Το πραγματικό όνομα του Σελίν ανήκει στην αγαπημένη του γιαγιά (ήταν το μικρό της όνομα), η οποία αγωνίζεται με θαυμαστούς τρόπους στον Θάνατο επί πιστώσει για την οικογενειακή επιβίωση. Ο ίδιος λεγόταν Λουί Φερντινάν Ντετούς και γεννήθηκε το 1894 στο Κουρμπβουά. Το ότι συζητάμε ξανά σήμερα για το ανήσυχο, ακούραστα διερευνητικό λογοτεχνικό του έργο, το οποίο επισκιάστηκε (για την ακρίβεια αμαυρώθηκε) επί δεκαετίες από τα γραπτά του υπέρ του ναζισμού και του Χίτλερ, δεν είναι τυχαίο. Έχουν παίξει το ρόλο τους η πρόσφατη κινητοποίηση για το γράψιμο της βιογραφίας του και ο δικός του αυτοβιογραφικός Πόλεμος, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας το 2022, μιλώντας για τη συμμετοχή του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τελευταίος και οι συνέπειές του βρίσκονται, βεβαίως, και πρωτίστως, στην καρδιά του κορυφαίου του μυθιστορήματος,Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, μετάφραση Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα θα πρέπει σήμερα να διαβάσουμε το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, καθώς και τον Θάνατο επί πιστώσει, που αποτελεί προοίμιο του Ταξιδιού.
Στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, ο αφηγητής συνιστά μέρος της αφήγησης, χρησιμοποιώντας, μολονότι έχει ήδη δηλώσει γιατρός, μια χαμηλή γλώσσα, που δεν αντλεί απλώς από την καθημερινότητα τα υλικά της: οι λέξεις της αγγίζουν συχνά τα όρια, χυδαιολογούν και ελεεινολογούν, υποβιβάζουν και προσβάλλουν, αποβάλλουν και αποβάλλονται. Κοιτάζουν την αργκό, υιοθετούν την ιατρική και τη ναυτική ορολογία, γεννούν νεολογισμούς, μιμούνται τη γλώσσα ακόμα και των ποινικών ή των πάσης λογής περιθωριακών. Και εδώ θα αρχίσει η αμφισβήτηση των πάντων, η άρνηση και η υπονόμευση κάθε αξίας και κάθε έννοιας της δυτικής κληρονομιάς, μια θανάσιμη πτήση στο χάος, που καταγγέλλει τον εαυτό και τους άλλους χωρίς σταματημό.
Αναγωγή στα παιδικά χρόνια
To 1936 έρχεται η συνέχεια ή μάλλον η αρχή τουΤαξιδιού. Στον Θάνατο επί πιστώσει, ο συγγραφέας θα ξετυλίξει τα παιδικά χρόνια του Φερντινάν Μπαρνταμού, του ετερόδοξου γιατρού που συναντάμε στο Ταξίδι. Παιδί μιας οικογένειας που μάχεται να επιζήσει υπό άθλιες κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες στο Παρίσι, ο μικρός ήρωας θα μεγαλώσει σε έναν κυκεώνα μικροσυμβάντων, κολυμπώντας σε μια θάλασσα στροβιλισμών – δουλεύει ως εργάτης και ως έμπορος, πηγαίνει στην Αγγλία και επιστρέφει άπρακτος, ο πατέρας του τον ξυλοφορτώνει για ψύλλου πήδημα και η μάνα του τον φοβάται, ταξιδεύει στην επαρχία, όπου έρχεται σε επαφή με έναν ακόμα πιο σκληρό κόσμο, καταφέρνει ωστόσο να φτάσει σώος μέχρι το τέλος, αν και κατ’ επανάληψη αποσυντονισμένος και ρημαγμένος.
