Σύνδεση συνδρομητών

Σελίν: «αναρχικός» ή «δεξιός αναρχικός». Ανάλυση ενός ηχηρού κλισέ

Τετάρτη, 04 Μαρτίου 2026 01:20
Ο Σελίν πιθανόν το 1936, φωτογραφημένος από τον Ανρί Μανουέλ. Αντίτυπο της φωτογραφίας με αφιέρωση στον βιβλιοπώλη Ρομπέρ Κεϊλά.
Henri Manuel
Ο Σελίν πιθανόν το 1936, φωτογραφημένος από τον Ανρί Μανουέλ. Αντίτυπο της φωτογραφίας με αφιέρωση στον βιβλιοπώλη Ρομπέρ Κεϊλά.

1. «Δεξιός αναρχικός»: γέννηση και διφορούμενα ενός οξύμωρου[1]

Όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος είναι «δεξιός αναρχικός», το ερώτημα τίθεται αυτόματα: για ποια «Δεξιά» πρόκειται; Αντεπαναστατική (παραδοσιοκρατική ή αντιδραστική), συντηρητική, φιλελεύθερη, βοναπαρτιστική (ή αυταρχική), λαϊκιστική, εθνικιστική, επαναστατική ή φασιστική; Ή, ακόμα, ρατσιστική και αντισημιτική; Επιπλέον, το να λέμε ότι κάποιος είναι «δεξιός αναρχικός» προϋποθέτει ότι μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποιόν τύπο αναρχισμού απεικονίζει; Ατομικιστικό ή κολεκτιβιστικό, αντικαπιταλιστικό ή ελευθεριακό, πασιφιστικό ή επαναστατικό (ακόμα και τρομοκρατικό), μηδενιστικό ή προοδευτικο-εξελικτικό, άθεο ή χριστιανικό (ή και βουδιστικό); Ενώ η κατηγοριοποίηση «δεξιός αναρχικός» θα έπρεπε να επιτρέπει να ταυτοποιείται πολιτικά το αναφερόμενο άτομο, αποδεικνύεται, μετά τη σχετική ανάλυση, διφορούμενη, αμφίσημη, και μάλιστα αυτο-αντιφατική, οδηγώντας σε σύγχυση. Το γοητευτικό οξύμωρο «δεξιός αναρχικός» θα μπορούσε να γίνει στάχτη στα μάτια. Προσκρούουμε και πάλι στην απατηλή σαφήνεια ενός παράδοξου χαρακτηρισμού ο οποίος έλκει την προσοχή, αλλά όχι για πολύ. Η εξέταση της περίπτωσης Σελίν έχει τη χρησιμότητα μιας απόδειξης για την ισχνή επιχειρησιακή αξία της έννοιας «δεξιός αναρχισμός».

Ο ιστορικός Πασκάλ Ορύ επέλεξε ως υπότιτλο του βιβλίου του για τον δεξιό αναρχισμό το «Για την περιφρόνηση θεωρούμενη ως ηθική», παραδοξολόγο διατύπωση που εκπλήσσει, επερωτά και προτρέπει σε σκέψη. Πρέπει εδώ να εννοήσουμε ότι στην ηθική (morale) του «ανοίγματος στον άλλο» και στη διακηρυσσόμενη από τον χριστιανικό μοραλισμό αγάπη ή στον συμβατικό εναρετισμό που επικεντρώνεται στον αλτρουισμό ή στην «προτεραιότητα του άλλου», ο φανταστικός αναρχοδεξιός αντιπαραθέτει την περί περιφρόνησης υπερ-ηθική του, ελιτιστικής ή αριστοκρατικής ύφανσης, που μπορούμε να την κατανοήσουμε ως αντιεξισωτικό ατομικισμό. Πράγματι, αυτή η αηθική ηθική αντιτίθεται ευθέως στην εξισωτική ηθική των Μοντέρνων, η οποία γίνεται αντικείμενο συμμερισμού ιδιαίτερα από την πλειοψηφία των επαναστατών κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αναρχικών, που στοιχίζονται στην ιδεολογία της προόδου η οποία παίζει το ρόλο κοσμικής θρησκείας.

