Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου απελευθέρωσε μια απειράριθμη, σχεδόν συλλογική, σιωπηλή, πληθυντική κατάθεση παράλληλων βίων. Ο Σαββόπουλος και η ζωή μας, η μουσική, τα τραγούδια του και η Ελλάδα όλη. Συγκαταλεγομένων στο πένθος «των Λακεδαιμονίων», οι οποίοι είναι μονίμως εγκλωβισμένοι στις φαντασιώσεις τους: ο βίος ως διαχρονική ταλαιπωρία· το φάρμακο που γίνεται φαρμάκι.
Ο Σαββόπουλος μπήκε στη ζωή μου από ένα θρανίο σε ρόλο ντραμς. ΙΑ΄ Εξατάξιον Γυμνάσιον Αρρένων, οδός Αριστοτέλους στο Περιστέρι. Πενήντα μαθητές στην τάξη, ευάερες αίθουσες με σπασμένα τζάμια. Κάποια στιγμή τα παλιά ξύλινα θρανία αντικαταστάθηκαν από καινούργια. Με επιφάνειες από φορμάικα, το καινούργιο μοντέρνο υλικό, και μεταλλικές επιφάνειες-θήκες από κάτω. Ιδανικές για κρουστές μουσικές αναφορές. Εκεί, σε ένα διάλειμμα, οι ροκάδες της τάξης σύστησαν στους υπόλοιπους, με τη βοήθεια των θρανίων, το Φορτηγό. Και κοινώνησαν όλοι, μα όλοι, με τις μουσικές του. Οι οικογενειακώς αριστεροί με το Βιετνάμ και τον Φο Μι Τσιν που ανασαίνει με καλάμι, οι έγκαυλοι με την νταρντάνα τη Ζωζώ, οι ρομαντικοί ερωτιδείς με το «Μία η άνοιξη» και με την αγάπη «που τρώει το νου». Αν το σχολείο ήταν μεικτό, πιθανολογώ και τη συγκίνηση των κοριτσιών που, δυο δυο, στρίβουν από τη γωνία «μ’ έναν πόνο στην καρδιά».
Τελικά εμείς του ’70 οι εκδρομείς, μεταγενέστεροι του Σαββόπουλου, σκορπίσαμε, οι περισσότεροι σπουδάσαμε.
Στα πανεπιστήμιά μας φτάσαμε κουβαλώντας στις αποσκευές μας τους επόμενους δυο δίσκους του. Αν και είχε περάσει πια από το ασπρόμαυρο και το ροκ φορτηγό στο έγχρωμο Περιβόλι του Τρελλού και στον εξίσου έγχρωμο αλλά και επικό Μπάλλο με τα ψυχεδελικά εξώφυλλα. Ήταν η εποχή των παιδιών των λουλουδιών: «γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή». Εκεί στο πανεπιστήμιο μάς καλωσόρισε με το Βρώμικο ψωμί. Τα τραγούδια του και η μουσική του ήταν ένας πια ολόκληρος κόσμος. Νησιώτικοι μπάλοι, βαλκανικά πνευστά, κλαρίνα, ροκιές, ηλεκτρικές κιθάρες και μελωδίες αγαπησιάρικες. Πάρτε και ένα ζεϊμπέκικο. Λες και δεν ήθελε να του ξεφύγει κανείς. Ικανοποιημένες και οι αριστερές ψυχούλες μας αφού «κρίμα έναν ήλιο σαν κι αυτόν να σ’ τον τρώει τ’ αφεντικό» και «στρατός περνούσε όλη τη νύχτα» στο Κιλελέρ. Αλλά και ο αντιστασιακός ναρκισσισμός μας: «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει».
Ταυτόχρονα, προσπαθούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τα κρυφά του μηνύματα: πιστεύαμε, π.χ., ότι η «Έλσα σε φοβάμαι» δεν μπορεί παρά να ήταν η ΕΣΑ, η Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία, και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, για χρόνια δεν καταλαβαίναμε ότι ο Σαββόπουλος είναι ένας νατουραλιστής. «Πού είναι τα λεφτά; Τα κλειδιά είναι στην ψωμιέρα», «Με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι», «τα σεντόνια στο σχοινί» – και με τι χαρά τραγουδάει «Κερνάω ρόφημα στο κυλικείο» του Μαχαιρίτσα. Όλα τα ονόματα που σουλατσάρουν στα τραγούδια του είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η παιδική του φίλη, η Άννα, η Έλσα, η Σούλα Αλεξανδροπούλου, ο (Νίκος -) Αλέξης (Ασλάνογλου), ο Τάσος (Φαληρέας) στο ώμο του οποίου γέρνει η Έλενα η χορεύτρια, ο Άλκης και ο Μπάμπης που έχει πιει. Και όπως έχει δηλώσει, όχι μόνο ήταν πραγματικά πρόσωπα αλλά αν μπορούσε θα έβαζε διεύθυνση και τηλέφωνο. Γεμάτη ονόματα μικρά και μεγάλα, γεμάτη σταυρόλεξα, ακροστιχίδες και τόπους είναι η ζωή μας, και μας το υπενθύμιζε συχνά ο Σαββόπουλος.
