Σύνδεση συνδρομητών

Γιατί η υπεράσπιση της Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου είναι υπόθεση όλων μας

facebook
Αριστερά, «παρέμβαση» στο γραφείο της Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου, στο γραφείο της στο Πανεπιστήμιο. Δεξιά, η πρόσφατη «παρέμβαση» φοιτητών του Ρουβίκωνα στην κατοικία της.
facebook

Η πρόσφατη «παρέμβαση» του Ρουβίκωνα στο σπίτι της καθηγήτριας πολιτικής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου, αποτελεί ένα ηχηρό σήμα κινδύνου για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την ακαδημαϊκή ελευθερία. Η στοχοποίηση της καθηγήτριας στον ιδιωτικό της χώρο, με πηχυαία γράμματα στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου μένει («ΒΑΝΑ ΚΑΘΑΡΜΑ – Φ.Ο. ΡΟΥΒΙΚΩΝΑ»), δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως μαφιόζικου τύπου τραμπουκισμός. Δυστυχώς, οι πολιτικές πρακτικές του προσωπικού «ξεμπροστιάσματος» με την απειλή και, στη συνέχεια, τη χρήση βίας ως μηχανισμού πειθάρχησης, δεν είναι κάτι καινούργιο για την κοινωνία μας και ειδικότερα για τον ακαδημαϊκό χώρο.

Είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με τις απόψεις της κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου για να καταδικάσει τη συγκεκριμένη επίθεση. Είναι επίσης αυτονόητο δικαίωμά της να εκφράζεται ελεύθερα, όπως είναι, εξίσου, δικαίωμα κάθε φοιτητή ή φοιτήτριας να την επικρίνει για τις θέσεις της, για το ύφος της ή για τις γεωπολιτικές της αναλύσεις, στο αμφιθέατρο, στα επιστημονικά περιοδικά, στον δημόσιο λόγο. Η μεταφορά, όμως, αυτής της «κριτικής» στους τοίχους του σπιτιού της, με όρους απειλής, είναι ακριβώς ο ορισμός του εκφασισμού. Πρώτα απ’ όλα, αυτή η δράση οφείλει να καταδικαστεί από το ίδιο το φοιτητικό κίνημα, του οποίου ο Ρουβίκωνας αυτοπροβάλλεται ως συνολικός εκφραστής, καθώς γνωρίζουμε καλά ότι, όποιος κι αν είναι ο αρχικός στόχος, τέτοιες πρακτικές αργά ή γρήγορα στρέφονται ενάντια στα ίδια τα κινήματα.

Ωστόσο, εμείς ως συλλογικότητα, που έχει συγκροτηθεί με σκοπό την ανάδειξη και την αντιμετώπιση του σύγχρονου αντισημιτισμού, δεν στεκόμαστε στο περιστατικό αυτό μόνο ως ζήτημα δημοκρατικών αρχών, αλλά και ως σύμπτωμα ενός ευρύτερου ιδεολογικού κλίματος. Τίθεται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα: γιατί στοχοποιείται συστηματικά η συγκεκριμένη καθηγήτρια; Φέρει πράγματι μεγαλύτερη ευθύνη από άλλους για τα προβλήματα του ελληνικού πανεπιστημίου ή μήπως η συστηματική στοχοποίησή της κρύβει κάτι άλλο;

Είναι ξεκάθαρο ότι η επιμονή εναντίον της δεν σχετίζεται απλώς με τις όποιες θέσεις της για το πανεπιστήμιο, αλλά με το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρόσωπα που επιμένουν να μιλούν δημόσια για τον σύγχρονο αντισημιτισμό σε όλες τις μορφές του. Όπως ξεκαθαρίζει η Φοιτητική Ομάδα Ρουβίκωνα, η κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου δεν καταγγέλλεται μόνο «ως πολιτικός εκφραστής της δεξιάς πτέρυγας εντός των ελληνικών πανεπιστημίων», αλλά και ως εκπρόσωπος «μιας πτέρυγας που υπερασπίζεται το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι εκείνο εξάγει [sic] τη γενοκτονία ενός ολόκληρου λαού».

Σε αυτό το σημείο, η διαφωνία παύει να αφορά πολιτικές θέσεις. Η υπεράσπιση του Ισραήλ δεν αντιμετωπίζεται ως θέση προς αντιπαράθεση, αλλά ως συνενοχή σε ένα απόλυτο κακό. Έτσι, ο «σιωνιστής» μετατρέπεται σε ηθικά έκπτωτο υποκείμενο, άρα και σε θεμιτό στόχο.

Η «παρέμβαση» αυτή είναι συνέπεια ενός κλίματος που διαμορφώνεται γοργά. Διαμορφώνεται μια συνθήκη όπου αρκεί να δηλωθεί για ένα άτομο ότι «υπερασπίζεται το Ισραήλ», και άρα «υπερασπίζεται μια γενοκτονία», ώστε να «νομιμοποιηθεί» η απειλή ή και η ίδια η βία εναντίον του. Πόσοι όμως άνθρωποι, ανεξάρτητα από τις απόψεις τους για τις πολιτικές της εκάστοτε κυβέρνησης, στηρίζουν απλώς το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει; Ας αναλογιστούμε, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Εβραίων στηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης ενός εβραϊκού κράτους.

Εδώ ακριβώς εντοπίζονται τα αντισημιτικά χαρακτηριστικά του φαινομένου. Δεν απαιτείται πλέον ρητή αναφορά στους Εβραίους ως τέτοιους. Αρκεί η μετατόπιση του παλαιού αντισημιτικού στερεοτύπου στο σχήμα του «σιωνιστή», που λειτουργεί ως αυταπόδεικτη κατηγορία ενοχής. Ένα από τα χαρακτηριστικά του διαμορφούμενου κλίματος είναι ότι αναφορές στην ανάγκη «πάταξης του σιωνισμού» επιτρέπουν τη δράση εναντίον «σιωνιστών» στο απυρόβλητο, από ηθική και πολιτική άποψη. Στο ίδιο αυτό κλίμα, ισραηλινοί επισκέπτες χαρακτηρίζονται «σιωνιστές», με αποτέλεσμα η εθνική τους ταυτότητα να μετατρέπεται σε αιτία δημόσιας στοχοποίησης. Επισημαίνουμε και προειδοποιούμε πως η λογική αυτή ανοίγει το δρόμο προς τη φυσική βία εναντίον Εβραίων και Ισραηλινών.

Διόλου συμπτωματικά, η κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, στην εισήγησή της τον προηγούμενο Νοέμβριο, σε εκδήλωση για την επέτειο της Νύχτας των Κρυστάλλων (https://booksjournal.gr/paremvaseis/5850-nyxta-ton-krystallon-otan-ragise-i-anthropotita), έγραψε ότι σήμερα βιώνουμε, από τη μία πλευρά, τη δαιμονοποίηση των Εβραίων (πλέον ως «σιωνιστών» ) και, από την άλλη, την επιστροφή του αντιεβραϊκού μίσους ντυμένου «με την αύρα του ηθικισμού». Η ίδια υπενθυμίζει ότι ο αντισημιτισμός σε μια κοινωνία είναι σαν το «καναρίνι στο ορυχείο», «που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου».

Πράγματι, ο «παραδοσιακός» αντισημιτισμός που υποβόσκει στην κοινωνία μας διαβρώνει τα δημοκρατικά δικαιώματα σε περιόδους κρίσης, ξεκινώντας από τους Εβραίους, αλλά δεν σταματά εκεί· το καμπανάκι χτυπά για όλους. Η σιωπή ή η επιλεκτική καταδίκη μιας επίθεσης, ανάλογα με το αν συμφωνούμε ή όχι με το στοχοποιούμενο πρόσωπο, είναι κάτι που αργά ή γρήγορα θα βρεθεί μπροστά σε όλους.

Όπως τόνισε και ο Elie Wiesel, επιζών του Ολοκαυτώματος, «Η αδιαφορία είναι πάντοτε σύμμαχος του εχθρού, γιατί ωφελεί τον επιτιθέμενο και ποτέ το θύμα».