Ο λεγόμενος «δεξιός» αναρχικός εμφανίζεται ως ένας παράδοξος συντηρητικός αναρχικός με προκλητικό πρόσωπο, πράγμα το οποίο καθορίζει το ύφος ή τη στάση του, εκφράζοντας μια αφ’ υψηλού εξέγερση παρά μια επαναστατική επιθυμία. Αν είναι αποφασιστικά αντιπροοδευτικός, είναι όντως μακριά από το να απορρίπτει όλους τους καταναγκασμούς και όλες τις μορφές της αυθεντίας. Σε καμία περίπτωση δεν κηρύττει την καταστροφή· αντίθετα, διατείνεται ότι υπερασπίζεται την ιδέα μιας δίκαιης τάξης. Δεν μπορούμε να τον πούμε «δεξιό» παρά μόνον γιατί ενδιαφέρεται να διατηρήσει την πολιτισμική του κληρονομιά που ορίζει την ταυτότητά του, μια κληρονομιά απειλούμενη από την φθοροποιό και αποδομητική κίνηση της νεωτερικότητας, η οποία ιεροποιεί τις εξελίξεις, τις επαναστάσεις και τους μετασχηματισμούς.

Αναρχικοί ή παραδοσιοκράτες, οι εχθροί του σύγχρονου κόσμου αναγνωρίζονται στις πολεμικές στάσεις που επιδεικνύουν: στην προκλητικότητα, στον σαρκασμό, ή στην προκλητική αυθάδεια. Στα παμφλέ τους, ένα πολιτικο-λογοτεχνικό είδος που αγαπούν, φαντάζονται τη νεωτερικότητα σαν τρελή μηχανή που ρομποτοποιεί, εξισώνει και γραφειοκρατικοποιεί. Επίσης, εκείνοι τους οποίους ορίζουμε ως «αναρχοδεξιούς» βλέπουν εδώ μια μηχανή που αναμειγνύει και από-εξατομικεύει. Γι’ αυτόν τον λόγο, ως προς αυτό το σημείο, συμπίπτουν με τους παραδοσιοκράτες (ή τους αντιδραστικούς): εκδηλώνουν μια περιφρονητική και συχνά φοβική απόρριψη της δημοκρατίας ως βασίλειο του «ανθρώπου-αγέλη» ή του «μαζανθρώπου», ενσάρκωση μιας ανθρωπότητας βυθισμένης σε τέτοια ασημαντότητα ώστε η γεύση και το νόημα της ελευθερίας της να έχουν γίνει ξένα.  

Από μια πρώτη προσέγγιση, ο συγγραφέας Λουί-Φερντινάντ Σελίν  (Louis-Ferdinand Céline, 1894-1961) ταυτοποιείται ως «δεξιός αναρχικός». Πρέπει όμως αυτό να το δούμε από πιο κοντά.

Bouffer du Juif par Louis Ferdinand Céline

«Κατανάλωση Εβραίων»: άρθρο του Λουί-Φερντινάν Σελίν, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le Magazine, τχ. 306, 16 Μαρτίου 1941. Το άρθρο εικονογραφείται από μια αντισημιτική γελοιογραφία που απεικονίζει τον γάλλο πρωθυπουργό Εντουάρ Νταλαντιέ και τον ηγέτη των σοσιαλιστών Λεόν Μπλουμ, να θυσιάζουν έναν γάλλο στρατιώτη στον «Βισνού» με την ευκαιρία της κήρυξης του πολέμου κατά της ναζιστικής Γερμανίας τον Σεπτέμβριο του 1939.

Téléversé 

2. Ο Σελίν και ο αναρχικός αυτοχαρακτηρισμός: στάση, άρνηση, μισανθρωπία

Ξέρουμε το κλισέ, που έχει υποστηριχθεί και από τον ίδιο τον συγγραφέα: ο Σελίν «αναρχικός», καθώς και τη μαστορεμένη παραλλαγή του από ορισμένους σχολιαστές και θαυμαστές του, τοποθετημένους σαφώς στη Δεξιά: «δεξιός αναρχικός». Ο συγγραφέας όμως, ο οποίος έλεγε για τον εαυτό του ότι είναι «άνθρωπος με στυλ και όχι των ιδεών», έχει χαρακτηριστεί και «αριστερός αναρχικός». Οι σχολιαστές, που με αυτόν τον τρόπο τον αριστεροποίησαν, στηρίχτηκαν στην επιμονή του συγγραφέα να παρουσιάζεται ως προερχόμενος από το «λαό» και ότι μιλά τη «γλώσσα που μιλιέται», τη «λαϊκή γλώσσα», την οποία μετέγραφε και στυλιζάριζε στα μυθιστορήματά του, ξεκινώντας από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, το οποίο εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1932.