Ο Σαββόπουλος τη μεταπολίτευση
Όταν τελικά έπεσε η χούντα, ξεκίνησε ο θόρυβος της μεταπολίτευσης. Λίγο οι παλινωδίες της παραδοσιακής Αριστεράς, λίγο η μόδα του Μάο –κι ο Σαρτρ που πουλούσε ο ίδιος στο δρόμο την Humanité rouge–, εμφανίστηκε και στην Αθήνα μια ακμάζουσα εξωκοινοβουλευτική, κυρίως φοιτητική, Αριστερά. Πρώτη προεκλογική συγκέντρωση του ΕΚΚΕ. Κινηματογράφος Κύπρος στο Περιστέρι, ο πιο λαϊκός και πιο φτηνός, γνωστός στους αυτόχθονες και για τις κρυφές μεταμεσονύκτιες τσόντες. Κόκκινες σημαίες, στο βήμα Πέτρος Στάγκος και Χρήστος Μπίστης, υψωμένες γροθιές και γραφικά συνθήματα «Ούτε ΝΑΤΟ ούτε Βαρσοβία». Ξαφνικά εισέρχεται στην αίθουσα, μεγαλοπρεπής, ο Σαββόπουλος. Αρνείται να κάτσει μπροστά με την επαναστατική ηγεσία και τους λίγους εργάτες-τοτέμ, παρέμεινε όμως διακριτικά μέχρι το τέλος της παράστασης. Ενθουσιασμός: δικός μας ο Σαββόπουλος! «Δικοί μας» ήταν ήδη, ήτανε-δεν ήτανε, οι αδελφοί Μικρούτσικοι, η Μαρία Δημητριάδη, η Αφροδίτη Μάνου, ο Ζουγανέλης μετά της συζύγου του Ισιδώρας. Φυσικά, ο Σαββόπουλος δεν ήταν. Απλώς, ήταν ο flaneur Διονύσης Σαββόπουλος που αφουγκράζεται την ελληνική κοινωνία, όπως έκανε πάντα, γι’ αυτό ήταν διαχρονικός και επίκαιρος: «Εθνική Ελλάδος γεια σου».
Είχε ξεκινήσει η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, οι πλατείες ουρλιάζουν και ο «αριστερός» Σαββόπουλος ρίχνει τα πρώτα τροχιοδεικτικά στιχάκια του, τραγουδώντας για την «πλατεία [που] ήτανε άδεια και τρελός από σημάδια, σαν σκυλί, με συνθήματα σκισμένα…» αλλά και για εκείνο το παιδί που ονειρεύεται σαν τον Καραγκιόζη και δεν έχει «πού να πάει, πού να πάει». Ακολούθησε η Ρεζέρβα το 1979, με το ΠΑΣΟΚ ante portas και εκείνον να αποστασιοποιείται από την ηρωική Αριστερά. Τιμούμε τους αγώνες σας, «θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία» αλλά «τώρα κοκορεύεσαι απάνω στον εξώστη», οπότε «χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις».
«Ο σοσιαλισμός που τώρα σε βολεύει» τελικά ήρθε στην εξουσία και ο Σαββόπουλος, που δεν ξέρει τι να παίξει στα παιδιά, έβγαλε τα Τραπεζάκια έξω: «όλες οι γραμμές μας στραβωθήκαν κι αποτύχαν», αλλά διακριτικά αισιόδοξος πρώτος σέρνει το χορό και συμβουλεύει: «Ας κρατήσουν οι χοροί». Αλλά το 1989, όταν ο αυριανισμός σκέπαζε τη χώρα σαν φαιά κουβέρτα, αγανακτισμένος, ξεσπάθωσε με το Κούρεμα. Στο εξώφυλλο του δίσκου, κουρεμένος και ξυρισμένος ο ίδιος, μας έκλεινε το μάτι. Αγαπημένα μου παιδιά, η περιπέτεια τελείωσε. Σοβαρευτείτε. Και βέβαια οι «τσιφτετέλληνες» όρμησαν προαναγγέλλοντας τους «Αγανακτισμένους» του 2011.
Κλείνουν όλες οι πόρτες, τον γιουχάρουν στις συναυλίες, γράφουν συνθήματα στο σπίτι του. Τα παιδιά του φοβισμένα, φεύγει μαζί με τη γυναίκα του την Άσπα στην Αμερική. Για να επιβιώσει, παίζει σε ένα κλαμπ. Εδώ τελειώνει ο Σαββόπουλος για όλους εκείνους τους αθεράπευτα υψίφωνους «προοδευτικούς», όπως οι ίδιοι επισημαίνουν καμαρωτοί ακόμα και την ημέρα της κηδείας του. Και φυσικά δεν θα παρευρεθούν στην εξόδιο ακολουθία.
