Στα ποιήματα του Χιόνη, η τρυφερότητα συνυπάρχει με τη σκληρότητα, η ελπίδα με την απόγνωση, η πεζή προσκόλληση στα γήινα με την υψιπετή πνευματική ανάταση. Ο ποιητής μάς προσφέρει με το έργο του ένα καλειδοσκόπιο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Οι ιστορίες του Χιόνη είναι μικροί μύθοι, μικρές αφηγηματικές ενότητες γεμάτες χιούμορ και συγκίνηση. Σ’ ένα υπέροχο πεζοποίημά του, για παράδειγμα, αφηγείται πώς ένα θηλυκό ζαρκάδι τρέχει να ξεφύγει:
Κυνηγημένη ἀπὸ τὸν Φόβο, μιὰ δορκάδα τινάχτηκε τόσο μακριά, τόσο ψηλὰ ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς. Ὁ Φόβος ἔμεινε ἐδῶ, στὴ γῆ, κοιτώντας, ἄναυδος, τὸ ἀθέλητο κι ὡστόσο ὑπέροχο δημιούργημά του· τὸν ἀστερισμὸ τῆς Δορκάδος. (σελ. 574).
Τι είναι αυτό που κυνηγά τη δορκάδα; Άγνωστο. Ίσως άνθρωποι, ίσως ζώα. Το σίγουρο είναι ότι τρέχει από φόβο. Ο φόβος είναι αυτός που την κυνηγά. Και τόσο πολύ φοβάται, τόσο πολύ τρέχει να γλιτώσει, που κάνει ένα άλμα κι ανεβαίνει στον ουρανό. Και γίνεται αστέρι. Και όχι απλώς αστέρι, αλλά ολόκληρος αστερισμός: ο αστερισμός της Δορκάδος. Κι ο Χιόνης σημειώνει, στη θαυμάσια, ποιητική αντιστροφή του, πως ο Φόβος έμεινε στη γη, κι εξέπεσε από το θρόνο που είχε στον ουρανό· γιατί Φόβος ονομάζεται ένας μικρός πλανήτης, δορυφόρος του Άρη. Κι έμεινε στη γη, γιατί ο φόβος είναι κάτι γήινο και παροδικό. Ενώ, αντίθετα, η ομορφιά και η ευαλωτότητα και η αιθέρια ύπαρξη της δορκάδας είναι ουράνια κι αιώνια. Και με το ιδιαίτερο χιούμορ του ο Χιόνης ζητά σε υποσημείωση συγχώρεση από τους αστρονόμους, και κυρίως από τον Έιζαφ Χολ, τον αστρονόμο που πρώτος παρατήρησε τον πλανήτη Φόβο το 1877, που κατέβασε στη γη τον Φόβο κι ανέβασε στον ουρανό τη Δορκάδα. Γιατί, όπως λέει, «δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τη σώσει» (σελ. 598).