Πολλά είναι τα στοιχεία του Ταξιδιώτη που δείχνουν τη συγγένειά του με τις κωμικές μεσαιωνικές παραστάσεις, και γενικά με την καρναβαλική παράδοση. Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως ο ήρωας φορά «πράσινη στρατιωτική ζακέτα δίχως κουμπιά και κίτρινο φανελένιο παντελόνι»[1]. Το πράσινο και το κίτρινο ήταν τα συνήθη χρώματα στην παράταιρη στολή του γελωτοποιού. «Αυτός ο τύπος πρωταγωνιστή μάς θυμίζει κάτι από τον μεσαιωνικό άνθρωπο του καρναβαλιού, τον αναγεννησιακό παλιάτσο, τον Αρλεκίνο της Κομέντια ντελ άρτε αλλά και τον πιο σοβαρό ρομαντικό Αρλεκίνο και σαλτιμπάγκο»[2].
Ο μακρινός απόηχος της μεσαιωνικής διαβολιάς θ’ ακουγόταν ίσως ακόμα ηχηρότερα στον Ταξιδιώτη αν ο Γονατάς δεν είχε διαγράψει στο χειρόγραφο του έργου, και είχε τελικά συμπεριλάβει στην έκδοση, την πρώτη παράγραφο του κειμένου, για την ύπαρξη της οποίας μαθαίνουμε τώρα απ’ το βιβλίο της Αμπατζοπούλου: «Έκανε λοιπόν όπως πάντα του κεφαλιού του που είτανε σφαιρικό σαν καρπούζι του Νείλου και το ήξερε καλά κι έτριζε σαν τόπιανε και τόσφιγγε με τα χέρια του σε ώρες απόγνωσης κι απελπισίας, απαράλλαχτα σαν καρπούζι που αναπτύχθηκε κι ωρίμασε στα παχιά και λασπερά χώματα της Αιγύπτου».[3] Το χιούμορ όμως των ιστοριών του Γονατά δεν είναι το εύθυμο και βροντερό λαϊκό γέλιο του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, αλλά το μελαγχολικότερο, μειωμένο γέλιο των νεότερων δημιουργών, και ιδίως των Ρομαντικών. Ο Γονατάς αντλεί την έμπνευση και τα θέματά του απ’ τη νεότερη λογοτεχνία του ανοίκειου και του ονειρικού, απ’ την παραδοξογραφία και απ’ τη λογοτεχνία του θαυμάσιου (merveilleux). Τελικά, οι ιστορίες του Γονατά, έχοντας απομακρυνθεί από τις καθαρά γελαστικές πηγές τους –χωρίς όμως ν’ αποκοπούν εντελώς απ’ αυτές– κι έχοντας εμβαπτιστεί στο ρομαντικό ανοίκειο, στο ονειρικό και στο θαυμάσιο, ισορροπούν δεξιοτεχνικά πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει το κωμικό απ’ το τραγικό, μετέχοντας ταυτόχρονα και στα δύο.
ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ
Στην αναγεννησιακή λογοτεχνία, στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου, στον Γαργαντούα του Ραμπελαί ή στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, αλλά και στη ζωγραφική της εποχής, στους πίνακες για παράδειγμα του Πίτερ Μπρίγκελ και του Ιερώνυμου Μπος, η αίσθηση του κωμικού δημιουργείται με τον υποβιβασμό και την προσγείωση. Εδώ τα υψηλά χαμηλώνουν, οι υπερήφανοι ταπεινώνονται, τα πάνω έρχονται κάτω. Ο υποβιβασμός επιτυγχάνεται ιδιαίτερα με τη σκατολογία και τη βωμολοχία. Στη θέση τού πάνω, του κεφαλιού, και των υψηλών διανοητικών ενασχολήσεών του, τοποθετείται τώρα το κάτω, τα οπίσθια και τα γεννητικά όργανα, με τις χαμηλές σωματικές λειτουργίες τους.
