Σύνδεση συνδρομητών

Τριάντα χρόνια με τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2025 09:20
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης κοιτάζει το Κιβώτιο της Αριστεράς. Σχέδιο του Αλέκου Παπαδάτου.
Αλέκοσ Παπαδάτος
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης κοιτάζει το Κιβώτιο της Αριστεράς. Σχέδιο του Αλέκου Παπαδάτου.

Συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τον θάνατο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη (πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005, έχοντας συμπληρώσει τα 80 χρόνια). Το booksjournal.gr αναδημοσιεύει υλικό από το αφιέρωμα στον ποιητή που είχε γίνει τον Οκτώβριο του 2015. Είχαμε αποφύγει την καταστροφή μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου και, με καθυστέρηση, εκφράζαμε έκπληξη για τις σποραδικές και καθόλου συστηματικές αναφορές στον Αναγνωστάκη στη δέκατη επέτειο του θανάτου του. Φέτος, ευτυχώς, συμβαίνει το αντίθετο: υπάρχουν πολλά αφιερώματα στο έργο του. Αλλά πάντα έχει νόημα η υπενθύμιση της παρουσίας και του έργου του, καθώς τα οφειλόμενα στον ποιητή των Εποχών αλλά και του Μανούσου Φάσση είναι πάρα πολλά[1].

Γράφοντας αυτό το κείμενο, αισθάνθηκα αμήχανα γιατί είχα να αντιμετωπίσω πολλές δυσκολίες, προσπαθώντας να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου σε μια πολύ σημαντική για μένα σχέση. Τρεις δεκαετίες αδιατάρακτης φιλίας και δημιουργικής συνεργασίας με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, στερέωσαν ένα αίσθημα βαθιάς και ισόβιας ευγνωμοσύνης και δεν θα ήθελα ένα κείμενο να το λιγοστέψει ή να φανεί σαν πράξη ανταπόδοσης. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να καταθέσω την εμπειρία μου από τη συνεργασία μας, να σταθώ και να περιγράψω την πνευματική του δραστηριότητα, όπως την παρακολούθησα και την είδα από κοντά.

Είχα την ευτυχία, σε μια ώριμη στιγμή της ζωής μου, να τον γνωρίσω και να συνδεθώ στενά μαζί του. Αρχίσαμε ν’ αλληλογραφούμε όταν κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη, για την κοινή μας αγάπη, τα λογοτεχνικά περιοδικά και, από το 1978 που εγκαταστάθηκε στην Πεύκη, η επικοινωνία μας έγινε σχεδόν καθημερινή. Από αυτή την πολυετή επαφή, ο σεβασμός και η επιείκειά του, το κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας βοήθησαν να τον γνωρίσω καλύτερα, να καταλάβω τη στάση ζωής του, να ανακαλύψω τις εμμονές και τη νοοτροπία του, να μάθω από τη δημοκρατική συμπεριφορά του.

Από την προ του 1978 περίοδο συγκρατώ την ανάμνηση της μοναδικής επίσκεψής μου στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, οδός Π. Π. Γερμανού 13. Στη μικρή σάλα όπου με δέχτηκε, δέσποζε μια βιβλιοθήκη μόνο με περιοδικά στα οποία και περιστράφηκε η συζήτησή μας. Το φόντο και ο διάκοσμος των περιοδικών υπέβαλλαν σε μια αίσθηση διαλόγου και κίνησης των ιδεών, διαφορετική απ’ ό,τι αν υπήρχαν βιβλία που παραπέμπουν περισσότερο σε κάτι το οριστικό και το τελειωμένο.