Παράβαση που πάραυτα χαιρετιζόταν με θαυμασμό (ανάδυση ενός νέου Ραμπελαί) ή καταγγελόταν με αγανάκτηση και ναυτία – «Ένας ολικός μηδενισμός στάζει, αναβλύζει με θορύβους και οσμές οχετού, σε όλες τις σελίδες [...] αυτής της εποποιίας του μηδενός», γράφει ένας βέλγος κριτικός τον Δεκέμβριο του 1932. Ενίοτε συμπεραίνουν ότι ο συγγραφέας εγγράφεται στο πεδίο της «λαϊκιστικής» λογοτεχνίας, όχι χωρίς να λείπει εδώ ο χαρακτηρισμός του αταξινόμητου.

Συνέβη στον Σελίν να αυτοπαρουσιάζεται ως «αναρχικός», προβάλλοντας την ίδια στιγμή ορισμένες επιφυλάξεις για τη συμπεριφορά των αναρχικών. Πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτό το ετικετάρισμα; Αν ναι, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι αυτός ο «αναρχικός»  δεν έπαψε να αιωρείται ανάμεσα σε στάσεις αναγνωριζόμενες ως δεξιές ή αριστερές, ή ως ακροδεξιές ή ακροαριστερές, χωρίς ποτέ να αναλαμβάνει την ευθύνη της πλήρους υιοθέτησής τους. Εγκαταστάθηκε μέσα στο διφορούμενο και έπαιξε το χαρτί της αμφισημίας, δείχνοντας μια ακατάσχετη επιθυμία για την πρόκληση και τηρώντας αταξινόμητη μη κονφορμιστική στάση.

Δεν θα έπρεπε συνεπώς να αρνηθούμε να τοποθετήσουμε τον Σελίν στο πολιτικό πεδίο που είναι δομημένο από τη διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς; Το «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά» όμως μπορεί να οδηγήσει τόσο στον αναρχισμό όσο και στον φασισμό. Η διαδρομή του Σελίν φαίνεται να είναι μια απεικόνιση αυτού.

Τον Ιούλιο του 1916, σε ένα γράμμα που έστειλε από την Αφρική στην παιδική του φίλη Σιμόν Σαιντού (Simone Saintu), ο νεαρός Λουί Ντεστούς, ο μετέπειτα επονομαζόμενος Λουί-Φερντινάντ Σελίν, της κάνει αυτή την εμπιστευτική εξομολόγηση: «Έχω μία προγεννετήσια φρίκη για τον καταναγκασμό». Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ήταν ελευθεριακού χαρακτήρα. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει το γράμμα του της 7ης Ιουλίου 1916 όπου ομολογεί εμπιστευτικά στην «αγαπητή του Σιμόν», χωρίς να δείχνει μεγάλο έλεγχο στα σημεία στίξης, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε: «Η μεγάλη ελευθερία είναι πράγμα αρκετά μεθυστικό. Όπου και αν οδηγεί συχνά σκληρά τους εραστές της Αλλά είναι για εμένα η ακριβότερη και η μοναδική ερωμένη.»

Στο περιβόητο γράμμα του στον Ελί Φωρ (Élie Faure, 1873-1937, ανιψιός της Élisée Reclus), με ημερομηνία 18 Μαρτίου 1934, ο ήδη διάσημος Λουί-Φερντινάντ Σελίν –ως συγγραφέας του Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας (1932)—εξομολογείτο σε αυτόν που τον χαρακτήριζε «πολύ αγαπητό φίλο» και που τον πίεζε να τον ακολουθήσει στην Αριστερά μετά τις βίαιες διαδηλώσεις της 6ης Φεβρουαρίου 1934: «Αρνούμαι απολύτως, εντελώς, να στρατευθώ εδώ ή εκεί. Είμαι αναρχικός μέχρι μυελού. Πάντα ήμουν, ποτέ δεν θα είμαι τίποτα άλλο. Ολοι με εξέμεσαν, από αυτούς [Izvestia] ώς τους ναζί αξιωματούχους.»

