Σύνδεση συνδρομητών

Δύο ανεπιτυχείς πλόες αεροστάτου: ο Αλή Πασάς και ο Σαββόπουλος  

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2026 10:08
Charles Robert Cockerell
Πορτρέτο του Αλή Πασά, χαρακτικό του Charles Robert Cockerell που εκδόθηκε το 1820, με βάση την αφήγηση του Thomas Smart Hughes για τα ταξίδια του στην περιοχή το 1813.
Charles Robert Cockerell

Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς  ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».

Η άλλη σύμπτωση είναι με το αερόστατο του Διονύση Σαββόπουλου. Η μεγάλη συναυλία του στο Ολυμπιακό Στάδιο τον Σεπτέμβριο του 1983, ένα μουσικό υπερθέαμα, περιείχε και στοιχεία τεχνολογικού παραλογισμού. Το ονειρικό θέαμα θα ήταν η ανύψωση του αερόστατου. Ο δημοφιλής τραγουδοποιός περιγράφει την αποτυχία του εγχειρήματος: «Όταν βγήκα ένιωθα σαν μονομάχος. Τα φώτα με στράβωναν. Ο κόσμος ήταν πολύς, αλλά μακριά μου, πέρα στις κερκίδες. Ήμουν σαν τον τυφλό Οιδίποδα, στη μέση ενός αχανούς τοπίου. Ανέβηκα σε ένα αερόστατο για να φύγω, αλλά το αερόστατο δεν έφυγε ποτέ. Το κρατούσαν φουσκωμένο μεν, αλλά δεμένο με σκοινιά στη γη γιατί φοβόντουσαν, δεν είχαν φροντίσει να μάθουν για τα ρεύματα του αέρα εκείνης της μέρας και δεν ήξεραν να το οδηγήσουν. Όλα πήγαν στραβά».

Μια πρόδρομος αποτυχημένη προσπάθεια για την ανύψωση της αεροστατικής σφαίρας στα Γιάννενα, το 1803, αποτυπώθηκε στο πολύστιχο σατιρικό ποίημα του Ιωάννη Βηλαρά. Στο περιοδικό του Μεσοπολέμου, Νέα από την Ελλάδα (τ. 73/1932), δημοσιεύτηκε μια λανθάνουσα εκδοχή του ποιήματος μαζί με κατατοπιστική εισαγωγή. Την ιδέα της πτήσης είχε ο πολύς Αλή Πασάς των Ιωαννίνων. Είχε οραματιστεί τον σουλτανικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και, πληροφορηθείς ότι στη Γαλλία γίνονταν πειράματα στην αεροπλοΐα, σκέφτηκε να τα επιχειρήσει και στην πρωτεύουσα της Ηπείρου. Το «αεροπλάνον» θα ήτο το άριστον μέσον διαφυγής σε περίπτωση αποτυχίας των σχεδίων του. Λόγω κακού χειρισμού, απειρίας των βοηθών και προβλημάτων στη λειτουργία του θερμού αέρα ή του μηχανισμού του αερόστατου, η συσκευή πήρε φωτιά πριν ακόμη αρχίσει να υψώνεται. Έτσι η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Κι ενώ στον Σαββόπουλο η αποτυχία δεν επηρέασε την καλλιτεχνική του ανύψωση, για τον Αλή Πασά ήταν η αρχή του τέλους· εξοντώθηκε αργότερα από τα οθωμανικά στρατεύματα που κατέλαβαν τα Γιάννενα.   

 

                          ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΗΛΑΡΑΣ  

                  Το αερόστατο των Ιωαννίνων 

                                    

                                 Ποὺ εἶσθε κόσμος; συναθροισθῆτε!  

Δράμετ’ εὐθέως καὶ μὴν ἀργῆτε.  

Μικροί, μεγάλοι, νέοι, γερόντοι,  

Πτωχοὶ καὶ πλούσιοι, λαοὶ κι’ ἀρχόντοι,  

Κουτσοί, ἀόμματοι καὶ κρατημένοι,  

Ὑγιεῖς κι’ ἀρρώστοι, σακατεμένοι·  

Τρεχᾶτε, γλήγορα, τρεχᾶτε, λέγω,  

Τί ἂν δὲν προφθάσετ’, ἐγὼ δὲν φταίγω.  

Ἐλᾶτε ὅλοι, κανεὶς μὴ μείνῃ.  

Τ’ ὅ,τι θὰ γένη, ποτὲ δέν ’γίνη.  

Τοῦ περιφήμου πολλὰ Βλανσιάρου  

Εὐτυχισμένων Γάλλων Ἰκάρου   

Μέλλει νὰ ἰδῆτε καὶ Γουλφουνιέρου  

Ζηλωτὴν μέγαν, Σεράκου, χαίρου!  

Χαίρου, Σεράκου, τ’ εἶναι παιδί σου,   

Κ’ ἡ δόξα ὅλη εἶναι δική σου.  