Με την εγκατάστασή του στην Αθήνα, το 1978, συνέπεσε και η έκδοση του βιβλίου του Αντιδογματικά. Η συγκέντρωση του υλικού με παρεμβατικά κείμενα που δεν είχαν περιληφθεί στο προηγηθέν βιβλίο του, Υπέρ και κατά (1965), έγινε ερήμην του ενώ ζούσε ακόμη στη Θεσσαλονίκη, με την πρωτοβουλία του τότε εκδότη των ποιημάτων του, Μιχάλη Μεϊμάρη. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αποδέχτηκε εκ των υστέρων την πρόταση και έγραψε την εισαγωγή. Ο τίτλος, δικής του επιλογής, έδινε προτεραιότητα στην ανάγκη να αντιμετωπισθεί ο δογματισμός, όχι μόνον στο χώρο της Αριστεράς αλλά και σαν γενικότερο φαινόμενο μεθοδολογίας, παιδείας και νοοτροπίας.

Τα χρόνια εκείνα αρχίζει να συνεργάζεται με το περιοδικό Θούριος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, διατηρώντας την τακτική στήλη: «η αλληλογραφία μας (μας ρωτάτε… σας απαντούμε…». Χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «ο θείος Λένον», ως απόηχο της ραδιοφωνικής θείας Λένας και παίζοντας με το όνομα του Τζων Λένον. Απαντούσε συνήθως με διακριτικό χιούμορ και αυτοσαρκασμό σε «κατασκευασμένους» επιστολογράφους, θίγοντας επίκαιρα ζητήματα της πνευματικής ζωής. Στον Θούριο έστειλε, μέσω εμού και με το ψευδώνυμο Μανούσος Φάσσης, τις τρεις σατιρικές μπαλάντες: «Της Ασπασίας – σεμνής κόρης του Ρ. Φ.», «Της Τασίας – της Αρχοντοκνίτισσας» και «Της Τούλας – αγωνίστριας της ΠΠΣΠ». Ήταν μια πρωτότυπη και ασεβής σάτιρα για τις οργανώσεις της νεολαίας και δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στις «στέρεες παρατάξεις». Ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που, αν και ενημερωμένοι περί τα λογοτεχνικά, δεν αντέχουν εκείνη την έμμετρη παρέμβαση και αμφισβητούν ότι τις μπαλάντες έγραψε ο σοβαρός ποιητής του «Χάρη».

 

Χαμηλές φωνές και άλλες παρεμβάσεις

Τον Φεβρουάριο του 1981, ο Μανόλης Αναγνωστάκης συμμετείχε, με προτροπή του αγαπημένου κοινού μας φίλου Γιάννη Δουβίτσα, στις εκδηλώσεις της Πνευματικής Εστίας Νικαίας, στην Κύπρου 9. Τότε επέλεξε να μιλήσει για τους φανταιζίστες ποιητές, θέτοντας στο επίκεντρο τον Γιάννη Σκαρίμπα και τον Γιώργο Κοτζιούλα. Ήταν το προοίμιο της ανθολογίας Χαμηλή Φωνή που θα εξέδιδε αργότερα.

Λίγους μήνες μετά, αποδέχτηκε την πρόταση του διευθυντή τότε της Αυγής, Γρηγόρη Γιάνναρου, και συμμετείχε στη διεύθυνση της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας, μαζί με τον Τέλη Σαμαντά. Η κριτική και η διάθεση διαλόγου χαρακτήριζαν τα περισσότερα κείμενα, καθώς και όλες τις έρευνες. Οι σελίδες είχαν εβδομαδιαία συχνότητα και αύξοντα αριθμό. Άρχισαν να δημοσιεύονται στις 12 Ιουλίου 1981 και συνέχισαν αδιαλείπτως επί σχεδόν τρία χρόνια, με την τελευταία σελίδα της σειράς να φέρει ημερομηνία 13 Μαΐου 1984. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έδινε το παρών σε κάθε σελίδα, αλλά τις περισσότερες φορές με ποικίλα ψευδώνυμα. Θα άξιζε να συγκεντρωθούν όλα τα μονόστηλα σχόλια και τα άρθρα του και, οπωσδήποτε, να υπομνηματισθούν με αναφορές στα συγκεκριμένα γεγονότα της επικαιρότητας που τα προκάλεσε.

