Κάποια στιγμή ο πατέρας μου μπήκε στην απαγορευμένη ζώνη — το δωμάτιό μου. «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι … γιε γιε γιε…» έπαιζε το μαραφέτι. «Ποιος είναι αυτός ο γιεγιές που ακούς;» ρώτησε επιτιμητικά. Δεν πήρε απάντηση –σιγά, έπειτα από τέτοια απρέπεια–, έκανε μεταβολή και με ένα ταρατατζούμ αποχώρησε. Ο Σαββόπουλος γιεγιές; Ο Τουρνάς, ο Τέρης Χρυσός, οι Charms, αυτοί ναι, ήταν γιεγιέδες με τα όλα τους. Εκείνοι κυκλοφορούσαν με Lambretta, ο Σαββόπουλος με Φορτηγό. Όχι δα και γιεγιές!
Ομολογώ ότι τις πρώτες φορές που άκουγα Σαββόπουλο, σε μια οικογένεια που άκουγε Πωλ Μοριά (και Μαρινέλλα) για ψυχαγωγία, ένιωθα κάπως άβολα, μία απροσδιόριστη ενοχή. Ήταν περιθωριακά, άσεμνα αυτά που άκουγα, ιδίως εκείνο με τη Ζωζώ. Εντέλει διάβηκα τον Ρουβίκωνα των ενοχών μου: ήταν ωραίο, πολύ ωραίο το Φορτηγό. Θα υπήρχε όμως συνέχεια, ή θα γινόταν ο Σαββόπουλος καλλιτέχνης του ενός δίσκου, ένας Ταχτσής του πενταγράμμου;
Πλανιόμουν πλάνην οικτρά. Ο Σαββόπουλος ήταν ήδη έτη φωτός μπροστά. Μπάλλος, Βρώμικο ψωμί, Το περιβόλι του τρελού είχαν ήδη διαγράψει μια τροχιά στο μουσικό στερέωμα, που λένε. Μόνο που στην επαρχία ήταν δύσκολο να τα ανακαλύψεις, ειδικά σε μια νεολαία εν μέσω χούντας που είχε εντελώς άλλα γούστα. Στα δισκάδικα, στις βιτρίνες, φιγουράριζε το Sticky Fingers, o δίσκος των Στόουνς με το πραγματικό φερμουάρ στο εξώφυλλο, και από ελληνικά οι Νοστράδαμος και οι Poll («Άνθρωπε αγάπα / τη φωτιά σταμάτα / και τη δύναμή σου / δώσ’ τη στο φιλί σου»), εκείνος ο δίσκος με το χακί ταγάρι. Αν ήθελα να μάθω για τον Σαββόπουλο έπρεπε να ερευνήσω.
Το 1974 –εκτός από την αποκατάσταση της δημοκρατίας– ήταν και η χρονιά που έφυγα για σπουδές στην Αμερική. Μια Αμερική που γευόταν την ήττα στο Βιετνάμ και την πτώση του Νίξον. Ένα χρόνο μετά, επέστρεψα σε μια Ελλάδα όπου όλοι φαίνονταν να τραγουδούν Σαββόπουλο. Έτσι ξαφνικά, ενώ πριν ούτε εξ όψεως δεν τον γνώριζαν. Εγώ είχα μόνο τη μαύρη κασέτα που είχα βουτήξει φεύγοντας. Εκείνο το καλοκαίρι βάλθηκα να μελετήσω όλες τις πίσω σελίδες που είχα χάσει. Ενθουσιάστηκα, ιδιαίτερα από το Περιβόλι του τρελού. Ο Μπάλλος μου φάνηκε τότε λίγο δύσπεπτος, αλλά εκείνος ο στίχος «Στρατός περνούσε όλη τη νύχτα / με τρένα και με φορτηγά / κι είχανε κλείσει όλοι οι δρόμοι / για τη Λάρισα / Έξι Μαρτίου χίλια εννιακόσια δέκα» με στοίχειωνε. Τι τρομερό είχε συμβεί στο Κιλελέρ; Έπρεπε να μάθω. Φρέσκος από την Αμερική των τεράστιων τρομακτικών επιχειρήσεων ενθουσιάστηκα και με τον «Ύμνο στην Εταιρεία», τραγούδι του 1971.