Πρωτοβουλία κατά του αντισημιτισμού

Τον τελευταίο καιρό συντελείται στην Ελλάδα σειρά επιθέσεων στο δικαίωμα έκφρασης, δημοσίευσης, έρευνας και διανομής εντύπων πάνω σε ζητήματα που σχετίζονται με τους Εβραίους, καθώς και την εβραϊκή ιστορική μνήμη και ταυτότητα. Ταυτόχρονα, αμφισβητείται ακόμη και το δικαίωμα καταγγελίας του αντισημιτισμού.
Από τις 7 Οκτωβρίου 2023 και μετά, σε παγκόσμιο επίπεδο, καταγράφεται πρωτοφανής αύξηση κρουσμάτων αντισημιτισμού, φραστικού και φυσικού. Στην Ελλάδα καταγγέλλονται περιστατικά βανδαλισμού σε εβραϊκά νεκροταφεία και μνημεία, προπηλακισμοί Ισραηλινών τουριστών, απειλές κατά ακαδημαϊκών, καθώς και αποκλεισμοί καλλιτεχνών λόγω των εμφανίσεών τους στο Ισραήλ. Παράλληλα, υποβαθμίζεται και ευτελίζεται η τραγική εμπειρία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους Ναζί.
Οι επιθέσεις παίρνουν τη μορφή σφοδρών, συκοφαντικών δημόσιων επιθέσεων και απειλών, με προφανή στόχο τη φίμωση και όχι τον διάλογο. Όσοι επιλέγουν να καταδικάσουν δημόσια τέτοιες επιθέσεις κατασυκοφαντούνται με τη σειρά τους ως «πράκτορες του Νετανιάχου». Οι επιθέσεις αυτές χρησιμοποιούν ως πρόσχημα την υπεράσπιση του δίκαιου ιστορικού αγώνα του παλαιστινιακού λαού για τα εθνικά και ανθρώπινα δικαιώματά του. Αναπτύσσεται έτσι ένα κλίμα εκφοβισμού απέναντι σε κάθε Εβραίο, με αναφορές στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και στην τραγωδία του Παλαιστινιακού λαού.
Βλέπουμε από τη μία να ταυτίζουν τον Παλαιστινιακό λαό με τη Χαμάς, η οποία αμαυρώνει τον Παλαιστινιακό αγώνα υιοθετώντας τον αφανισμό των Εβραίων από την περιοχή ως «εθνικό στόχο» και τα πογκρόμ ως στρατηγική. Βλέπουμε από την άλλη να στιγματίζουν κάθε Εβραίο και Ισραηλινό πολίτη ως υπεύθυνο για τα δεινά των Παλαιστινίων. Τέτοιες αντιλήψεις δεν αφήνουν περιθώρια για την ανάδειξη φωνών υπέρ της ειρήνευσης και της συνύπαρξης Ισραηλινών και Παλαιστινίων στην περιοχή, κάτι που μόνο η συνεργασία των λαών – των απλών ανθρώπων – μπορεί να κάνει πραγματικότητα.
Συχνά οι επιθέσεις κατά των Εβραίων πραγματοποιούνται στο όνομα της καταπολέμησης του σιωνισμού, της απομόνωσης του Ισραήλ και της άρνησης κάθε επαφής και σχέσης με Ισραηλινούς πολίτες. Με δεδομένο ότι περισσότεροι από τους μισούς Εβραίους ζουν στο Ισραήλ, και οι Εβραίοι παγκοσμίως βλέπουν το κράτος του Ισραήλ ως ένα έσχατο καταφύγιο απέναντι στις διώξεις, η πρακτική αυτή οδηγεί στη στοχοποίηση των Εβραίων γενικά. Όμως ο αντισημιτισμός δεν είναι φαινόμενο νέο, ούτε οφείλεται στο «Μεσανατολικό».
Στο στόχαστρο των επιθέσεων αυτών έχουν μπει οι Εβραίοι συμπολίτες μας και οι κοινωνικοί και θρησκευτικοί τους θεσμοί. Επιπλέον, ο αντισημιτισμός ήταν και είναι ένα πολύτιμο όπλο των κρατούντων σε εποχές οικονομικής κρίσης, και ως τέτοιο πρέπει να καταπολεμηθεί. Είναι ένα επικίνδυνο δηλητήριο που ανοίγει την πόρτα στη φασιστική ιδεολογία και, γι’ αυτό, πρέπει να αποκαλύπτεται και να αμφισβητείται.
Πέραν τούτου, η προοδευτική ανθρωπότητα – και ο εργαζόμενος λαός ειδικά – έχει χύσει πολύ αίμα για να κατακτηθεί το δημοκρατικό δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, χωρίς συκοφαντίες και απειλές. Δεν είναι πολυτέλεια ή προνόμιο. Σήμερα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να το υπερασπιστούμε απέναντι στην προοπτική περισσότερων κοινωνικών κλυδωνισμών, πολέμων, ανόδου του φασισμού και της ρατσιστικής ακροδεξιάς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Πρωτοβουλία κατά του Αντισημιτισμού δημιουργήθηκε με στόχο την καταπολέμηση του επικίνδυνου αυτού φαινομένου, συσπειρώνοντας όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνότητας και πολιτικών αντιλήψεων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.