Το 1983 ετοιμάζει και κυκλοφορεί το ΥΓ. σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου. Σ’ αυτή τη λιλιπούτεια πλακέτα, που είναι ταυτόχρονα επίλογος, αποχαιρετισμός, εκτός εποχής άνθιση, νομίζω ότι συνοψίζονται οι απόψεις και οι εμμονές του για την αισθητική της ποίησης και τη λειτουργία της στους σημερινούς καιρούς. Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη συνέβη το αντίθετο από αυτό που παρατηρείται συνήθως στους περισσότερους ποιητές, οι οποίοι πρωτοεμφανίζονται διστακτικά, με ισχνές απέριττες πλακέτες και, στην πορεία, όσο αναγνωρίζονται, τα βιβλία τους παίρνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Πολλές φορές, μάλιστα, οι εκδόσεις τους, όταν αυτοί καταξιωθούν ευρύτερα, είναι πολυτελείς και εικονογραφούνται από φημισμένους ζωγράφους. Αντίθετα, το κύκνειο άσμα του Αναγνωστάκη, το ΥΓ., κυκλοφόρησε αρχικά σε πολύ μικρό αριθμό αντιτύπων, αθόρυβα, και ήταν μεγέθους πακέτου τσιγάρων, όπως τα παράνομα φυλλάδια της Κατοχής, που μπορούσαν να χωρέσουν στην παλάμη. Το δελτάριο έφερε ως τίτλο τη σπασμένη συνθηματική λέξη ΥΓ. Είναι ένας μελαγχολικός επίλογος, όχι στο απόλυτα μαύρο. Αυτοί, λόγου χάριν, που ξέρουν τα μυστικά του ποδοσφαίρου («το ματς της ζωής του είχε τελειώσει κι έπαιζε την παράταση»), υποπτεύονταν ότι η ελπίδα δεν είχε χαθεί. Εξάλλου, η επιλογή του ελάχιστου σχήματος έδειχνε το όριο της σιωπής λίγο πριν από την οριστική τελεία. Περιέχει 112 μονόστιχα ποιήματα που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κινήσεις στη νοηματική γλώσσα ή σήματα μορς ναυαγού. Το πιο σύντομο παραπέμπει στη μεγάλη ευρωπαϊκή τέχνη: «Ο Μπαχ».

Το ΥΓ. έχει μια ποιητική τεχνική που το διαφοροποιεί από τους απρόσωπους αφορισμούς και τα σχηματικά χαϊκού. Οι λέξεις στέκονται σαν κρεμασμένες στήλες, λες και έχουν σχηματισθεί όπως οι σταλακτίτες στην οροφή σπηλαίου από το στάξιμο του νερού. Η ποιητική συγκίνηση παράγεται ακαριαία, μόλις πέσει το βλέμμα στον απογυμνωμένο στίχο. Ίσως και να συνιστά μια νέα πρόταση για την ποιητική έκφραση. Το ΥΓ., όμως, που σήμερα θεωρείται το πιο δημοφιλές ποιητικό του βιβλίο με χιλιάδες αναγνώστες, θα παρέμενε στη μικροσκοπική του μορφή εκτός εμπορίου εάν δεν τον επισκεπτόμασταν ένα βράδυ, την άνοιξη του 1992, στο σπίτι του στην Πεύκη, στη νέα του διεύθυνση Κρήτης 9, μαζί με τον Γιάννη Δουβίτσα και τον Λάκη Παπαστάθη, για να του προτείνουμε να εκδοθεί σε κανονική μορφή ποιητικής συλλογής. Ο φίλος σκηνοθέτης είχε την ιδέα στις σελίδες του ΥΓ. να παρεμβάλλονται έργα γνωστών ζωγράφων. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αποδέχτηκε την πρόταση, αλλά δεν συμφώνησε με την εικαστική συμπλήρωση. « Η λευκή σελίδα είναι οργανικό μέρος της ποιητικής λειτουργίας», αντέτεινε. «Εκείνο που θα ήθελα είναι να προσθέσω στη νέα έκδοση πέντε-έξι μονόστιχα», είπε. Έτσι και έγινε. Το νέο ΥΓ. κυκλοφόρησε με δώδεκα επιπλέον: Οκτώ μετακινήθηκαν από το Περιθώριο, συν πέντε νέα, μείον ένα που αφαιρέθηκε.

