Από το Κατώγι (1971), το Σακί (1980), τα Αντικλείδια (1988) και τα Τριαντατρία χαϊκού (1990) μέχρι και τις τρεις τελευταίες συλλογές του, Λίγος άμμος (1997), Πού είναι τα πουλιά; (2004) και Να μην τους ξεχάσω (2008), ο Γιώργης Παυλόπουλος, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας (1924-2008), διέγραψε στην ποίησή του μια διαδρομή που ανήκει και δεν ανήκει στο πνεύμα της γενιάς του. Μια δεκαπενταετία μετά την πρώτη συγκεντρωτική του έκδοση Ποιήματα 1943-1997 (2001, Νεφέλη), η Κίχλη προχωρεί σε μιαν επανέκδοση του έργου του η οποία περιλαμβάνει πλέον τα άπαντά του, με τη φιλολογική επιμέλεια της Γιώτας Κριτσέλη και την εκδοτική φροντίδα του Γιάννη Ξούρια, ο οποίος είχε φροντίσει και το κύκνειο άσμα του Να μην τους ξεχάσω.
Η ΞΑΦΝΙΚΗ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τι σημαίνει, όμως, ότι τα ποιήματα του Παυλόπουλου ανήκουν και δεν ανήκουν στο πνεύμα της γενιάς του; Το κατοχικό και το εμφυλιακό υπόστρωμα της θεματικής γραμμής του γίνεται αμέσως φανερό στο Κατώγι και στο Σακί, όπως έγκαιρα πρόλαβε να παρατηρήσει ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, προσθέτοντας ότι οι δύο πρώτες συλλογές του εντάσσονται κατ’ αυτόν τον τρόπο «στο κέντρο της ομόθεμης και ομόθυμης ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς» («Αφιέρωση», εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 13 Απριλίου 2008). Επηρεασμένος από τον συμπυκνωμένο δραματικό λόγο του Γιώργου Σεφέρη, αλλά και από τις υποβλητικές, εξ ίσου δραματικές νεκρολογίες που έγραψε ο Τάκης Σινόπουλος για τους αδικοχαμένους της Κατοχής και του Εμφυλίου, ο Παυλόπουλος θα μιλήσει πιο αποστασιοποιημένα από τον Σινόπουλο, που ήταν συντοπίτης του και κατά επτά χρόνια μεγαλύτερός του, για τους δικούς του νεκρούς.
Με μια σαφώς αφηγηματική διάρθρωση, όπως ακριβώς και ο Σινόπουλος, καθώς και μια παντελώς αδιακόσμητη γλώσσα, ο Παυλόπουλος θα προσδώσει στα ποιητικά του τοπία μια σπάνια αφαιρετική λιτότητα, με κοφτές, σχεδόν επιγραμματικές περιγραφές, που δεν επιτρέπουν ποτέ στην υποδόρια ένταση της δράσης να βγει στο προσκήνιο. Ο θρήνος, η θλίψη και το πένθος για τα πρόσωπα και τα πράγματα που χάθηκαν ανεπιστρεπτί μοιάζουν εγκατεστημένα στα διάκενα των στίχων του Παυλόπουλου, στις σιωπηρές αποστροφές τους. Το αποτύπωμα που θα αφήσει παρ’ όλα αυτά η μοίρα της Ιστορίας κατά τη διάρκεια της καθημερινής περιπλάνησης των ανθρώπων στο ξηρό και άνυδρο (κατά κανόνα υπαίθριο) περιβάλλον τους θα αποδειχθεί τόσο βαθύ ώστε να σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή τους. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ο αχός των γεγονότων βρίσκεται πολύ μακριά τους – επειδή με μιαν απροσδόκητη εκπυρσοκρότηση (και σε συνθήκες πέρα για πέρα ειδυλλιακές) το Κακό μπορεί να τους πλήξει ανεπανόρθωτα, τόσο στο υπαρξιακό όσο και στο σωματικό-βιολογικό επίπεδο:
Κάποτε κόβοντας ένα τριαντάφυλλο
ευωδιά που θυμίζει σκάλα σε κήπο
κόρφο γυναίκας ή αποχαιρετισμό.
Ύστερα η ξαφνική τουφεκιά
που τον κάνει φωτογραφία.
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ
Ο Μαρωνίτης έχει δίκιο που περιορίζει τις παρατηρήσεις του για την Κατοχή και τον Εμφύλιο στο Κατώγι και στο Σακί, γιατί η πορεία του Παυλόπουλου από τα Αντικλείδια και μετά θα αποδειχθεί εντελώς διαφορετική. Επηρεασμένος τώρα ο ποιητής από τους καθρέφτες και τη μυθική ζωολογία του Μπόρχες, αν όχι και από τα παράξενα ονόματα ή τις παράξενες καταστάσεις που εμφιλοχωρούν στην πεζογραφία του επίσης συντοπίτη του (από τη Γαστούνη και κατά δύο χρόνια νεώτερού του) Νίκου Καχτίτση, σπεύδει πλέον να απομακρυνθεί από την εξωτερική πραγματικότητα, χτίζοντας έναν κόσμο όπου οι χαρές του έρωτα συναντούν το παιχνίδι των λογοτεχνικών μορφών και της ποιητολογίας.
Οι εσωτερικοί αντικατοπτρισμοί και αναδιπλασιασμοί των ποιητικών μοτίβων με τις μυθώδεις προεκτάσεις τους, η ακατάπαυστη συνομιλία της λογοτεχνίας με τον εαυτό της και η διαρκής ανακύκλωση των υλικών της, που της επιτρέπει να κινηθεί σε ένα πεδίο απόλυτης αυτονομίας, η μεταστοιχείωση της τέχνης σε ζωή και της ζωής σε τέχνη, σε ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγμα το οποίο προσφέρει στην καθημερινή ύπαρξη μια καινούργια διάσταση, βασισμένη στην πλαστουργική δύναμη του καλλιτεχνικού βιώματος, καθώς και οι ατέλειωτες διαδρομές του ονείρου (η βασιλική οδός για την οποιαδήποτε τέχνη) θα βάλουν τον θεμέλιο λίθο για τη δεύτερη ποιητική φάση του Παυλόπουλου:
Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ’ άλογό του
και βλέπει στ’ όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ’ άλογό του.
Και μαζί με όλα αυτά, ο έρωτας. Παρορμητικός και ενστικτώδης, τρυφερός αλλά και φιλήδονος, πρόθυμος να προχωρήσει στις σημαντικότερες θυσίες αλλά και έτοιμος να γευτεί τις σπουδαιότερες απολαύσεις, ο έρωτας δεν είναι μόνο ο αδιαμφισβήτητος θριαμβευτής και ο μέγας κυρίαρχος: αποτελεί και τον πιο πρόθυμο σύντροφο της τέχνης στις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις της. Όσο κι αν σκεφτούμε, όπως κι αν εξετάσουμε την παραγωγή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, είναι δύσκολο να βρούμε περίπτωση παρόμοια με του Παυλόπουλου. Από τη μια πλευρά το άχθος της πολιτικής και της Ιστορίας, τα βασανισμένα σώματα και τα ηττημένα πνεύματα, από την άλλη ο ζείδωρος λόγος της τέχνης, της ποίησης και του έρωτα. Και στο ενδιάμεσο των δύο κόσμων, ένας από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.