Κάπου εδώ ανήκουν και τα Δέκα Χρόνια Κομμάτια. Υποκλίνομαι χωρίς καλολογικά στοιχεία. Και συνεχίζω.
Το 1977, καλοκαίρι, βγαίνουν οι Αχαρνής. Εκείνη την εποχή γράφω για το περιοδικό Ηχος & Hifi. Περισσότερο Hifi και λιγότερο ήχο και μουσικοκριτικές —ούτε τα σφάζω ούτε τα μαχαιρώνω όλα. Ο δίσκος, πραγματικά υπέροχος, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: βγάζει τη γλώσσα στον Κάρολο Κουν, τον μεγάλο δάσκαλο που του παρήγγειλε τη μουσική αλλά εκείνος την απέρριψε, διότι ο Σαββόπουλος είχε γράψει και τους στίχους σε ελεύθερη απόδοση. Θα αντέξει στο χρόνο αυτός ο δίσκος; στοιχηματίζαμε στο περιοδικό. Πενήντα χρόνια - μισός αιώνας, δεν είναι παίξε γέλασε – και άπειρες ακροάσεις αργότερα, ο δίσκος ακούγεται τόσο φρέσκος όσο όταν κόπηκε. Πάντα, μα πάντα, είναι σαν την πρώτη φορά που τον άκουγα από ένα καλό «στερεοφωνικό», στη μαστορική ηχογράφηση Γιάννη Σμυρναίου, σε βινύλιο που είχα αγοράσει από το Pop Eleven. Α, και κάτι ακόμη. Αν διαβάσει κάποιος το κείμενο που Αριστοφάνη θα δει ότι μπορεί μεν ο Σαββόπουλος να χρησιμοποίησε την ποιητική άδεια, ωστόσο δεν αυθαιρέτησε. Όλη η ουσία της κωμωδίας είναι εκεί, μέσα στους στίχους του.
Τα χρόνια περνάνε (με σχήμα ή χωρίς) και ξαφνικά σκάει εκτυφλωτικά στο προσκήνιο η Ρεζέρβα. Διπλό βινύλιο, χορταστικός δίσκος, ωραίο εξώφυλλο, δεν ξέρεις τι να πρωτακούσεις. Σωτήριο έτος 1979.Τον παίρνω μαζί μου στην Αμερική όπου συνεχίζω να σπουδάζω, θεωρώντας τη μουσική του τον ομφάλιο λώρο που με τροφοδοτεί με τους χυμούς της μητέρας πατρίδας (επιτρέψτε μου). Από «ξένα» εκείνη τη χρονιά ακούω το “The Rose”, “My Sharona”, “I Will Survive”, “Another Brick on the Wall” —και μαζί «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη», τον «Πολιτευτή» και το «Πρωινό». Ο «ρουμάτος» μου –ο συγκάτοικός μου στο ελληνοαμερικανικό ιδίωμα– αδυνατεί να κατανοήσει πώς ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να ακούει αυτές τις τόσο διαφορετικές μουσικές συγχρόνως. Μάλλον έχει μια τραχιά, ανεπεξέργαστη πλευρά. Βαλκάνιος, ένα πράγμα. Ίσως σπίτι τους να μην έχουν ούτε ηλεκτρικό, να κυκλοφορούν με μουλάρια.
Οι δίσκοι συνεχίζουν να καταφθάνουν, το κοινό (δουλειά δεν είχε ο διάολος…) αρχίζει να αμπελοφιλοσοφεί αν ο Σαββόπουλος τους πρόδωσε, αν ξόφλησε και άλλα τοιαύτα. Δεν εμπλέκομαι αλλά, ομολογώ, στα Τραπεζάκια έξω σκέφτηκα προς στιγμήν να μην αγοράσω το δίσκο («ο πιο αισιόδοξος δίσκος μου» θα έλεγε αργότερα ο Σαββόπουλος). Γιατί τι σόι τίτλος ήταν αυτός; Ευτυχώς δεν παρασύρθηκα από το θυμικό μου· και ανακάλυψα ένα τοπίο μυστικό, που σου φανερώνεται σιγά σιγά. Είχε και σουξέ, αλλά είχε και την προσευχή του Σαββόπουλου («Του Θεού η χάρη μας φυλάει απ' τα σουξέ»), και απ’ ό,τι φαίνεται ο Θεός τον άκουσε και τον προστάτεψε .