 

Παρασκήνιο και Μανούσος Φάσης

Αμέσως μετά το ΥΓ. άρχισαν οι προετοιμασίες για την πρώτη που κατέληξε να είναι και η τελευταία και μοναδική παρουσίασή του στην τηλεόραση. Εμπιστεύτηκε το φίλο σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη ο οποίος τον καθησύχασε: «Θα δούμε το αποτέλεσμα του γυρίσματος στη μουβιόλα και αν δεν μας αρέσει δεν θα το παίξουμε». Υπάρχει η σχετική φωτογραφία μας πάνω από το μηχάνημα του μοντάζ. Έγραφε λοιπόν μόνος ερωτήσεις-απαντήσεις σε κασέτες, μου τις έδινε, τις ακούγαμε και τις σχολιάζαμε. Ένα χρόνο περίπου κράτησαν οι συζητήσεις μέχρι ν’ αρχίσουν τα γυρίσματα. Ο διάλογος του ποιητή με το σκηνοθέτη, μέσω αντιστοίχισης λόγου και στίχων, κυρίως από το ΥΓ., ήταν ευρηματικός, λειτουργικός και έκανε εντύπωση.

Σ’ αυτό το σημείο θα παρακάμψω τη χρονολογική σειρά προσθέτοντας το τελευταίο προσωπικό έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη: Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του (1987). Το ψευδώνυμο, ο παραπειστικός του υπότιτλος και το αληθοφανές περιεχόμενο προκαλούσαν παρανοήσεις και έκαναν κάποιους να ψάχνουν τον άγνωστο ποιητή. Το βιβλίο, γραμμένο με χάρη και χιούμορ, είχε παρεμβατική δύναμη και έκρυβε πολλά μυστικά . Ήταν μια πρόταση για μια άλλου τύπου αυτοβιογραφία, μέσω μιας περσόνας που θα απέφευγε την εγωιστική εξιστόρηση των συμβάντων της ζωής. «Η μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να μιλάς για τον εαυτό σου σε έναν απρόσωπο τόνο» είχε γράψει ο Εμίλ Σιοράν. Με τόλμη, ευγένεια αλλά και αυτοσαρκασμό, ο Μανόλης Αναγνωστάκης σατίριζε πρόσωπα, γεγονότα και συνήθειες του πνευματικού μας βίου. Χρησιμοποίησε όμως το βήμα του «Μανούσου Φάσση» και για να παρουσιάσει όλη την έμμετρη σατιρική του παραγωγή –διάσπαρτη ή ανέκδοτη μέχρι τότε– που νομίζω δεν υστερεί, συγκρινόμενη με το υπόλοιπο ποιητικό του έργο.

 

Η ποίηση στο ραδιόφωνο

Σ’ όλη του τη ζωή ο Μανόλης Αναγνωστάκης είχε την έγνοια του άλλου. Συμπαραστάτης, συντρέχτης, συναγωνιστής, συνάδελφος, συνεργάτης, συνδρομητής, συμπολεμιστής, συνταξιδιώτης, σύντροφος. Άτομο εν στενή και διηνεκεί συναφεία μετ’ άλλου. Η πνευματική αλληλεγγύη του Μανόλη Αναγνωστάκη, ασυνήθιστη, ίσως και αφύσικη για εγωιστικά όντα όπως είναι οι ποιητές, εκδηλώθηκε με την επιμέλεια δύο ανθολογιών, με ραδιοφωνικές εκπομπές και με την επιλογή πεζογράφων του 19ου αιώνα.

