Διονύσης Σαββόπουλος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ δικός μου Σαββόπουλος
Είδωλο και Ημίθεος της Μεταπολίτευσης
Τρεις γενιές, μια φωνή
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό μας τραγούδι
Ο φίλος μας ο Σαββόπουλος
Πρώτος ο Πλούταρχος κατέθεσε τον όρο «βίοι παράλληλοι», καθώς σύγκρινε τη ζωή ενός επιφανούς αρχαίου Έλληνα με έναν Ρωμαίο. Οι «παράλληλοι βίοι» διέσχισαν τους αιώνες και τελικά έφτασαν να σηματοδοτούν τη σχεδόν ταυτόχρονη χρονικά διαδρομή σημαντικών προσώπων.
Ο ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Το σαββοπουλικόν εμείς. Σαββόπουλος και Σεφέρης
Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.
Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.
«…μα εγώ τη λέω δέντρο»
Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο
Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.
Στο πέρασμα του χρόνου
Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1974. Η συγκυρία, παράξενη. Εγώ πέμπτη γυμνασίου. Εποχή έμφορτη γεγονότων, και εγώ στη δίνη ενός επώδυνου διαζυγίου των γονιών μου που ούτε φιλικό ούτε συναινετικό ήταν, τότε που ο ένας σύντροφος έπρεπε να διαπομπεύσει τον άλλον τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, προκειμένου να διαλυθεί η γάμου κοινωνία. Τέλος πάντων, τότε ήταν που ο αδελφός μου, επιστρέφοντας από το Κολλέγιο Αθηνών, υπότροφος –«γιος μικροεπαγγελματία» είχε γράψει η σχολική εφημερίδα– έφερε μια μαύρη κασέτα. Μέσα, το Φορτηγό. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο πράγμα, γλυκά και τραχιά τραγούδια ανάκατα. Τη βάζαμε στο κασετοφωνάκι, καθόλου δεν μας ενοχλούσε ο μεταλλικός του ήχος, και την ακούγαμε αδιάκοπα, μέχρι που κάποια στιγμή το κασετόφωνο μάσησε την ταινία. Σταμάτησε να παίζει. Επιστρατεύτηκε ένα μολύβι και την φέραμε κάπως στα ίσια της. Ξαναρχίσαμε να την ακούμε.
Διονύσης Σαββόπουλος: Ένας μεταπολιτικός ριζοσπάστης
Αν και ήταν οπαδός της κοινωνικής καταλλαγής δεν φοβήθηκε, ποτέ, τις ρήξεις. Όχι αυτές που υπαγόρευε η πρώτη αριστερή πολιτικο-καλλιτεχνική του ένταξη, αλλά αυτές που του υποδείκνυε η αυτεξούσια συνείδησή του. Η ψυχή του. Διονύσης Σαββόπουλος. Όπως το τραγουδά στον Πυρήνα του: «φεύγω, κάθε μέρα φεύγω, στην ψυχή μου όλο πιo κοντά». Ψυχικός, όχι εμπαθής, αληθινός και αμνησίκακος. Αν τον αποκαλέσουμε συγχωρητικό, τότε μάλλον υποχρεούμαστε να τον πούμε χριστιανό.
Ένας σοφός παραμυθάς – και λίγο ντελούλου
Για το κείμενο που θα διαβάσετε πρέπει να σας ενημερώσω ότι δεν είμαι ούτε δημοσιογράφος ούτε πολιτικός (ακόμη τουλάχιστον), αλλά ούτε καλλιτέχνης. Είμαι ένας έφηβος που έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα άκουσα κι εγώ για μεγάλο κομμάτι των παιδικών μου χρόνων τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου. Kαι δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το κομμάτι, γιατί όπως έχει πει και ο ίδιος θα είναι πάντα εκεί, να μας θυμίζει τις παλιές εποχές μέσα από τα τραγούδια του (αυτό το είδα σε τίτλο στην εφημερίδα).
Ο Σαββόπουλος και τα τσιτάτα που μας βασάνισαν
Στο μνημόσυνο του Διονύση Σαββόπουλου, την Κυριακή 30/11 στο Πρώτο Νεκροταφείο, δεν υπήρχαν κάμερες, κομματάρχες και παράγοντες που γύρευαν κάτι να εισπράξουν. Ούτε οι «άδειες καρέκλες» (όπως παρατήρησε στα Νέα ο Μιχάλης Μητσός) όσων απουσίασαν επιδεικτικά από την κηδεία του για να δείξουν μια κάποια νομιμοφροσύνη απέναντι σε σαθρά στερεότυπα. Πλάι στην Άσπα και τον Ρωμανό, ο οποίος σχεδίασε τόσο ωραία τον τάφο του πατέρα του, βρέθηκαν κυρίως άνθρωποι που συνδέθηκαν μαζί του.