Με αυτόν τον τρόπο ο Σελίν προσπαθούσε να δικαιολογήσει την άρνησή του να ενταχθεί στην κομμουνιστικού προσανατολισμού Οργάνωση των επαναστατών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών. Και προσέθετε: « Καλέ μου φίλε, δεν πρόδωσα κανέναν, δεν ζητώ τίποτα από κανέναν.  Ίσως με τουφεκίσουν…». Ήταν σαν να υποστηρίζει ότι ο αυθεντικός εξεγερμένος έπαιρνε με κουράγιο το ρίσκο να γίνει ένα αθώο θύμα ενός απαίσιου και κομφορμιστικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Ο συγγραφέας όμως δεν σταματά εδώ και, κάνοντας με τον τρόπο του φιλοσοφία, συμπυκνώνει την πεσιμιστική του αντίληψη για το ανθρώπινο είδος: « Διακηρύσσω σε όλους τους τόνους με συγκίνηση την κοινή μας αηδία, για τη Δεξιά και την Αριστερά για τον Άνθρωπο». Το να είναι «αναρχικός», για τον Σελίν σημαίνει πριν απ’ όλα, και ίσως απλά, να αρνείται κάθε στράτευση. Και αυτό, λόγω αθεράπευτης απέχθειας για «τον Άνθρωπο».

Επανερχόμενος επί του θέματος στο γράμμα του της 14ης (Απριλίου;) 1934 πάλι στον Ελί Φωρ, ο Σελίν αντιτίθεται με σφοδρότητα στους στρατευμένους συγγραφείς και αποτολμά να καταστήσει τον εαυτό του υπόδειγμα ελεύθερου συγγραφέα, ισχυριζόμενος: «Είμαι ανέκαθεν αναρχικός, ποτέ δεν ψήφισα, και ποτέ δεν θα ψηφίσω για τίποτα και για κανέναν. Δεν πιστεύω στους ανθρώπους». Όμως, θα προσθέσει, «όλα επιτρέπονται εκτός του να αμφιβάλλουμε για τον Άνθρωπο».

Μοναδική περίπτωση «αναρχικού» ο άνθρωπος αυτός, που περιφρονεί τους ανθρώπους και δεν τους εμπιστεύεται, ο οποίος δηλώνει το 1936 στο Mea culpa: « Ο άνθρωπος είναι η χειρότερη φύτρα! […] Όσο πετάει μια κότα, άλλο τόσο ο Άνθρωπος είναι ανθρώπινος».

 

3. Ανθρωπολογικός πεσιμισμός και κριτική της ουτοπίας

Ο ιδεολογικός εχθρός του Σελίν ήταν ο Ρουσσώ, για τη θέση του περί φυσικής και καταγωγικής καλοσύνης του ανθρώπου. Ο συγγραφέας πολεμούσε κατά του συνήθους ρουσσωισμού των αναρχικών. Σε γράμμα του στον φίλο του Αλμπέρ Παράζ (Albert Paraz, 1899-1957) της 12ης Αυγούστου 1952, ο Σελίν σημείωνε ότι ο πασιφιστής και ελευθεριακός μαχητής Λουί Λεκουάν (Louis Lecoin, 1888-1971), τον οποίον λέει ότι θαυμάζει (γράμμα της 2ας Οκτωβρίου 1950), δεν είχε «ποτέ καταλάβει την ελεεινή απάτη του Ζαν-Ζακ, ο Άνθρωπος είναι καλός και όλοι οι αναρχικοί το ίδιο».