Ο μικρός Φερντινάν μαθαίνει να αποφεύγει οποιονδήποτε και να αποσύρεται κατά σύστημα από κάθε περιβάλλον. Δεν πιστεύει το παραμικρό, δεν θαυμάζει πρόσωπα, δεν αναγνωρίζει και δεν ακολουθεί επιτεύγματα και δεν προσηλώνεται σε οτιδήποτε τριγύρω του. Ο Σελίν θα ρίξει τον πρωταγωνιστή του όχι στη φωτιά του πολέμου και στον όλεθρο της μεταπολεμικής εποχής, όπως στο Ταξίδι, αλλά στην κόλαση της φτώχειας και της κατακόρυφης πτώσης και στην εξαθλιωμένη, ψυχή τε και σώματι, παθολογία της. Κι αν ο Μπαρνταμού βιάζεται να στριμώξει τις εικόνες της πραγματικότητας σε ένα σχεδόν έρρυθμο σύνολο από όλο και πιο ευφάνταστα παραληρήματα, μια τέτοια απολύτως παρδαλή και ηθελημένη σύγχυση συνιστά και τη μοναδική του μέθοδο για να διαφύγει, διεκδικώντας τόσο το σθένος του ηττημένου όσο και την απόγνωση της ατομικής του μοίρας.
Απατηλά αναρχοδεξιός
Ο Μπαρνταμού (και μαζί του ο Σελίν) δεν έχει σε καμία εκτίμηση κανέναν. Το κράτος, η παιδεία, οι επιχειρήσεις, η δημόσια διοίκηση, η οικονομία, η πολιτική, τα πιστεύω και τα σύμβολα των ανθρώπων δεν είναι παρά ογκόλιθοι ψευδαισθήσεων. Ο Σελίν δεν έκρυψε ποτέ τον μηδενισμό του. Και ο μηδενισμός του μπορεί να μην είναι απατηλά αναρχοδεξιός, με έναν όρο που προκαλεί μόνο σύγχυση, όπως το έχει επισημάνει ο Ζαν Πιέρ Ταγκιέφ (τχ. 172 και: https://booksjournal.gr/paremvaseis/5919-selin-anarxikos-i-deksios-anarxikos-analysi-enos-ixiroy-klise), δεν καταλήγει ωστόσο και νιτσεϊκός, περιμένοντας ένα μέλλον που θα καθοδηγηθεί και θα ευεργετηθεί από τη βούληση του υπερανθρώπου – αλλά εντελώς γήινος, αν όχι και κάτω από τη γη, σε μια λασπερή τρύπα η οποία καταπίνει το σύμπαν.
Είμαστε μακριά από τα γραπτά που έστεψαν τον αντισημιτισμό και τον φιλοναζιστικό λόγο του Σελίν, αναγκάζοντάς τον να καταφύγει το 1944 πρώτα στη Γερμανία και κατόπιν στη Δανία και στην Κοπεγχάγη, όπου περίμενε επί έξι χρόνια τη δίκη του στη Γαλλία για εσχάτη προδοσία. Οι αντισημιτικοί του λίβελοι, γραμμένοι μεταξύ 1937 και 1941, θα έχουν αποτέλεσμα το 1950 την ποινή της ετήσιας φυλάκισης, υψηλό πρόστιμο και την κατάσχεση της μισής του περιουσίας. Το 1951, παρ’ όλα αυτά, ο Σελίν θα αμνηστευτεί σε μια χώρα που καταδίκασε τόσο βαθιά το πνεύμα συνεργασίας με τον ναζιστικό εχθρό και θα αποσυρθεί στο Μεντόν, μέχρι τον άδοξο θάνατό του το 1961.
Ο πεσιμισμός του Σελίν και η ιδιοσυγκρασία της γλώσσας του, που τον κατέστησαν πρωτοπόρο του μοντερνισμού, ανοίγοντας το δρόμο για την πεζογραφία και το θέατρο του παραλόγου, για το γαλλικό νέο μυθιστόρημα, καθώς και για τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ ή του Κερτ Βόνεγκατ, δεν κληροδότησαν σε κανέναν από τους κατιόντες τα ακροδεξιά του πρότυπα. Μόνο την άφταστη τόλμη της λογοτεχνίας του.