Ο Τσάπλιν είναι ο κληρονόμος ενός νεότερου, τρίτου τύπου κλόουν, που γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική και συνιστά έναν πρωτότυπο συνδυασμό των δύο παραδοσιακών τύπων. Πρόκειται για τον tramp, τον αλητάκο, τον άφραγκο περιπλανώμενο γελωτοποιό. Ο Τσάπλιν τον μετέπλασε, δημιουργώντας την ιδιαίτερη δική του περσόνα, που έμελλε να γίνει ο πιο γνωστός και πιο αγαπητός κλόουν όλων των εποχών, ο Σαρλώ όπως τον ξέρουμε στην Ελλάδα με το γαλλικό του όνομα. Ο Σαρλώ του Τσάπλιν είναι ταυτόχρονα Λευκός και Αύγουστος, σοβαρός και γελοίος, τραγικός και κωμικός, πικρός και γλυκός. Η ίδια η όψη του και το ντύσιμό του είναι όψη και ντύσιμο Λευκού καθώς ξεκινούν από πάνω, απ’ το κεφάλι του, για να καταλήξουν σταδιακά, καθώς το βλέμμα μας κινείται προς τα κάτω, σε όψη και ντύσιμο Αύγουστου: φορά μικρό, κομψό καπελάκι, το πρόσωπό του είναι βαμμένο άσπρο κι έχει στενό σακάκι και γραβάτα, αλλά το παντελόνι του είναι φαρδύ και αστείο, όπως και τα χοντροπάπουτσά του. Ομοίως και στη συμπεριφορά του, άλλοτε είναι σοβαρός και μετρημένος, άλλοτε γκαφατζής και γελοίος. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται έτσι σ’ όλο το φάσμα απ’ το τραγικό στο κωμικό και πάλι πίσω, και παρασταίνει μόνος του το νούμερο που παραδοσιακά θα απαιτούσε δύο διαφορετικούς τύπους κλόουν για να πραγματοποιηθεί. Και όλα αυτά με το αντίστοιχο φιλοσοφικό βάθος: Ο Τσάπλιν μάς κάνει κοινωνούς μιας συνεκτικής κοσμοθεωρίας στην οποία στηρίζεται η τέχνη του, μιας γλυκόπικρης και κωμικοτραγικής αντίληψης για την ανθρώπινη ζωή, που είναι τόσο ποικίλη μες στις αντιφάσεις της.
ΑΓΕΛΑΣΤΟΙ
Ως ένα λαμπρό επίτευγμα του πνεύματος των Νέων Χρόνων, το νεωτερικό χιούμορ γεννήθηκε αφενός από τη λαϊκή γελαστική κουλτούρα, όπως εκδηλωνόταν στα παζάρια, στα καρναβάλια και στα υπαίθρια θέατρα του Μεσαίωνα, και αφετέρου απ’ τη λόγια λογοτεχνία της Αναγέννησης, από την κωμική λογοτεχνία που ξεκινά με το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και φτάνει μέχρι τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Θανάσιμος εχθρός αυτού του χιούμορ είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να γελάσει, ο άνθρωπος που δεν μπορεί να δει τον κόσμο στην αστεία όψη του. Ο αγέλαστος είναι πάντα σοβαρός και συνοφρυωμένος, με αυστηρές και άκαμπτες ηθικές αρχές. Το γέλιο και το κωμικό πρέπει κατ’ αυτόν να εξοβελιστούν απ’ τη ζωή.
Η λέξη agelastes εμφανίζεται για πρώτη φορά με αυτή τη σημασία στο Τέταρτο βιβλίο του Φρανσουά Ραμπελαί, στην αφιερωματική επιστολή προς τον Καρδινάλιο Σατιγιόν. Εκεί ο μεγάλος γελαστής συναριθμεί τους αγέλαστους με τους «κανίβαλους» και τους «μισάνθρωπους». Είναι όλοι αυτοί που τον κακολογούν και δεν μπορούν να καταλάβουν τις φάρσες του και τον κατηγορούν πως τάχα είναι αιρετικός. Τον νεoλογισμό τον «δημιούργησε ο Ραμπελαί από τα ελληνικά, για να ορίσει αυτούς που δεν ξέρουν να γελούν. Ο Ραμπελαί ένιωθε φρίκη για τους αγέλαστους, που εξαιτίας τους, σύμφωνα με τα λόγια του, παραλίγο “να μη γράψει ούτε ένα γιώτα”»[1].
Ο Μίλαν Κούντερα, ακολουθώντας τον Ραμπελαί, θεωρεί την αγελαστία προβληματική κατάσταση της ύπαρξης, μια προβληματική αισθητική κατηγορία, όπως τη χαρακτηρίζει. «Αυτοί που κάποτε έριχναν το ιδεολογικό (θεολογικό) ανάθεμα στον Ραμπελαί παρακινούνταν από κάτι ακόμα πιο βαθύ κι από την πίστη σε κάποιο αφηρημένο δόγμα. Ήταν μια αισθητική ασυμφωνία που τους ξεπερνούσε: μια σωματική πια ασυμφωνία με το μη σοβαρό· η αγανάκτηση απέναντι στο σκάνδαλο ενός άτοπου γέλιου»[2].
Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί στους αγέλαστους αυτή τη σωματική άρνηση του γέλιου; Γιατί αντιδρούν με αγανάκτηση στο αστείο και στο κωμικό; Διότι έχουν την τάση, εξηγεί ο Κούντερα, να βλέπουν σε κάθε αστείο μια ιεροσυλία. Και έχουν δίκιο, συνεχίζει, διότι κάθε αστείο είναι ιεροσυλία. Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη και η αξία του: ότι σχετικοποιεί κάθε ιερότητα και δεν αναγνωρίζει τίποτε απόλυτο. Το γέλιο είναι πάντα βλάσφημο και κατεδαφιστικό. «Υπάρχει κάτι αμετάκλητα ασυμβίβαστο ανάμεσα στο κωμικό και το ιερό, και εμείς μπορούμε απλώς να αναρωτηθούμε πού αρχίζει και πού τελειώνει το ιερό. Βρίσκεται απομονωμένο αποκλειστικά στον Ναό; Ή μήπως η δικαιοδοσία του εκτείνεται πιο πέρα, και περιλαμβάνει κι αυτά που ονομάζουμε μεγάλες καθολικές αξίες, τη μητρότητα, τον έρωτα, τον πατριωτισμό, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Αυτοί για τους οποίους η ζωή είναι ιερή, απολύτως και χωρίς επιφυλάξεις, αντιδρούν σε οποιαδήποτε φάρσα με οργή, με φανερή ή κρυφή οργή, γιατί σε οποιαδήποτε φάρσα το κωμικό στοιχείο εμφανίζεται σαν προσβολή του ιερού χαρακτήρα της ζωής»[3].
[1] Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος. Δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005, σ. 129-130.
[2] Ό.π., σ. 130.
[3] Ό.π., σ. 130-131.