Αναγνώστης του Σοπενάουερ, ο Σελίν πίστευε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ορίζεται ως «το κατεξοχήν κακό ζώο» (έκφραση δανεισμένη από τον Γκομπινώ), ως προς το ότι «κυνηγά τη λεία που δεν του είναι ούτε χρήσιμη ούτε επιζήμια». Σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Αντρέ Παρινώ (André Parinaud) το 1961, ο Σελίν συμπύκνωνε ως εξής την θεμελιωδώς αρνητική του αντίληψη για το ανθρώπινο είδος: «Ο άνθρωπος είναι ένας καταστροφικός και λάγνος γορίλας. Δεν είμαι εγώ που τον επινόησα, είναι ο Ταιν. Και αυτό είναι όλο. Μόνον αυτό είναι, καταστροφικός και λάγνος, γορίλας. Ιδού τι είναι».

Από εδώ απορρέει η σημαντική ομολογία του για την απόρριψη των προοδευτικών ψευδαισθήσεων, των επικεντρωμένων στην προσδοκία ενός «καλύτερου μέλλοντος»: « Δεν τρέφω επιθυμίες για το μέλλον. Αυτό δεν υφίσταται». Αντίθετα με την αποδιδόμενη στον Ρουσσώ θέση, ο Σελίν ήταν πεπεισμένος ότι η τυραννία δεν προερχόταν από την κοινωνία ούτε από το κράτος, αλλά ότι ήταν βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση, όπως βεβαίωνε στο Mea culpa: «Ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ, στον ουρανό και την γη, παρά έναν μόνο τύραννο: τον εαυτό του!».

Στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, βρίσκουμε μία σαφή περίληψη της πεσιμιστικής του αντίληψης για το ανθρώπινο είδος: «Τους ανθρώπους και μόνον τους ανθρώπους πρέπει πάντα να φοβόμαστε». Ποτέ δεν θα αναθεωρήσει αυτή τη δημόσια ομολογία της ανθρωποφοβίας του.

Για τον μισάνθρωπο Σελίν, οι οδύνες των ανθρώπινων όντων δεν προέρχονται ούτε από την κοινωνική δομή, ούτε από το κράτος. Συνεπώς, πώς, μαζί με τους αναρχικούς, να πιστέψει ότι καταργώντας το κράτος οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι και ευτυχισμένοι;

 

4. Από την αναρχική στάση στη στράτευση στον αυταρχισμό

Το ερώτημα είναι αν πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτές τις ηχηρές διακηρύξεις του συγγραφέα, ο οποίος αρεσκόταν να ποζάρει ως αντικομφορμιστής και «καταραμένος ποιητής», ακολουθώντας το υπόδειγμα ενός Φρανσουά Βιγιόν (François Villon). Έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε σκεπτικοί για τον «αναρχισμό» του, ο οποίος μοιάζει πολύ με μια αισθητίζουσα ή «κεκαλυμμένη» στάση. Διστάζουμε ανάμεσα στην υπόθεση μιας στρατηγικής συγκάλυψης των πραγματικών πολιτικών του θέσεων και μιας μορφής λογοτεχνικού δανδισμού που εξυμνεί την ολική ελευθερία του συγγραφέα, την άγρια ανεξαρτησία του, η οποία βεβαιώνεται από την άρνησή του έναντι κάθε στράτευσης.

Όπως όμως ξέρουμε, ο Σελίν στρατεύθηκε σε ένα πολιτικό στρατόπεδο από τότε που δημοσίευσε, στα τέλη του 1937, το κείμενο Φλυαρίες για μια σφαγή (Bagatelles pour un massacre). Την επόμενη χρονιά, στη Σχολή των πτωμάτων (Lcole des cadavres), δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τον Φύρερ: «Ο Χίτλερ είναι ένας καλός τροφός των λαών, είναι με την πλευρά της ζωής, ενδιαφέρεται για τη ζωή των λαών, ακόμα και για τη δική μας. Είναι ένας Άριος». Ασφαλώς, είναι κάτι παραπάνω από δύσκολο να υποστηρίζει κάποιος ότι τέτοια κολακευτικά λόγια είναι λόγια αναρχικού.

