σχέσεις Ευρώπης–ΗΠΑ εισέρχονται σε μια πιο περίπλοκη φάση.

Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμάται ο εσωτερικός πολιτικός παράγοντας. Οι Εργατικοί φοβούνται ότι θα βρεθούν υπό πίεση τόσο από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες όσο και από τους Πράσινους, ιδίως σε αστικές περιοχές και ενόψει τοπικών εκλογών. Η υιοθέτηση μιας πιο πραγματιστικής στάσης απέναντι στην Ευρώπη λειτουργεί, συνεπώς, και ως ασπίδα απέναντι σε πολιτική «υπερφαλάγγιση».

Συνολικά, η νέα στροφή του Βρετανού πρωθυπουργού αντικατοπτρίζει μια ωρίμανση της μετα-Brexit στρατηγικής. Καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο εισέρχεται στο έτος-ορόσημο της δεκαετίας από το δημοψήφισμα, η ρητορική της απόλυτης ρήξης υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για οικονομική σταθερότητα, διεθνή συντονισμό και πολιτικό ρεαλισμό. Η Ευρώπη, χωρίς να αναιρεί το Brexit, επανέρχεται στο επίκεντρο της βρετανικής εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.