Αλλά μέσα στην οργή, στον θυμό του δίσκου, παραμένοντας γλυκός, καταφέρνει να καταθέσει το λυγμό του: «Εμείς του εξήντα οι εκδρομείς» τραγουδά επιστρατεύοντας ως συνοδευτική υμνωδό την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Και αφού μας βρίζει, στο τέλος μας χαρίζει το ανεπανάληπτο «Καλοκαίρι». Αν το ελληνικό καλοκαίρι είναι επικράτεια, είναι κράτος, το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου είναι ο εθνικός του ύμνος. Σημαδιακός και για μένα, γιατί ήταν ο τελευταίος δίσκος που έβαλα στα πικάπ του διαδημοτικού Διαύλου 10, ενός οραματικού ραδιοφώνου της εποχής, πρώτης περιόδου με «ελεύθερη» (όπως την έλεγαν τότε) ραδιοφωνία, αποχαιρετώντας τους πιστούς για δυο χρόνια ακροατές της εκπομπής «Οι δρόμοι της αγάπης ήταν νυχτερινοί». Δανεικός ο τίτλος από την ταινία της Φρίντας Λιάππα και με ηχητικό σήμα τη «Νύχτα» της Αφροδίτη Μάνου.
«Στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι, με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι, με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι». Ρε σεις, σύντροφοι, μην πυροβολείτε και αυτές τις λίγες στιγμές που ξεχάσατε να σώσετε τον κόσμο.
Αποχαιρετισμοί
Το 1994 ο Σαββόπουλος, πενηντάρης πια, «ο θάνατος στη μέση της ζωής» όπως αυτοσαρκάζεται, επιστρέφει με το δίσκο Μην πετάξεις τίποτα. Γιατί, όπως είχε δηλώσει, ένιωθε τον κόσμο να του λέει ότι μπορεί να μη συμφωνούμε σε όλα, αλλά δεν έχουμε και πολλούς σαν εσένα. Τρυφερός πάντα, μας παρηγορεί και παρηγοριέται κι ο ίδιος. Εμείς ήμασταν εκείνοι που ακόμα πιστεύαμε σε μιαν άλλη Αριστερά, αυτή που ο Σαββόπουλος τραγούδησε: «Είδα τη Σούλα [Αλεξανδροπούλου] και τον Δεσποτίδη, μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά, που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης, με τελειωμένα και αθάνατα φτερά». Έντρομοι, είκοσι χρόνια αργότερα, βλέπαμε τους παλιούς μας φίλους της άλλης Αριστεράς να χοροπηδάνε μαζί με τον Καμμένο στις πάνω και στις κάτω πλατείες.
Το 1999, ο Σαββόπουλος αποχαιρετά τον αιώνα και τη δισκογραφία, σε ηλικία 55 ετών, με τον Χρονοποιό. Εκεί, σαν υστερόγραφο στην παρελθούσα μουσική του συμβουλή «Ας κρατήσουν οι χοροί» αλλά και ως αποχαιρετιστήρια ωδή στον έρωτα και στο πανηγύρι, μας χαρίζει το τραγούδι: «Σου μιλώ και κοκκινίζεις», που ακόμα και σήμερα παίζεται και τραγουδιέται ανελλιπώς σε κάθε μορφής διασκέδαση. Σε σπίτια, σε επαρχιακά πανηγύρια, σε συναυλίες.
Αν και με τον Χρονοποιό αποχαιρετά την προσωπική δισκογραφία του, αφού δεν ηχογράφησε άλλον πρωτότυπο κύκλο τραγουδιών, δεν παραμένει σιωπηλός. Σε ρόλο ενεργού πολίτη, καταξιωμένη προσωπικότητα πλέον, παραστέκει την αγωνία μιας χώρας που έγινε κανονικό σκορποχώρι και κινδύνευσε να διαλυθεί. Αλλά ακόμα και όταν «εί[ν]αι άρρωστος βαριά», δεν θα διστάσει το καλοκαίρι του 2025 να ανεβεί στη σκηνή ενός ροκ φεστιβάλ και να μας αποχαιρετήσει από κει.
Τον αποχαιρετώ και εγώ με τη σειρά μου, επειδή από εκείνο το πρωί που πάνω στο θρανίο με τη φορμάικα χαμογελούσε θλιμμένη η νταρντάνα η Ζωζώ, μέχρι σήμερα που «οι πόθοι μας ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή», Διονύση Σαββόπουλε, όταν μιλώ για σένα, όπως και φαντάζομαι όλοι του ’60 του ’70, του ’80, του ’90 οι εκδρομείς, μιλώ για τη ζωή μας.