Αν πάρουμε στα σοβαρά τα επιχειρήματα του Σελίν που τον παρουσιάζουν ως «αναρχικό», οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι, κατ’ αυτόν, ο «αναρχικός» είναι ένα άτομο που δεν έχει πολιτικές απόψεις και αρνείται να ενταχθεί σε ένα στρατόπεδο ή σε ένα πολιτικό κόμμα, όπως και να ψηφίζει στις εκλογές. Ένα άτομο το οποίο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «απολίτικο» χωρίς ωστόσο να είναι «επαναστάτης», γιατί, γι’ αυτόν, η επαναστατική ελπίδα ανάγεται στο να ελπίζει κανείς ότι «τα σκατά βάλθηκαν να μοσχοβολάνε» (γράμμα της 18ης Μαρτίου 1934 στον Ελί Φωρ). Το 1936 γράφει στον ελευθεριακό συγγραφέα Πιέρ Μπουζύ (Pierre Boujut, 1913-1992): «Δείτε, δεν πρέπει να ασχολούμαστε με τον άνθρωπο. Δεν είναι τίποτα».

Από τότε που εκδόθηκε το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, το οποίο του εξασφάλισε μία απατηλή φήμη αντιμιλιταριστή, ακόμα και πασιφιστή, ο Σελίν κατασκεύασε, διέδωσε και εκμεταλλεύτηκε το πρόσωπό του ως αυτό του ανυπότακτου, απρόσβλητου, επαναστατημένου, εξεγερμένου, εξιδανικεύοντας και μασκαρεύοντας ταυτόχρονα, μέσω της αυτοπαρουσίασής του ως «αναρχικού», την κοινότοπη ατομικιστική και εγωκεντρική του μικροαστική συμπεριφορά που αναζητά αναγνώριση από τους λογοτεχνικούς κύκλους.

Στο σύντομο άρθρο για το Ταξίδι που δημοσιεύθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1932 στην Ουμανιτέ, ο κομμουνιστής διανοούμενος Πωλ Νιζάν (Paul Nizan, 1905-1940) είχε επισημάνει το διφορούμενο του εξεγερμένου συγγραφέα που αρνιόταν να λάβει την κάρτα μέλους του Κόμματος και να ταχθεί με την πλευρά της προλεταριακής επανάστασης. Ενώ χαιρέτιζε τη δύναμη του έργου, συμπέραινε: «Αυτή η καθαρή εξέγερση μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε: ανάμεσά μας, εναντίον μας, ή πουθενά». Από την πλευρά του, ο Λέον Τρότσκι έβλεπε στο Ταξίδι ένα «μυθιστόρημα του πεσιμισμού», «υπαγορευμένου από το δέος μπροστά στη ζωή και από τη βαρεμάρα στην οποία δίνει χώρο αντί για την εξέγερση».

Η υποτιθέμενη «βαθιά αναρχία» του δεν κατέστησε σε καμία περίπτωση τον Σελίν πραγματικό αναρχικό που προσδοκούσε «μια τάξη χωρίς κράτος». Αντίθετα, η «μισερή εξέγερσή» του τον οδήγησε, από τα τέλη του 1937, να στοιχηθεί στον ναζιστικό ολοκληρωτισμό και έπειτα να βουλιάξει στη συνεργασία μαζί του. Ένας αναρχικός μπορεί να λάβει πολλά πρόσωπα, εκτός απ’ αυτό ενός θαυμαστή του κράτους. Αλλά ο Σελίν θα πάει ακόμα μακρύτερα: εκθειάζει το ντρεσάρισμα, το μπαστούνιασμα και τη δικτατορία. Στο Mea culpa, γράφει: «Για να αλλάξει, θα έπρεπε να τον ντρεσάρουμε! Είναι εξημερώσιμος;… Δεν είναι ένα σύστημα που θα τον εξημερώσει! ».

 

5. Ο «δεξιός αναρχισμός» ως φαντασίωση κριτικής εξουδετέρωσης

Στην αλληλογραφία του με τον Αλμπέρ Παράζ, ο Σελίν πολλαπλασιάζει τις αναρχικές διακηρύξεις του χωρίς ποτέ να τις συνοδεύει με μαχητική στράτευση ούτε με συνεκτική σκέψη περί αρχής και εξουσίας. Το επιφώνημα «Ζήτω η Αναρχία όνομα του Θεού» περισσότερο σχετίζεται με μια στάση συγκάλυψης παρά με προσχώρηση σε ένα δόγμα.

