Οι θεματικές της θρησκείας, της πίστης στο Θεό, της βίας και του μηδενισμού, της αποϊέρωσης και της απενσάρκωσης, της κρίσης της αυθεντίας και της δολοφονίας του πατέρα, της ελευθερίας και του κακού βρίσκονται στο επίκεντρο του έργου του ρώσου συγγραφέα. Ας αναρωτηθούμε: πόσα απ’ αυτά τα προβλήματα δεν είναι επίσης τωρινά, καθημερινά, άμεσα; Σε ένα πολύ πρόσφατο ντοκιμαντέρ (που είδε το φως της δημοσιότητας μόλις λίγες ημέρες πριν, στις 10 Δεκεμβρίου 2025) της γαλλικής Καθολικής τηλεόρασης, το οποίο σκηνοθέτησε ο Υβ Μπερνανός (εγγονός του γνωστού και στην Ελλάδα χριστιανο-καθολικού συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός) για τη ζωή και το έργο του Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ο φιλόσοφος και συγγραφέας Μισέλ Ελτσανινόφ (Michel Eltchaninoff), ερευνητής του ντοστογιεφσκικού έργου, θα μας μεταφέρει το κατ’ αυτόν κεντρικό μήνυμα του Εφήβου: τη χαρά να ζεις, την αξία μιας αυθεντικής ζωής, δηλαδή μιας ζωής μη επινοημένης από ιδεολογίες. Μα αυτή δεν είναι και η χαρούμενη προτροπή, θα προσθέταμε, του Αλιόσα προς τον αδελφό τού μηδενιστή Ιβάν Καραμάζοφ;
Ο συγγραφέας και μεταφραστής Αντρέ Μαρκοβίτς (Andrè Markowicz), στο ίδιο πάντα ντοκιμαντέρ, χαρακτηρίζοντας τον Ντοστογιέφσκι «πρώτο συγγραφέα του στρατοπεδικού σύμπαντος» (λόγω της τετραετούς φυλάκισής του στα κάτεργα, που την αφηγείται στις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων), επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο Υπόγειο, στο οποίο θα βρει το θρίαμβο του εγώ χωρίς το εσύ. Στον Ρασκόλνικοφ (Έγκλημα και Τιμωρία), ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι θα δει τον μηδενισμό ως την «ανυπαρξία αλήθειας», τη σχετικοποίηση κάθε αξίας – να πούμε την αντιστροφή των αξιών; Η δολοφονία της γριάς-τοκογλύφου, η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής είναι ένα απλό μέσον για την επικράτηση του Καλού. Ο Μάρκοβιτς, πάλι, θα μας μιλήσει, με αφορμή το Έγκλημα και Τιμωρία, για «την προφανή και αόρατη παρουσία του Θεού στην καθημερινή ζωή».
Εκδοχές αυτού του «θρησκευτικού», χριστιανο-ορθόδοξου Ντοστογιέφσκι παρουσιάζουν και αναλύουν και τα δύο κείμενα που συνθέτουν το βασικό αφιέρωμα του ανά χείρας τεύχους. Το καθένα με τον τρόπο του αφορούν μια σχέση έντασης ανάμεσα στη θρησκεία και στην πολιτική, στη θεολογία και στο πολιτικό, μετατοπίζοντας, τρόπον τινά, το ενδιαφέρον από τον εσωτερικό άνθρωπο στις πολιτικές μορφές των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από αυτό το πρίσμα, προσπαθούν να ξαναδούν ορισμένες από τις προηγούμενες θεματικές σε μια πολιτική τους διάσταση, όπως την κρίση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, την εξουσία και τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, την εθνική ταυτότητα, τις μεταμορφώσεις της αλλά και τις παραμορφώσεις της, τον ευρωπαϊσμό και τον ουμανισμό, το φαινόμενο του λαϊκισμού (που στον Ντοστογιέφσκι παρουσιάζεται, για παράδειγμα, στους Φτωχούς, αλλά και στο Ημερολόγιό του, όπως στο «Λόγο για τον Πούσκιν», μέσα από την αντιπαράθεση σλαβόφιλων - δυτικόφιλων).
Υπό το ίδιο πρίσμα εξετάζονται και άλλες θεματικές στο έργο του Ντοστογιέφσκι. Ο μηδενισμός, οι πολιτικές ιδεολογίες που τον περιθάλπουν, η ελευθερία και το πολιτικό κακό – ή πιο σωστά η ελευθερία από το κακό. Σε αυτά τα κείμενα, ο αναγνώστης θα βρει γόνιμες αφορμές για αναστοχασμό.
Ας επιτραπεί μία τελευταία επισήμανση, που αφορά πάντα την επικαιρότητα της σκέψης του Ντοστογιέφσκι. Σε ένα επίσης πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro (13/10/2025), ο συγγραφέας και θεολόγος Ζαν-Φρανσουά Κολοζιμό (Jean-François Colosimo), διευθυντής των εκδόσεων Cerf, υπό τον τίτλο «Από το 1793 ώς την 13η Νοεμβρίου 2015: στις ρίζες της τρομοκρατίας», εντοπίζει στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι το αόρατο νήμα του μηδενισμού. Γράφει:
Οι Δαιμονισμένοι (έργο για το οποίο συχνά γίνεται λόγος, αν και σπανίως διαβάζεται) αποτελούν […] μια κεφαλαιώδη προφητεία για το σήμερα. [Το έργο αυτό] καταγγέλλει την καταστροφή της ανθρωπότητας γύρω από το υποτιθέμενο πτώμα του Θεού […], με την καταφυγή, με έναν κωμικοτραγικό, έπειτα χαοτικό και τέλος δαιμονικό τρόπο στη φράση: «Αν ο Θεός πέθανε, όλα επιτρέπονται»
Ο Κολοζιμό διαβάζει τους Δαιμονισμένους όχι σαν ένα κείμενο ενός συγγραφέα του 19ου αιώνα, αλλά σαν ένα συγγραφέα χρήσιμο για να καταλάβουμε ό,τι συμβαίνει γλυρω μας, σήμερα. Γι’ αυτό καταλήγει στα εξής:
Μεταξύ 1900 και 1917, η τσαρική Ρωσία θα γνωρίσει 23.000 τρομοκρατικές επιθέσεις με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Έτσι, η υφιστάμενη τρομοκρατία θα προετοιμάσει την έλευση της κρατικής τρομοκρατίας που θα εγκαθιδρύσουν οι μπολσεβίκοι. Οι κομμουνιστές θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο και απέτυχαν. Τους αντικαθιστούν οι ισλαμιστές ώστε, τούτη την φορά, να τον κάνουν να αργοπεθαίνει.