Την απάντηση, που ήδη την ψυχανεμίζεται όποιος έχει διαβάσει κι έχει απολαύσει τις ιστορίες του μεγάλου μας συγγραφέα, τη βρίσκουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου της Αμπατζοπούλου:
Η φωνή του Γονατά διαφέρει από τις άλλες των συνομηλίκων του της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που είχαν περάσει τον πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, γιατί συνεχώς δίνει έναν αγώνα υπέρ της απεξάρτησης της τέχνης από την ιδεολογία, τη στράτευση, τη σκοπιμότητα του πολιτικού αγώνα, εθνικού ή λαϊκού, αστικού ή προλεταριακού. Η αυτονομία της τέχνης δεν προϋποθέτει, όπως νόμιζαν οι παλιότεροι, αδιαφορία για την πραγματικότητα, αλλά, αντίθετα, εμβάθυνση στην ουσία της πραγματικότητας· δεν προϋποθέτει κλείσιμο σε ελεφάντινο πύργο, όπως συνήθιζαν να καταλογίζουν στους ανένταχτους καλλιτέχνες, αλλά αφοσίωση στην υπηρεσία της ζωής του πνεύματος, όπως μόνο η τέχνη μπορεί να τη δείξει, δηλαδή με όλες τις τραγικές αντιφάσεις της. […] Ο Ε. Χ. Γονατάς […] αναζήτησε στο μικρό του έργο την αυτονομία της τέχνης όπως τη ζήτησαν λίγοι στον ελλαδικό χώρο […] όσοι αδιαφόρησαν για την εύκολη καταξίωση και προτίμησαν το περιθώριο, ή διδάχτηκαν από τον μεγάλο και διεθνή Αλεξανδρινό ότι η τέχνη της ποιήσεως μπορεί να μεταλλάξει το εμπειρικό και εφήμερο σε ιδεατό και άχρονο.[1]
Ο Γονατάς αίρεται γενναία, με το έργο του, πάνω απ’ τη μιζέρια και την καχεξία της ελληνικής πνευματικής ζωής, πάνω απ’ τη διαρκή υποταγή της λογοτεχνίας σε αλλότριους σκοπούς, πολιτικούς και κοινωνικούς. Αυτή του όμως η αφοσίωση στην αυτονομία της τέχνης είχε, κι εξακολουθεί να έχει, δυσμενείς συνέπειες για την πρόσληψη του έργου του· αντιμετωπίζεται είτε με αδιαφορία και περιφρόνηση, καθώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο στον πολιτικοκοινωνικό αγώνα, είτε ως κάτι εντελώς ακατανόητο.
[1] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, Πατάκη, Αθήνα 2025, σ. 11-12.