Πηγαίνω και στον Σείριο, τον ακούω μαζί με τον Χατζιδάκι, ωραία ανάμνηση, δυστυχώς θα ξεθυμάνει, σκέφτομαι. Αργότερα τον βλέπω στα δισκάδικα, τον αγοράζω και διαπιστώνω ξανά ότι ορθώς ο Σαββόπουλος «ευχαριστεί θερμά τον κ. Χατζιδάκι για την πρόσκληση», γιατί αυτή η πρόσκληση έβγαλε κάτι που –και αυτό– αντέχει στο χρόνο. Η παρουσία του Χατζιδάκι έχει μαγνητίσει το συναίσθημα και τον ήχο του Σαββόπουλου και μας δίνει έναν άλλο, υπέροχο πάντα Διονύση.
Και έρχεται το Κούρεμα. Οι ψευδοκριτικές και οι ψευδοδιχασμοί πολλαπλασιάζονται. «Καραδεξιός, πάντα ήτανε, αλλά τώρα ξεμπροστιάστηκε εντελώς», λένε διάφοροι, παρακάμπτοντας την τέχνη του, που υπάρχει και εδώ μπόλικη στα αυλάκια. Εκείνη την εποχή έκανα μια εκπομπή, Bit για Bit λεγόταν, στο ραδιοσταθμό Top FM (του Συγκροτήματος, διευθύντρια Λιάνα Κανέλλη). Στην τελευταία εκπομπή του καλοκαιριού, το αερόστατο της εκπομπής προσγειώνεται απαλά στο γρασίδι (έτσι είχα πει) με τους ήχους από το «Καλοκαίρι». Τόσο μου αρέσει αυτό το τραγούδι που έχω πάει στο Μοναστηράκι, έχω αγοράσει έναν αρχαίο μαύρο ανεμιστήρα με ξύλινα φτερά, τον έχω βάλει απέναντι, έχω κατεβάσει τα ρολά και, μεσημεριάτικα, μέσα στην κάψα, το ακούω ξανά και ξανά. Δεν έχω ακούσει τραγούδι που να έχει αποδώσει τόσο καλά αυτά που νιώθω τα καλοκαίρια. Ακόμη και «η βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη» υπάρχει εκεί.
Το Μην πετάξεις τίποτα ήταν ένας ακόμη δίσκος (CD πλέον) που πολλοί ανακάλυψαν εκ των υστέρων. Άλλοι ίσως τον σνόμπαραν γιατί «στις εξάρσεις του εθνικού μας βίου / κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου / όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι / ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη» να διέκριναν τον εαυτό τους, τότε που όλοι είμαστε ΠΑΣΟΚ και όλοι μαζί τα ροκανίζαμε (ό,τι και να λέγαμε μετά) και αυτό δεν τους άρεσε. Στο δίσκο με συγκίνησαν οι «Πρεσθλάβες» όπου «Στο ράδιο φωτεινοί σταθμοί περνούσανε», σαν το ξύλινο παλιό ραδιόφωνο του παππού μου με τις λάμπες που έβγαζαν αυτό το ζεστό πορτοκαλί φως και στο καντράν οι σταθμοί είχαν τα παλιά τους ονόματα, όπως Αγία Πετρούπολη και Βερολίνο. Και όπου από το μεγάφωνο «Τρέχουν οι ειδήσεις / σαν παραισθήσεις», σήμερα ολοένα και πιο γρήγορα. Ένα αμάλγαμα του παλιού και του νέου.
Τρία χρόνια μετά αφικνείται το Ξενοδοχείο με διασκευές από τραγούδια που ξέραμε. Αρχικά με ξένισε, αλλά μετά ανακάλυψα ότι για πολλά απ’ αυτά προτιμούσα τη διασκευή από το πρωτότυπο επειδή ήταν στη γλώσσα μου —όσο καλά και να μιλούσα τα ξένα. Το αυτί μου έπιασε και την καζούρα που έκανε ο μακαρίτης ο Τζιμάκος στο Ξενοδοχείο, κάπως έπρεπε να βγάλει και αυτός το ψωμί του. Τον συγχωρώ.