Σε μια τελευταία περίοδο της ζωής του, όταν είχε πια ολοκληρώσει το έργο του, ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευσε την προσωπική ανθολογία Η Χαμηλή Φωνή: τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. Πριν εκδοθεί σε βιβλίο, ηχογράφησε τα ποιήματα στους θαλάμους της ΕΡΤ, το καλοκαίρι του 1988, με ηχολήπτη τον ΣπύροΚαβακόπουλο. Ήθελε να μεταδοθούν και να δοκιμαστούν πρώτα ραδιοφωνικώς – και μάλιστα από τους ακροατές ενός περιφερειακού σταθμού, του Ηρακλείου Κρήτης. Ακούστηκαν τότε είκοσι δεκαπεντάλεπτες εκπομπές, με εκατόν εβδομήντα ποιήματα τριάντα δύο ποιητών. Στην εισαγωγική του συνέντευξη είχε υποστηρίξει:

Μου έχει από χρόνια δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η εκτίμησή μας για την ποιητική μας παράδοση στηρίχθηκε περισσότερο σε ιδεολογικά παρά σε μορφολογικά κριτήρια. Ο λυρικός ποιητής δεν εμπνέεται από ιδέες οποιασδήποτε κατηγορίας. Εγωιστικά, όσο εγωιστικός είναι ο έρωτας, η ατομική στάση απέναντι στη φύση και στις εκφάνσεις της, η προσωπική ζωή και η καθημερινότητα.

Ανάμεσα στους ποιητές που επέλεξε, στον Καρυωτάκη έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση, διαβάζοντας είκοσι ποιήματά του, γιατί θεωρούσε ότι διέθετε βαθύτερη ποιητική συνείδηση, είχε την αφοσίωση, το τάξιμο. Δεν αρκέστηκε στο φυσικό δώρο που του δόθηκε, μικρό ή μεγάλο. Αλλά επίμονα, βασανιστικά, «έσκαπτεν ένδον» και έστησε μια ποιητική ταυτότητα άμεσα αναγνωρίσιμη και εντελώς προσωπική. Για τον τρόπο παρουσίασης των ποιημάτων, ο Αναγνωστάκης είχε πει:

Δεν απαγγέλλω, δεν ερμηνεύω. Διαβάζω, προσπαθώντας να αποδώσω.

Μετά από λίγους μήνες, μέσα στο 1988, επιμελήθηκε τη δεύτερη ποιητική του ανθολογία: Η νεωτερική μας ποίηση: η πρώτη γενιά, με τους Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, μέχρι τους δύο «του μεταιχμίου που ανήκουν με το ένα πόδι στη γενιά του ’30 και το άλλο στη μεταπολεμική γενιά», τους Ηρακλειώτες Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίο. Περιέλαβε είκοσι ένα συνολικά ποιητές. Σε συνέντευξη που μου έδωσε, εξήγησε γιατί χρησιμοποίησε τον όρο «νεωτερικός»:

Θα μπορούσα να πω μοντέρνα σύγχρονη ποίηση. Δανείζομαι τον όρο «νεωτερικός», που μου φαίνεται πιο προσδιοριστικός και συνάμα πιο ελαστικός, από το φίλο κριτικό και ιστορικό της λογοτεχνίας μας κ. Αλέξανδρο Αργυρίου, που δεν τον χρησιμοποίησε ίσως πρώτος, οπωσδήποτε όμως πρώτος τον καθιέρωσε και τον νομιμοποίησε.

Διευκρίνισε και τις διαφορές των δύο ανθολογιών:

Στη Χαμηλή Φωνή υπήρξα άκρως υποκειμενικός. Διάλεξα τα ποιήματα και τους ποιητές που με συγκίνησαν και με συγκινούν. Στη «νεωτερική» δεν προβάλλω προσωπικές μου προτιμήσεις. Θέλω να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός, πάντα βέβαια μέσα σ’ ένα πλαίσιο αυστηρών κριτηρίων.

