Ο Διονύσης Σαββόπουλος για μένα είναι ένα σαββατιάτικο πρωινό, όταν ο πατέρας μου με φώναξε να ακούσω ένα τραγούδι που άκουγε κι εκείνος στην ηλικία μου: τον «Καραγκιόζη». Όταν ξεκίνησε και ακούστηκε για πρώτη φορά η ιδιαίτερη, βραχνή φωνή του Νιόνιου, έγινε αμέσως η καλύτερη μελωδία που έχω ακούσει στη ζωή μου. Αμέσως μετά το τέλος αναρωτήθηκα τι άλλο θα μπορούσε να είχε γράψει ο ίδιος και φυσικά ρώτησα τον πατέρα μου αν θα μπορούσε να μου βάλει να ακούσω κάτι άλλο δικό του. Η συνέχεια ήταν η «Συννεφούλα» και το «Σου μιλώ και κοκκινίζεις». Αυτά θυμάμαι τώρα. Αλλά ο Σαββόπουλος είχε πάρει μια μοναδική θέση στην καρδιά μου από την ηλικία των πέντε.
Έρχεται η Πρωτοχρονιά του ίδιου χρόνου και φυσικά πρέπει να αποφασίσω ποιο θα είναι το δώρο μου για τις γιορτές. Σκέφτομαι ξανά και ξανά και τελικά παίρνω την απόφαση. Το δώρο μου θέλω να είναι ένα MP3 για να ακούω τα τραγούδια του Σαββόπουλου. Μέχρι εκεί έφτασα για τον Νιόνιο.
Τα επόμενα χρόνια ένιωσα την ανάγκη να τον ψάξω στο YouTube, αυτή τη φορά μόνος μου. Είδα πολλά αποσπάσματα από συναυλίες και συνεντεύξεις του, και στο κεφάλι μου τον παρομοίωσα με έναν σοφό παραμυθά. Και λίγο ντελούλου, που λέμε. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Η παιδική φαντασία μάλλον.
Επίσης μου φαινόταν ότι δεν έλεγε όχι σε νέες προτάσεις. Γι’ αυτό μου αρέσει πολύ και το τραγούδι που λένε με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, «Και τι ζητάω». Ή το άλλο που είπαν μια βραδιά στο Μega με τον γνωστό ράπερ Mente Fuerte, τον «Μικρό μονομάχο». Έμεινα έκπληκτος με το γεγονός ότι ο Σαββόπουλος ράπαρε καλύτερα από κάποιους ράπερ. Στα μάτια μου και πάλι μεγάλος νικητής. Και πώς να μη βγει θριαμβευτής στη σκέψη κάποιου όταν πρώτη φορά δοκιμάζεται σε ένα άλλο είδος μουσικής και δεν χάνει στίχο; Εντωμεταξύ όταν το λέω στον μπαμπά μου εκείνος μου λέει ότι έτσι κι αλλιώς ραπάρει ήδη στο «Τηλέφωνο σε παίρνω απ’ τη γωνία».
Μια μοναδική βραδιά έρχεται μετά για τον ίδιο αλλά και για όλους μας και δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη στη Μαλακάσα. Εκεί για πρώτη φορά στο Rockwave Festival ο Σαββόπουλος. Αλλά κι εγώ. Ένα αξέχαστο βράδυ με έναν Νιόνιο να δίνει όλες τις δυνάμεις του έχοντας δίπλα του την Κλαυδία, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και φυσικά το κοινό, νέους και μεγάλους. Αυτή η βραδιά δεν θα ξεχαστεί από κανέναν που βρέθηκε εκεί καθώς ήταν η τελευταία του συναυλία στην Αθήνα.
Όμως όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν δυστυχώς και αυτό το μοναδικό ταξίδι έβαλε τίτλους τέλους απότομα το βράδυ της Τρίτης 21/10/25 με την Παρασκευή 24/10, ημέρα της κηδείας και του τελευταίου αντίο να είναι ακόμη πιο βαριά για όλους εμάς που είτε ήμασταν είτε δεν ήμασταν εκεί. Εγώ που γνώρισα τον Νιόνιο μέσα από τα τραγούδια και τις συνεντεύξεις του σχημάτισα μια δική μου εικόνα. Θεωρώ πως ήταν πολύ σημαντικός άνθρωπος, αλλά δεν ήθελε να το δείχνει. Κρατάω μία πολύ σοφή του φράση που λέει ότι όσο πλησιάζουμε στο τέλος φωτίζεται η αρχή. Τον αποχαιρετώ για δεύτερη φορά μετά την κηδεία με αυτό το κείμενο. Απ’ όσα άκουσα όλες τις προηγούμενες μέρες πάω τώρα να βάλω το «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια».