Είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με τις απόψεις της κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου για να καταδικάσει τη συγκεκριμένη επίθεση. Είναι επίσης αυτονόητο δικαίωμά της να εκφράζεται ελεύθερα, όπως είναι, εξίσου, δικαίωμα κάθε φοιτητή ή φοιτήτριας να την επικρίνει για τις θέσεις της, για το ύφος της ή για τις γεωπολιτικές της αναλύσεις, στο αμφιθέατρο, στα επιστημονικά περιοδικά, στον δημόσιο λόγο. Η μεταφορά, όμως, αυτής της «κριτικής» στους τοίχους του σπιτιού της, με όρους απειλής, είναι ακριβώς ο ορισμός του εκφασισμού. Πρώτα απ’ όλα, αυτή η δράση οφείλει να καταδικαστεί από το ίδιο το φοιτητικό κίνημα, του οποίου ο Ρουβίκωνας αυτοπροβάλλεται ως συνολικός εκφραστής, καθώς γνωρίζουμε καλά ότι, όποιος κι αν είναι ο αρχικός στόχος, τέτοιες πρακτικές αργά ή γρήγορα στρέφονται ενάντια στα ίδια τα κινήματα.
Ωστόσο, εμείς ως συλλογικότητα, που έχει συγκροτηθεί με σκοπό την ανάδειξη και την αντιμετώπιση του σύγχρονου αντισημιτισμού, δεν στεκόμαστε στο περιστατικό αυτό μόνο ως ζήτημα δημοκρατικών αρχών, αλλά και ως σύμπτωμα ενός ευρύτερου ιδεολογικού κλίματος. Τίθεται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα: γιατί στοχοποιείται συστηματικά η συγκεκριμένη καθηγήτρια; Φέρει πράγματι μεγαλύτερη ευθύνη από άλλους για τα προβλήματα του ελληνικού πανεπιστημίου ή μήπως η συστηματική στοχοποίησή της κρύβει κάτι άλλο;
Είναι ξεκάθαρο ότι η επιμονή εναντίον της δεν σχετίζεται απλώς με τις όποιες θέσεις της για το πανεπιστήμιο, αλλά με το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρόσωπα που επιμένουν να μιλούν δημόσια για τον σύγχρονο αντισημιτισμό σε όλες τις μορφές του. Όπως ξεκαθαρίζει η Φοιτητική Ομάδα Ρουβίκωνα, η κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου δεν καταγγέλλεται μόνο «ως πολιτικός εκφραστής της δεξιάς πτέρυγας εντός των ελληνικών πανεπιστημίων», αλλά και ως εκπρόσωπος «μιας πτέρυγας που υπερασπίζεται το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι εκείνο εξάγει [sic] τη γενοκτονία ενός ολόκληρου λαού».
Σε αυτό το σημείο, η διαφωνία παύει να αφορά πολιτικές θέσεις. Η υπεράσπιση του Ισραήλ δεν αντιμετωπίζεται ως θέση προς αντιπαράθεση, αλλά ως συνενοχή σε ένα απόλυτο κακό. Έτσι, ο «σιωνιστής» μετατρέπεται σε ηθικά έκπτωτο υποκείμενο, άρα και σε θεμιτό στόχο.
Η «παρέμβαση» αυτή είναι συνέπεια ενός κλίματος που διαμορφώνεται γοργά. Διαμορφώνεται μια συνθήκη όπου αρκεί να δηλωθεί για ένα άτομο ότι «υπερασπίζεται το Ισραήλ», και άρα «υπερασπίζεται μια γενοκτονία», ώστε να «νομιμοποιηθεί» η απειλή ή και η ίδια η βία εναντίον του. Πόσοι όμως άνθρωποι, ανεξάρτητα από τις απόψεις τους για τις πολιτικές της εκάστοτε κυβέρνησης, στηρίζουν απλώς το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει; Ας αναλογιστούμε, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Εβραίων στηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης ενός εβραϊκού κράτους.
Εδώ ακριβώς εντοπίζονται τα αντισημιτικά χαρακτηριστικά του φαινομένου. Δεν απαιτείται πλέον ρητή αναφορά στους Εβραίους ως τέτοιους. Αρκεί η μετατόπιση του παλαιού αντισημιτικού στερεοτύπου στο σχήμα του «σιωνιστή», που λειτουργεί ως αυταπόδεικτη κατηγορία ενοχής. Ένα από τα χαρακτηριστικά του διαμορφούμενου κλίματος είναι ότι αναφορές στην ανάγκη «πάταξης του σιωνισμού» επιτρέπουν τη δράση εναντίον «σιωνιστών» στο απυρόβλητο, από ηθική και πολιτική άποψη. Στο ίδιο αυτό κλίμα, ισραηλινοί επισκέπτες χαρακτηρίζονται «σιωνιστές», με αποτέλεσμα η εθνική τους ταυτότητα να μετατρέπεται σε αιτία δημόσιας στοχοποίησης. Επισημαίνουμε και προειδοποιούμε πως η λογική αυτή ανοίγει το δρόμο προς τη φυσική βία εναντίον Εβραίων και Ισραηλινών.
Διόλου συμπτωματικά, η κ. Νικολαΐδου-Κυριανίδου, στην εισήγησή της τον προηγούμενο Νοέμβριο, σε εκδήλωση για την επέτειο της Νύχτας των Κρυστάλλων (https://booksjournal.gr/paremvaseis/5850-nyxta-ton-krystallon-otan-ragise-i-anthropotita), έγραψε ότι σήμερα βιώνουμε, από τη μία πλευρά, τη δαιμονοποίηση των Εβραίων (πλέον ως «σιωνιστών» ) και, από την άλλη, την επιστροφή του αντιεβραϊκού μίσους ντυμένου «με την αύρα του ηθικισμού». Η ίδια υπενθυμίζει ότι ο αντισημιτισμός σε μια κοινωνία είναι σαν το «καναρίνι στο ορυχείο», «που το χρησιμοποιούσαν ως δείκτη της επικείμενης έκρηξης αερίου».
Πράγματι, ο «παραδοσιακός» αντισημιτισμός που υποβόσκει στην κοινωνία μας διαβρώνει τα δημοκρατικά δικαιώματα σε περιόδους κρίσης, ξεκινώντας από τους Εβραίους, αλλά δεν σταματά εκεί· το καμπανάκι χτυπά για όλους. Η σιωπή ή η επιλεκτική καταδίκη μιας επίθεσης, ανάλογα με το αν συμφωνούμε ή όχι με το στοχοποιούμενο πρόσωπο, είναι κάτι που αργά ή γρήγορα θα βρεθεί μπροστά σε όλους.
Όπως τόνισε και ο Elie Wiesel, επιζών του Ολοκαυτώματος, «Η αδιαφορία είναι πάντοτε σύμμαχος του εχθρού, γιατί ωφελεί τον επιτιθέμενο και ποτέ το θύμα».