Και αυτή η δεύτερη ανθολογία μεταδόθηκε τότε από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Ηρακλείου Κρήτης σε είκοσι εκπομπές, διασώζεται ηχογραφημένη και προσώρας παραμένει ανέκδοτη[2].

 

Φιλολογικοί περίπατου του Μεσοπολέμου

Αλλά η κύρια ραδιοφωνική συμμετοχή του Μανόλη Αναγνωστάκη, με πανελλήνια ακρόαση, ήταν στους «Φιλολογικούς περιπάτους του Μεσοπολέμου». Σ’ αυτήν παρουσιάζονταν «συνεντεύξεις» πνευματικών ανθρώπων που δεν πρόλαβαν να μιλήσουν στο μικρόφωνο. Στις 5 Μαΐου 1986, πριν από είκοσι εννέα χρόνια, έγινε η πρώτη μετάδοση, από το Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με επιμέλεια παραγωγής δική μου και ειδικό συνεργάτη τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Μετά τον τίτλο και τα ονόματα των συντελεστών, δίνονταν οι παρακάτω ενημερωτικές, για το περιεχόμενο της εκπομπής, πληροφορίες:

Μέσα από κείμενα συνεντεύξεων, που δόθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες της περιόδου 1920-1940, μιλούν καλλιτέχνες, λογοτέχνες, λόγιοι, ηθοποιοί, διανοούμενοι, πνευματικοί άνθρωποι μιας παλαιότερης εποχής, για το έργο τους, τα όνειρά τους, τις καθημερινές τους ασχολίες, για τα προβλήματα της εποχής τους, που πολλά εξακολουθούν να είναι προβλήματα και της δικής μας εποχής.

Οι «Φιλολογικοί Περίπατοι» έβγαιναν αδιάκοπα κάθε εβδομάδα στα ερτζιανά επί επτά χρόνια, πραγματοποιώντας συνολικά περί τις 350 εκπομπές. Από το μικρόφωνό τους πέρασαν περίπου διακόσιοι πνευματικοί μας άνθρωποι, που διάβασαν τις απαντήσεις συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοουμένων του Μεσοπολέμου. Πολλοί από τους συνεργάτες της εκπομπής δεν υπάρχουν πια, οι φωνές τους όμως δεν έχουν χαθεί… Ο κατάλογος των εκλιπόντων: Μανόλης Αναγνωστάκης, Φανούρης Αποστολάκης, Γιάννης Δουβίτσας, Γιάννης Κοντός, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μένης Κουμανταρέας, Λεωνίδας Λουλούδης, Γιάννης νεγρεπόντης, Γιώργος Παπαδάκης, Σπύρος Τσακνιάς, Γιώργος Χειμωνάς και Νίκος Χουλιαράς.

Εξάλλου, με τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» των εκδόσεων Νεφέλη, που διηύθυνε πραγματοποιώντας μια δική του ιδέα, έφερε στην επικαιρότητα τριάντα τέσσερις παλαιούς συγγραφείς, που είναι –οι περισσότεροι– άδικα λησμονημένοι σήμερα. Συνιστούσε ένα πανόραμα των πεζογράφων του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, σε μια τυποποιημένη, εύχρηστη και οικονομικά προσιτή σειρά πενήντα βιβλίων. Στο παρελθόν υπήρξαν ανάλογες εκδοτικές προσπάθειες (Φέξης, Ελευθερουδάκης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Γαλαξίας, Ερμής κ.ά.), που όχι μόνο δεν ολοκληρώθηκαν, αλλά και καμιά δεν είχε το εύρος σε αριθμό συγγραφέων και τίτλων βιβλίων, καθώς και τα αυστηρά κριτήρια επιλογής της σειράς της Νεφέλης.