Στο θερβαντικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα, το πάνω εκπροσωπείται απ’ τον Δον Κιχώτη και το κάτω απ’ τον Σάντσο Πάντσα. Ο Δον Κιχώτης εκφράζει το υψηλό τόσο με την εμφάνιση όσο και με το χαρακτήρα του: Εξωτερικά είναι ψηλός κι αδύνατος, και έτσι εκτείνεται εις ύψος, κατακόρυφα, τείνει προς τα πάνω. Εσωτερικά είναι πάντα σοβαρός και αυστηρός, προσηλωμένος σε ηθικές αρχές και αγνά αισθήματα. Ο Σάντσο, αντίθετα, είναι ο κωμικός διπλός του Δον Κιχώτη, αντίθετος σε όλα απ’ αυτόν. Με την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του ενσαρκώνει το ταπεινό και χαμηλό. Αντίθετα με την ψηλόλιγνη φιγούρα του Δον Κιχώτη, αυτός είναι κοντός και χοντρός. Το ίδιο το όνομά του (Panza) σημαίνει στα ισπανικά «κοιλιά». Δεν εκτείνεται σε ύψος αλλά σε πλάτος, οριζόντια, πέφτει προς τα κάτω. Ως προς τις ψυχικές ιδιότητες, είναι καταδεκτικός και γελαστός, δεν οδηγείται από ιδανικά αλλά απ’ την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Η κατακρήμνιση από το ύψος του Δον Κιχώτη στο χάμω του Σάντσο προκαλεί διαρκώς κάθε είδους κωμικές καταστάσεις.
Οι δύο πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, με την κραυγαλέα αντίθεση στην εμφάνισή τους, εκφράζουν τους δύο αντίθετους πόλους της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας και κοινωνικής ζωής. Ο Δον Κιχώτης εκπροσωπεί την ιεραρχία και την τάξη, το πνεύμα της νηστείας και της υποταγής στην κατεστημένη κοινωνική δομή. Είναι το αντίστοιχο της Σαρακοστής των λαϊκών παραδόσεων, μιας γυναίκας αυστηρής και αποστεωμένης, που κουνάει το δάχτυλο και διατυπώνει συνεχώς απαγορεύσεις. Αντίθετα, ο Σάντσο εκπροσωπεί την ανατροπή και την αταξία, το πνεύμα του καρναβαλιού και της εύθυμης αποδόμησης. Αντιστοιχεί στον βασιλιά Καρνάβαλο, στον λαϊκό ήρωα που τρώει, πίνει, χορεύει και διασκεδάζει, που επιτρέπει και δεν απαγορεύει.
Την ίδια κοσμοθεωρητική αντίθεση εικονοποιεί με τους δύο αντίπαλους μονομάχους ο Πίτερ Μπρίγκελ στον διάσημο πίνακά του Μάχη ανάμεσα στον Καρνάβαλο και τη Σαρακοστή. Ο Καρνάβαλος, στ’ αριστερά, καβάλα σ’ ένα βαρέλι, κραδαίνει για όπλο μια σούβλα. Η Σαρακοστή, στα δεξιά, εφορμά με το φτυάρι του φούρναρη. Η συνοδεία του Καρνάβαλου, οι στρατιώτες του, τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, και παίζουν ζάρια και χαρτιά. Αντίθετα, οι ακόλουθοι της Σαρακοστής είναι αφοσιωμένοι στη νηστεία και στην ελεημοσύνη προς τους φτωχούς ζητιάνους και τους ασθενείς. Η συνοδεία του Καρνάβαλου αποτελείται από κοιλαράδες με παρδαλά ρούχα, η ακολουθία της Σαρακοστής από ανθρώπους με προσεγμένο παρουσιαστικό κι ευπρεπή εμφάνιση.
Στα πρόσωπα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο ο Θερβάντες αποδίδει τις δύο όψεις του ίδιου ανθρώπου, του μεσαιωνικού και αναγεννησιακού Ευρωπαίου. Οι δύο ήρωες είναι οι δύο ζωές του: αφενός η αυστηρή, νηστήσιμη και πειθαρχημένη, αφετέρου η αχαλίνωτη, αρτύσιμη και οργιαστική. Ο αγέλαστος Δον Κιχώτης, που πνευματοποιεί και εξιδανικεύει τα πάντα, που αντιστρατεύεται τη σάρκα και τις κατώτερες σωματικές λειτουργίες, έχει ανάγκη το άλλο του μισό, το απαραίτητο συμπλήρωμά του, τον Σάντσο, που σωματοποιεί και υλικοποιεί, που τρώει, πίνει, κάνει σεξ, χορεύει, παίζει και γελά.
[1] Ε. Χ. Γονατάς, Ο ταξιδιώτης, Στιγμή, Αθήνα 1984, σ. 9.
[2] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες, Πατάκη, Αθήνα 2025, σ. 54.
[3] Ό.π., σ. 53.