Τον Χρονοποιό, στο γύρισμα του αιώνα, παραλίγο να μην τον αγοράσω. Θα ήταν ένα δις εξαμαρτείν, παρότι δεν διεκδικώ δάφνες σοφίας. Οι σταθμοί δεν τον έπαιζαν και θα χανόταν στη ροή του χρόνου. Θα ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Δύσκολος δίσκος, εξόχως πολιτικός και στοχαστικός, που απαιτούσε προσοχή και συγκέντρωση, αγαθά εν ανεπαρκεία σε έναν κόσμο που κινιόταν πλέον με τους ρυθμούς βουρλισμένου. Δεν ήταν από αυτούς που τους λιώνεις, αλλά από εκείνους που κάθε φορά που τους ακούς κάτι κερδίζεις. Άσε που υπάρχει αυτό το υπέροχο «Σου μιλώ και κοκκινίζεις», το οποίο, παρεμπιπτόντως, στο Spotify είναι από τα πιο πολυακουσμένα του Σαββόπουλου.
Και καταλήγω στο Gazarte, τo 2006. Πηγαίνω με μεγάλες προσδοκίες αλλά και, ομολογώ, με μια μικρή αγωνία. Μήπως ήταν μια απεγνωσμένη κίνηση ανακύκλωσης του Διονύση; Θα κατάφερνε να με βγάλει από την καταχνιά της κατάθλιψης που βίωνα, προϊόν και της κατάστασης της χώρας, η οποία είχε χάσει εντελώς τον μπούσουλα και καταβρόχθιζε ακατάπαυστα αστακομαρονάδες, ακόμη και όταν δεν πεινούσε; Και ναι, ω του θάυματος, τα κατάφερε. Ήταν ο Πυρήνας, όχι δηλαδή τα σουξέ, και ένας ήχος ηλεκτρικός, φρέσκος, αλλά πάντα Σαββόπουλος. Μια ακόμη νίκη του απέναντι στο χρόνο. Μπορεί τα χρόνια να έτρεχαν χύμα, αλλά δεν τα είχε αφήσει να του φύγουν από τα χέρια σαν να ήταν άμμος που χύνεται από τα δάχτυλα. Χρονοποιός.
Ο Σαββόπουλος όργωσε όλη την Ελλάδα και διοργάνωσε πολλές ζωντανές εκδηλώσεις. Ήμουν σε αρκετές, αλλά δεν γράφω γι’ αυτές. Θυμάμαι, ωστόσο, ένα περιστατικό, χρήσιμο για όσους είχαν την εντύπωση ότι έβγαινε στη σκηνή, έλεγε τα τραγούδια του αέρας και αποχωρούσε ξεκούραστα, αβάδιστα. Πριν από πολλά χρόνια, έκανε μια συναυλία στην Κέρκυρα, στο Παλιό Φρούριο. Στο διάλειμμα πέρασα ανάμεσα από κάτι παλιά κτίρια, αυτοσχέδια καμαρίνια. Σε ένα απ’ αυτά βλέπω τον Σαββόπουλο με μία λευκή φανέλα, και φυσικά με τις τιράντες: ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, αναψοκοκκινισμένος, και κάπνιζε με βουλιμία ένα τσιγάρο. «Την ιδρώνει τη φανέλα», σκέφτηκα. Πραγματικός εργάτης της τέχνης του.
***
Σχετικά πρόσφατα μου ήρθε –απρόσκλητο– ένα ερώτημα: Ποιος άραγε να είναι ο καλύτερός στίχος του Σαββόπουλου; Ποιος με έχει αγγίξει πιο βαθιά; Σχεδόν άλυτη άσκηση, εντελώς προσωπική, ωστόσο εντέλει τον βρήκα: βρίσκεται στον Χρονοποιό, καθώς και στον τίτλο της πρόσφατης αυτοβιογραφίας του: «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα / κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα». Αλλιώς, αν δεν τα κάνουμε κάτι, η ζωή μας γίνεται ά-σχημη. Μπορεί και αβάσταχτη. Και ο Διονύσης Σαββόπουλος μας βοήθησε να τη ζήσουμε καλύτερα.