Σύνδεση συνδρομητών

Γιαννούλης Χαλεπάς και Ρώμος Φιλύρας. Δύο σκαπανείς της αβύσσου

Σάββατο, 03 Ιανουαρίου 2026 00:08
Αριστερά, ο Γιαννούλης Χαλεπάς στο εργαστήρι του στην οδό Μαυρομιχάλη. Δεξιά, ο Ρώμος Φιλύρας στο προαύλιο του Δρομοκαϊτείου. Στη μικρή εικόνα, σκίτσο του έργου του Χαλεπά, Οιδίπους επί Κολωνώ, με χειρόγραφη αφιέρωσή του.
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
Αριστερά, ο Γιαννούλης Χαλεπάς στο εργαστήρι του στην οδό Μαυρομιχάλη. Δεξιά, ο Ρώμος Φιλύρας στο προαύλιο του Δρομοκαϊτείου. Στη μικρή εικόνα, σκίτσο του έργου του Χαλεπά, Οιδίπους επί Κολωνώ, με χειρόγραφη αφιέρωσή του.

Ένας δοκιμασμένος τρόπος για να γνωρίσεις μια εποχή, είναι να την προσεγγίσεις μέσα από τις ακραίες εκφάνσεις της, τις εκδηλώσεις του πνεύματος εκτός ορίων: καλλιτέχνες και συγγραφείς με έργο αξιόλογο και ανθεκτικό στο χρόνο, διαταραγμένο λογικό και ζωή έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Για τον Μεσοπόλεμο επιλέγω δύο προσωπικότητες με παραπλήσια χαρακτηριστικά: τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα. Και οι δύο, σημαδεμένοι από την ψυχική δοκιμασία, δημιουργούν στην απομόνωση ο ένας και στον εγκλεισμό ο άλλος. Το έργο τους, τραγικό και υπερβατικό, συμπυκνώνει την αγωνία μιας εποχής που αναζητά νέα νοήματα μέσα από την κρίση της λογικής και των βεβαιοτήτων.

Αν και γλύπτης και ποιητής είχαν γεννηθεί σε μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, 1851 και 1888 αντιστοίχως, θέλησα να τους «συγχρονίσω». Να τους παρουσιάσω δηλαδή μέσω συνεντεύξεων-ρεπορτάζ  της ίδιας χρονιάς (1930), στον ίδιο δημοσιογράφο (τον λογοτέχνη Κώστα Καλαντζή), οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο ίδιο περιοδικό (Ο Λόγος).

 

Γιαννούλης Χαλεπάς[1]

«Τον επισκέπτομαι στο νέο εργαστήρι του στην οδό Μαυρομιχάλη, όπου, όπως λέει, σμίλεψε και την Κοιμωμένη. Ετοιμάζει την έκθεση για το αθηναϊκό κοινό. Πολλά έργα του θα μεταφερθούν από την Τήνο. Ακούραστος και εμπνευσμένος, εργάζεται αμίλητος από το πρωί στις επτά έως το απόγευμα στις πέντε.     

Πώς είναι το ατελιέ: Τίποτε από τη σύγχρονη εκζητημένη πολυτέλεια. Ένα πρωτόγονο δωμάτιο, ασβεστωμένο στους τοίχους, ισόγειο, με χώμα κάτω. Το γαλάζιο φως του αττικού ουρανού μπαίνει θαμπωτικό από το παράθυρο. Και δυο τραπέζια με προπλάσματα από πηλό: Η “Αφροδίτη στηριζομένη” και ο “Οιδίπους επί Κολωνώ”. Θαρρείς πως βρίσκεσαι στο εργαστήρι ενός γλύπτη της αρχαιότητας, ενός πρωτόγονου δημιουργού της Μινωικής Κρήτης ή της Φαραωνικής Αιγύπτου.

Κι ο Χαλεπάς: Γεροντάκι, με άσπρα κοντά γένια, ένα σκουφάκι στο κεφάλι, γεροντικά γυαλιά κι ένα καλογερικό κομπολόι στο λαιμό του. Δεν έχει εργαλεία, τίποτα. Μονάχα δυο καλαμάκια και… το χέρι του. Τον βρίσκουμε να εργάζεται στον “Οιδίποδα επί Κολωνώ”, το πρώτο έργο που έφτιαξε στην Αθήνα.

Το δαιμόνιό του τον οιστρηλατεί ακατάπαυστα, είναι σαν ένας βιβλικός προφήτης του πηλού. Από τα χέρια του βγαίνει ασυγκράτητο το μήνυμα μιας καλλιτεχνικής αποκάλυψης.

Η γνώμη του Χαλεπά για τη σύγχρονη τέχνη: Η νέα ελληνική τέχνη, λέει σιγανά, γιατί πάντα σιγανά μιλάει, δεν είναι παρά μια εξόγκωσις της αρχαίας. Η διαφορά είναι τούτη: πως ενώ η αρχαία  ήταν κυρίως πλαστική, η σύγχρονη στηρίζεται περισσότερο στην ψυχολογία».

