Επιστολές γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο με επιστολέα πάντοτε το ίδιο ανδρικό πρόσωπο (με την εξαίρεση μίας επιστολής η οποία ανήκει στο άλλο φύλο), πλην με διαφορετικούς εκάστοτε αποδέκτες: τις γυναίκες που είτε τον εγκατέλειψαν είτε τον περιέβαλαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, τη μητέρα του και τη σύζυγό του. Χωρισμένο σε τρία μέρη, υπό τους τίτλους «Το σκοτάδι», «Το φως» και «Το αντίο», το βιβλίο του Ξενόφου αποτελείται από ολιγάριθμα και εξαιρετικά σύντομα επιστολικά κείμενα, που είναι φανερό πως εντάσσονται στην κατηγορία του μικροδιηγήματος: είδος που γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη εδώ και πολλά χρόνια στον αγγλοσαξονικό κόσμο και στην ισπανόφωνη λογοτεχνία ενώ από καιρό έχει αρχίσει να προκαλεί αυξημένο ενδιαφέρον και στα καθ’ ημάς με την προσέλκυση τόσο συγγραφέων και εκδοτών όσο και του αναγνωστικού κοινού.
Συμπυκνωμένη ύλη
Το μικροδιήγημα λειτουργεί πάνω-κάτω με τους εξής κανόνες: έχει πολύ μικρή έκταση (γι’ αυτό και πολλοί το ονομάζουν «μπονζάι»), από μερικές σελίδες μέχρι ημισέλιδο, είναι εκ των πραγμάτων συμπυκνωμένο και αποκλείεται να καταλήξει πολυθεματικό αφού σκοπός του είναι να συλλάβει στον αέρα μιαν εικόνα, να απαθανατίσει μία στιγμή ή να δοκιμάσει ένα γρήγορο λεκτικό και αφηγηματικό παιχνίδι, το οποίο κατά κανόνα οδηγεί σε ποικίλες μοντερνιστικές και μεταμοντέρνες εκδοχές. Από τα προηγούμενα ο Ξενόφος θα κρατήσει τη μικρή έκταση, την πυκνότητα και την επικέντρωση σε ένα και μοναδικό θέμα. Το παιχνίδι, το οιοδήποτε παιχνίδι, δεν τον ενδιαφέρει –και δεν θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει– επειδή το περιεχόμενο των επιστολών του είναι δραματικό και θέλει να μιλήσει πρωτίστως για τους άγονους αγώνες της αγάπης (ακόμα κι αν ευοδώνεται) και για το θάνατο.
Οι άγονοι αγώνες της αγάπης: στο εισαγωγικό μέρος του βιβλίου, ο ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής ανακαλεί τις ώρες άκρατης αφοσίωσης και τρυφερότητας οι οποίες τον έφεραν κοντά με έναν σπάνιο έρωτα, ο οποίος όμως έχει πλέον σβήσει. Έτσι, σε δεύτερη φάση, οι άλλοτε αγαπημένοι ανταλλάσσουν μόνο γλυκές αναμνήσεις που έρχονται με πικρό τρόπο στην επιφάνεια. Από το αλλοτινό φως και τον αλλοτινό πλούτο, τώρα ανασκαλεύονται μόνο αποκαΐδια, με τον πρωταγωνιστή να έχει γίνει ένας σωρός συντρίμμια. Ο λυρισμός του Ξενόφου γίνεται εδώ άμεσα αντιληπτός. Ολιγόλογος, σχεδόν απέριττος και έτοιμος να παλέψει με το υπέρβαρο της συντριβής του, ο λυρισμός αυτός θα αποκτήσει σύντομα και μια ρομαντική νότα. Χωρίς να μαθαίνουμε τι ακριβώς έχει μεσολαβήσει στη σχέση του ζευγαριού, παρακολουθούμε από κοντά, από απόσταση αναπνοής, τις χαμηλόφωνες, πνιχτές οιμωγές του, που αποφεύγουν συστηματικά να καταλήξουν σε διεσταλμένες εκφράσεις και υψηλά συναισθήματα.
Μετά τη συντριβή, η ανάκαμψη
Περνώντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, περνάμε και σε ένα επόμενο στάδιο. Ο καθημαγμένος ήρωας έχει αναθαρρήσει. Η καινούργια αγκαλιά δεν είναι προσωρινή, βιαστική και μάλλον τυχαία, όπως η προηγούμενη. Είναι αγάπη αληθινή, πηγή θερμών υποσχέσεων και τείχος ασφάλειας. Το μόνο που πρέπει πια να σπάσει είναι η ατσαλένια θωράκιση του ήρωα, ο εγκλωβισμός στον εαυτό του τον οποίο υπαγόρευσαν για αμυντικούς λόγους τα πεπραγμένα του Λονδίνου. Κι αν τα τείχη δεν πέσουν ποτέ, κι αν η εμπιστοσύνη δεν επανακάμψει στην αλλοτινή πληρότητα, η αγάπη θα παραμείνει παρούσα, προσκομίζοντας κάθε αγαθό. Τα λόγια των επιστολών είναι εκ νέου λίγα και η ατμόσφαιρα, μολονότι έχει βγει στην ευδία, δεν έχει αποβάλει κάποια μελαγχολία. Ρομαντικό κι αυτό σύμπτωμα σε ένα κλίμα που δεν θα κατρακυλήσει στην οιαδήποτε υπερτονισμένη αιχμή, μεταβάλλοντας τη χαμηλή πτήση σε σταθερό ορίζοντα της προσδοκίας παρά το ελεύθερο τοπίο που έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται μπροστά στον έρωτα τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον.
Και ο θάνατος; Θα προκύψει στο τρίτο μέρος του βιβλίου με τους όρους του ρομαντικού μικροδιηγήματος. Ο συγγραφέας δεν θα λατρέψει σκοτεινούς τάφους και ανησυχαστικές σκιές, όπως οι παλαιότεροι ρομαντικοί, θα οδηγήσει ωστόσο τον πρωταγωνιστή του σε ένα έστω και συρρικνωμένο πεδίο θρήνου (με μέτρο την περιστολή του λόγου και τη σιωπή) για τον εαυτό του όσο απευθύνει τον ύστατο χαιρετισμό στη συμβία του. Έχει μεσολαβήσει ακροθιγώς, στο δεύτερο μέρος, η απώλεια της μητέρας, η οποία συναντά εν προκειμένω τους ελεγειακούς τόνους για τον εαυτό. Θα χρειαστεί να αποκλείσουμε εξαρχής βαριά νέφωση, τελετουργικό περιβάλλον ή ναρκισσιστικό πεσιμισμό. Τα ωχρά χρώματα, μία ή δύο πινελιές θλίψης και το άνοιγμα σε έναν επερχόμενο ουρανό αρκούν για να προικίσει ο Ξενόφος τον ήρωά του – όχι με πεισιθάνατο πνεύμα (κάτι που ούτως ή άλλως δεν διαθέτει), αλλά με μια ποιητική σοφία που θα απομακρύνει αμέσως κάθε δάκρυ και κλάμα.
Αυτό είναι εξάλλου στο σύνολό του το βιβλίο του Ξενόφου: γραμμένο δίχως δάκρυ και κλάμα, όπως και μακριά από οτιδήποτε παραφουσκωμένο και ψεύτικο ή βαρετό. Σαν καθημερινή εξομολόγηση και σαν μια πολύ οικεία χειρονομία.