Οι τίτλοι των ποιητικών συλλογών και των πεζών του, λίγο πολύ γνωστοί, διαθέτουν δραστική επικοινωνιακή δύναμη. Τους παραθέτω: Εποχές, Εποχές 2, Εποχές 3, Η συνέχεια, Η συνέχεια 2, Η συνέχεια 3, Υπέρ και Κατά, Αντιδογματικά, Περιθώριο, Στόχος, ΥΓ., Συμπληρωματικά, Μανούσος Φάσσης, Χαμηλή Φωνή. Θα μπορούσαν να δώσουν ονόματα στα σημερινά στέκια των νέων που έχουν διαδεχτεί «τα σιωπηλά καφενεία με τις ετοιμοθάνατες καρέκλες». Αλλά και στα ποιήματά του, όπως έλεγε,

Οι τίτλοι στα Περιεχόμενα, άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχναν ένα καινούριο ποίημα – το πιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια.

Ο κατάλογος, έλεγε, ίσως καθ’ υπερβολήν, ο συμπατριώτης του Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, είναι η ανώτερη μορφή λογοτεχνίας. Η ταξινόμηση και η ακριβής περιγραφή διατηρεί πιστότερα το αίσθημα και τη μνήμη.

 

Αντιδογματισμός

Παρακολουθώντας τη διαδρομή της ζωής και του έργου του Μανόλη Αναγνωστάκη σήμερα, με τη χρονική απόσταση των είκοσι χρόνων από το θάνατό του και εκατό από τη γέννησή του, διαπιστώνω ότι μια ιδέα τον απασχολούσε, σ’ αυτήν επέμενε και εναντιωνόταν: Ο δογματισμός ως γενικότερο πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό φαινόμενο. Μεθοδολογία και πρακτική που εξακτινώνεται και διαποτίζει όλους τους τομείς της σκέψης και της κοινωνικής πράξης. Και συντηρείται, όπως έλεγε, αδιάκοπα μέσα στην πραγματικότητα της μόνιμης βαριάς ανωμαλίας που σφραγίζει τη νεοελληνική πολιτική ζωή. Τα ποιήματα και τα πεζά του, η σάτιρα και η μαχητική του αρθρογραφία, η πολιτική του ένταξη και δράση διαπνέονταν από την ιδέα ανανέωσης της Αριστεράς αλλά και του κοινωνικού συνόλου, προωθούσαν το πνεύμα του διαλόγου, εμβάθυναν μέσω της αναλυτικής μεθόδου στις δυσλειτουργίες της ελληνικής κοινωνίας.

Το έργο του, βέβαια, περιέχει καλλιτεχνικές αναζητήσεις, φιλοσοφικές σκέψεις, κοινωνικές ιδέες, πολιτικές επιλογές και ποικίλες παρεμβάσεις, ενσωματωμένα όλα στον προσωπικό του κώδικα, με τρόπο όμως που η έκφρασή τους να καθίσταται πράξη ποιητική.

 

[1] Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στο Βοοks’ Journal, τχ. 59, Οκτώβριος 2015. Επειδή όμως στην ουσία είναι μια ουσιαστική εισαγωγή στο έργο του Αναγνωστάκη, η σύνταξη «πείραξε» τρεις λέξεις που έκαναν αναφορά στην επέτειο. Τότε ήταν δέκα χρόνια από το θάνατο του ποιητή, σήμερα είναι είκοσι – και το κείμενο, κάνοντας αναφορά στην πραγματική απόσταση από τότε, είναι επίκαιρο, χρήσιμο και απολύτως σημερινό. (σημείωση της σύνταξης)

[2] Στο μεταξύ, η ανθολογία αυτή εκδόθηκε σε επιμέλεια του Γιώργου Ζεβελάκη: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί: Ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης & ένα ηχητικό ντοκουμέντο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2019. (σημείωση της σύνταξης)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.