Ἴκαρος νέος μὲ νέον τρόπον  

θέλει πετάξη ’ς τοῦτον τὸν τόπον.  

Τρεχᾶτε κόσμος, ὡς πὸτ’ ἀργῆτε;  

Νὰ ἡ παράταξις, συναθροισθῆτε!  

Μπρέ... τὶ παράταξις, τὶ κόσμου πλῆθος!  

Νὰ κι’ ὁ Παχώμης μὲ γλυκὸν ἦθος  

Γλήρορα, γλήρορα, πάντων προβαίνει  

Καὶ εἰς τοὺς ὤμους του τὸ βάρος φέρνει.  

Τὸν βοηθάει ἀριστερόθεν  

Ὁ Γεώργης Γκιούρτης, καὶ δεξιόθεν  

Ὁ Κὺρ Δημήτρης τ’ ἀντισηκώνει 

Πάντα τὸ βάρος τοῦ διορθώνει·  

Νικολαγιάνκος μὲ τὸ βαστοῦνι  

Τοῦ κὺρ Παχώμη καὶ κοντογοῦνι  

Τρία πατήματα ὀπίσω μένει,  

Καὶ φορτωμένος μ’ αὐτὰ πηγαίνει.   

Ὁ Γεώργης Ἄρτης ’σ τὸ δεξὶ χέρι   

Ἕνα καλάθι γεμᾶτο φέρει·  

Ὁ Κοντογιάννης εἰς τὸ κεφάλι  

Γεμᾶτο κάρβουνα ἕνα μαγκάλι.  

Δέκ’ ἄλλοι Βλάχοι ἀκολουθοῦσι   

καὶ ὁ καθένας κἄτι βαστοῦσι  

Τριχιὲς, παλούκια, τσαπιὰ καὶ φτιάρια,   

Περόνι’ ἀρίδες, χονδρὰ σκεπάρια,   

Ἀσκιὰ μὲ πίσσαν, καὶ μὲ κατράμι,  

Καὶ δύο ζαλίγκια λιανὸ καλάμι·  

Ὅλα χρειώδη διὰ τὴν Σφαῖραν  

Ποὺ θὰ πηγαίνῃ χειμάρρου πέραν.   

Πλῆθος παιδιά τους τριγυρίζουν,  

Πηδοῦν, φωνάζουν, καὶ τοὺς σφυρίζουν·   

Πηγαίνουν, ἔρχονται, ἄϊντε φωνάζουν·   

Ἕνα τὸ ἄλλο μακρόθεν κράζουν·  

Ἄϊντε νὰ ἰδοῦμε, ἄϊντεστ’ ἀκόμη  

Τὴν Σαμανδούραν τοῦ κὺρ Παχώμη.   

Φθὰν’ ἡ παράταξις ’σ τὸν ὡρισμένον.   

Τόπον, γιὰ τοῦτον ἑτοιμασμένον.  

Οἱ Συντοπῖτες εὐθὺς σιμώνουν  

Τὸν κὺρ Παχώμη σου ξεφορτώνουν.   

Ὁ Κοντογιάννης σιμὰ πηγαίνει  

Μὲ τὸ μαγκάλι, καὶ τ’ ἀποθένει·  

Φόρα ὁ Παχώμης τὸ κοντογοῦνι  

Κι’ ὁ Γιώργης Ἄρτης ἕνα φυσοῦνι  

Ἀπ’ τὸ καλάθι εὐθὺς τὸ βγάζει,  

Μὰ ὁ κὺρ Παχώμης τοῦ τὸ ἁρπάζει  

Καὶ μοναχός του τότε ἀρχινάει  

Σὰν καλὸς γύφτος νὰ τὸ φυσάῃ.  

Ὅμως μὴν τύχῃ καὶ παρ’ ἀέρα  

Πρὸ τοῦ χρειώδους καιροῦ ἡ Σφαῖρα,  

Ὁ Γεώργης Ἄρτης, Κωλέτης Δῆμος,  

Οἱ δυὸ προβάλλουν πολλὰ φρονίμως·  

«Μὲ τὰ σχοινιὰ καλὰ δεμένη  

Νὰ τὴν βαστοῦσι ἀσφαλισμένη·» 

Λοιπὸν ἀμέσως παλούκια στένουν  

καὶ μὲ τοὺς σπάγγους καλὰ τὴν δένουν,  

Ὡσὰν τσανδῆρι τὴν ἐξαπλώνουν,  

Καὶ τότε ἀρχίζουν νὰ τὴν φουσκώνουν.  

Γκιούρτης, Κωλέτης μὲ τὸν Παχώμη  

Καὶ δέκα ἄλλοι Βλάχοι ἀκόμη  

Φυσοῦν ἀπαύστως, μὰ δὲν εἶν’ τρόπος  

Νὰ τὴν φουσκώσουν, χαμένος κόπος. […]  

                                     (Ακολουθούν εβδομήντα στίχοι) 

 

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.