 

Ρώμος Φιλύρας

«Η επίσκεψη στο Δρομοκαΐτειο έγινε μια πένθιμη γεναριάτικη μέρα για να δούμε τον έγκλειστο ποιητή. Από το 1927 τον είχαν κλείσει σ’ αυτό το Ίδρυμα λύπης και συμφοράς. Πρώιμο ταλέντο, έγραφε ελπιδοφόρους στίχους από το δημοτικό και η “Διάπλασις των Παίδων” τον είχε τακτικό συνεργάτη».

Παραλείπω τα βιογραφικά του, λίγο-πολύ γνωστά, και στέκομαι στη συνάντηση και στο διάλογο του Φιλύρα με τον δημοσιογράφο.

«Με οδηγό τον φύλακα, ένα γέρο καμπούρη με ψαρά μουστάκια, τραβήξαμε για το κτίριο που μένει ο Ρώμος. Ανοίγουμε και κλείνουμε σιδερένιες πόρτες που νομίζεις πως βρίσκεσαι σε οχυρωμένο φρούριο. Και μπαίνουμε στον θάλαμο. Νάτος! Μέσα από τις κουβέρτες με το καφέ παλτό του ριγμένο  στις πλάτες, με το κεφάλι γερμένο πάνω σε κάτι τσαλακωμένα χαρτιά, γράφει. Αρχίζει να μας ρωτάει για τους παλιούς και νέους φίλους του.

–Εγώ πάντα τους θυμάμαι. Αυτοί να ρωτάν άραγε για μένα; Νομίζω πως με ξέχασαν. Δεν έρχεται κανένας να με δει.

–Και τι γράφεις τώρα, Ρώμο;

–Γράφω απ’ όλα. Έχω ετοιμάσει τρεις τόμους ποιήματα κι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Αλλά ποιος να τα βγάλει;

–Γι’ αυτό δεν έχεις άδικο. Οι εκδότες φοβούνται. Κι όμως, το δικό σου βιβλίο θα πουληθεί.

–Πώς σου φαίνονται, Ρώμο, τα έργα των νέων; Σ’ αρέσουν; Έχεις διαβάσει τίποτα;

–Έχω διαβάσει μερικά. Κι ομολογώ πως έμεινα ευχαριστημένος. Οι νέοι έχουν αρκετά προοδεύσει σε όλα τα είδη του λόγου. Και μ’ όλο που σήμερα δεν υπάρχει κύκλος διανοουμένων, δεν υπάρχει τίποτα, αυτοί έχουν κάνει βήματα και βήματα μεγάλα. Πού είναι τώρα οι παλιοί φιλολογικοί κύκλοι; Πρόπερσι που είχα βγει έξω δεν είχα με ποιόνε να κουβεντιάσω, πού να σχολιάσω ένα φιλολογικό γεγονός της ημέρας. Τα πάντα είχαν διαλυθεί.

Πού ’ναι κείνα τα ευτυχισμένα δικά μας χρόνια… Θυμάμαι μαζευόμαστε όλοι πότε στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου και πότε στην Μπύρα του Τσοκαροπούλου στην Καστέλα, απέναντι από το παλιό θέατρο του Τσόχα. Κατέβαιναν τότε εκεί και έδιναν παραστάσεις η Κοτοπούλη και η Κυβέλη. Κι έπαιζαν τότε στο θέατρο οι περισσότεροι της παρέας  μας, ο Σικελιανός, ο Σκίπης. Και στο έργο του Μάρκου Αυγέρη “Μπροστά στους ανθρώπους” πρωταγωνίστησε η Ραυτοπούλου. Δεν θα μου φύγουν ποτέ από το μυαλό τα πειράγματα που της κάναμε όλοι γιατί παίζοντας ήταν σε… ενδιαφέρουσα κατάσταση.

Πάνε όμως τώρα αυτά. Διαλυθήκανε όπως διαλύονται τα σύννεφα. Και μόνο σαν όνειρο έρχονται κάποτε στο νου μου».

 

[1] «Ο Τήνιος καλλιτέχνης ηφανίσθη λίαν προώρως. Εν έτει 1878, ενώ εξετέλει μίαν θαυμασίαν καλλιτεχνικήν σύλληψιν, την “Μήδειαν φονεύουσαν τα τέκνα της”, έπαθεν νευρικήν διαταραχήν, ήτις μεθ’ όλας τας ιατρικάς περιθάλψεις, εν Ρώμη και αλλαχού, δεν απεκατεστάθη. Παρεφρόνησεν αναζητών το τέλειον». Αυτά έγραφε ο Ξενοφών Σώχος, τήνιος δικηγόρος, στο Κυκλαδικόν Ημερολόγιον 1908.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.