Το ίδιο το κείμενο που συνοδεύει την πράξη αποκαλύπτει τον πυρήνα του προβλήματος. Ένας λόγος που βαφτίζει την τρομοκρατία «πολιτική πράξη», που παρουσιάζει τον τραμπουκισμό ως δήθεν αντίσταση και επιχειρεί να νομιμοποιήσει τη βία μέσα από ιδεολογικά προσχήματα. Όποιος δεν ευθυγραμμίζεται, μπαίνει στο στόχαστρο. Επιθέσεις σε σπίτια, προγραφές προσώπων, ιδεολογικός φανατισμός, το ίδιο συμβατό μοτίβο των ηλιθίων, η ίδια λογική επιβολής, η ίδια πρακτική.
Και μέσα σε όλα, η ίδια η γλώσσα τούς προδίδει. Ο «νεοποτισμός» που καταγγέλλουν αντί για τον νεποτισμό είναι μια μικρή, αποκαλυπτική ένδειξη για το επίπεδο και τη σοβαρότητα ενός λόγου που διεκδικεί ρόλο πολιτικής παρέμβασης.
Ωστόσο η πρακτική τους δεν ξεχωρίζει ούτε στο μίσος ούτε στον ανορθολογισμό ούτε στη λογική της αγέλης από αυτή των ναζί και των σταλινικών, όπως τόσο εύστοχα επεσήμανε ο αγαπητός φίλος Κώστας Κούρκουλος σε σχετική ανάρτησή του στα σόσιαλ μίντια. Επιθέσεις σε σπίτια, προγραφές προσώπων, ιδεολογικός φανατισμός χωρίς όριο.
Η περίπτωση της Βάνας Νικολαΐδου ενεργοποιείται κάθε τόσο ως πυροκροτητής μιας προϋπάρχουσας σύγκρουσης. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου με σαφή δημόσιο λόγο, με συγκεκριμένες θέσεις, με πνευματική παρουσία. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται στόχος. Όχι επειδή «καταπατά» κάτι, όπως ισχυρίζονται, αλλά επειδή εκφράζει απόψεις που δεν χωρούν στο δικό τους μονοπώλιο λόγου, στην αρρωστημένη τους κοσμοσωτήρια θεολογία.
Αυτό που πραγματικά ενοχλεί είναι η ύπαρξη ελεύθερης σκέψης εκτός της δικής τους γραμμής.
Η εικόνα αυτή κάθε άλλο παρά περιστασιακή είναι. Πρόκειται για μια ακόμη αναρχομπάχαλη παρέμβαση, από τις εκατοντάδες που εκτυλίσσονται ανεξέλεγκτα στα ελληνικά πανεπιστήμια εδώ και δεκαετίες. Στην Ελλάδα, για να σταθείς στον πανεπιστημιακό χώρο χωρίς πρόβλημα, χρειάζεται ιδεολογική ταυτότητα, συμβατή με αυτό το σύστημα. Από εκεί και πέρα, η ελευθερία του λόγου τελειώνει.
Για να μιλήσει δημόσια μια προσωπικότητα σε ελληνικό πανεπιστήμιο, απαιτούνται τα κατάλληλα διαπιστευτήρια, είτε από τον Περισσό και τα πνευματικά του παρακλάδια είτε, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή, ένα άτυπο «πτυχίο Τσίπρα» και η φοιτητική αδειοδότηση τύπου Φίλη.
Αυτή η αθλιότητα με τα εγχώρια χαρακτηριστικά τραμπουκισμού και οχλοκρατίας δεν αποτελεί αποτέλεσμα κάποιων «αγώνων». Είναι προϊόν μιας εγκληματικής πολιτικής ανοχής. Το σύστημα της μεταπολίτευσης παρέδωσε τον χώρο της παιδείας σε οργανωμένες μειοψηφίες με λογική πολιτικής μαφίας.
Και σήμερα η ευθύνη βαραίνει την κυβέρνηση. Επιλέγει να πολιτεύεται φοβικά απέναντι σε μια κατάσταση απόλυτης ανελευθερίας. Μια μικρή αλλά επιθετική μειοψηφία δρα ανεξέλεγκτα, εκφοβίζοντας κάθε διαφορετική φωνή. Καθηγητές με αμφίβολες ακαδημαϊκές «περγαμηνές» λειτουργούν ως ιδεολογικοί μηχανισμοί πίεσης, φοιτητές ως εκτελεστικός βραχίονας. Το πανεπιστήμιο έχει μετατραπεί, με τη διαχρονική ανοχή όλων των κυβερνήσεων, σε χώρο όπου η ελευθερία του λόγου υπάρχει μόνο για τους ακραίους.
Το κόστος είναι τεράστιο. Και δεν είναι αφηρημένο. Αφορά την ίδια την πορεία της χώρας. Όταν η παιδεία λειτουργεί έτσι, το αποτέλεσμα φαίνεται παντού. Η υποβάθμιση γίνεται κανόνας, η μετριότητα επιβραβεύεται, η ευθύνη εξαφανίζεται.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκαν πολιτικά πρόσωπα που συμβολίζουν αυτή την παρακμή. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως φυσικό αποτέλεσμα ενός συστήματος που επιβραβεύει την θρασύτητα σε βάρος της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας.
Η ευθύνη είναι συλλογική όπως και η ντροπή επίσης.