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τη δίκη του, κυρίως στο [δημοσιογραφικό και πολιτικό όργανο των αναρχικών] Le Libertaire το 1950, δείχνουν μέχρι ποίου σημείου η αναρχική ετικέτα εφαρμοζόμενη στον Σελίν εδράζεται σε μια διαρκή παρανόηση. Ένα μέρος του ελευθεριακού κινήματος εκφράζει ακόμα και την αγανάκτησή του για την προσοχή που αποδίδεται σε έναν συγγραφέα ο οποίος περιφρονεί τις μάζες και είναι ξένος στους πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες.

Πολλοί ειδήμονες  προέκριναν την υπόθεση μιας χρησιμοθηρικής μεταμφίεσης. Ο Σελίν μαστόρεψε μια εικόνα αναρχικού συγγραφέα ώστε να αποφύγει κάθε σαφή πολιτικό προσδιορισμό, ενώ εμπράκτως στρατεύθηκε στο ναζιστικό στρατόπεδο. Η Αννίκ Ντυραφούρ (Annick Duraffour) το υπογραμμίζει με σαφήνεια: « Κανένας άλλος δεν είναι πιο απομακρυσμένος από τον αναρχισμό όσο ο Σελίν», θυμίζοντας την επιθυμία του για την τάξη, τη στρατιωτική ισχύ και τη φυλετική δικτατορία.

Γοητευτικό αλλά απατηλό οξύμωρο, ο «δεξιός αναρχισμός» εφαρμοζόμενος στον Σελίν επέτρεψε, για ολόκληρες δεκαετίες, να εξουδετερώσει τη στράτευσή του στον ναζισμό. Αυτή η ετικέτα έγινε το διανοητικό παραβάν που απέκρυψε μια πολύ βαριά πολιτική πραγματικότητα. Αποδιδόμενο στον Σελίν, αυτό το σήμα παραμένει απροσδιόριστο και λειτουργεί σαν λέξη-βαλίτσα που επιτρέπει να χαρακτηρίζεται ένα άτομο μιας τέτοιας αντίληψης ως «αντισυστημικό», με αντίτιμο μια μόνιμη εννοιολογική σύγχυση.

Κι όμως, ο σκληρός πυρήνας του αναρχισμού έγκειται στο αίτημα για μια κοινωνική τάξη χωρίς κράτος. Ο Σελίν όμως ποτέ δεν τοποθετήθηκε σε αυτή την προοπτική. Ο ριζοσπαστικός του πεσιμισμός, ο αντιουμανισμός του και η στράτευσή του στην τάξη του ολοκληρωτισμού τον θέτουν εκτός του αναρχικού πεδίου.

 

Συμπέρασμα

Ο Σελίν δεν ήταν αναρχικός. Ο «δεξιός αναρχισμός» εμφανίζεται ως κατηγορία κενή περιεχομένου, λιγότερο αποκαλυπτική για τη σκέψη του συγγραφέα, περισσότερο για τα όρια των συνηθισμένων εργαλείων της πολιτικής ταξινόμησης. Έτσι, η ανάλυση της περίπτωσης Σελίν φωτίζει την ανεπάρκεια των ιδεολογικών ετικετών και την ευθραυστότητα της διαίρεσης Δεξιά / Αριστερά, όταν αυτή χρησιμοποιείται ως οικουμενικό κλειδί κατανόησης του πολιτικού στοιχείου.

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

[1] Το κείμενο που δημοσιεύεται μεταφρασμένο εδώ, στα γαλλικά δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της γαλλικής επιθεώρησης Nouvelle Revue Politique (4/1/2026, https://nouvellerevuepolitique.fr/pierre-andre-taguieff-celine-anarchiste-ou-anarchiste-de-droite-analyse-dun-cliche-clinquant/ ), υπό τον τίτλο: «Céline “anarchiste” ou “anarchiste de droite”, analyse d’un cliché clinquant». Στο τελευταίο βιβλίο του Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, που μόλις εκδόθηκε στα γαλλικά, σχετικό με τον αναρχισμό (Ο Αναρχισμός ή ο φανατισμός της ελευθερίας, L’Anarchisme ou le fanatisme de la liberté, Παρίσι, Éditions de l’Observatoire / Humensis, 2025, 475 σελ.), ο Pierre-André Taguieff αναλύει την προβληματική κατηγορία «δεξιός αναρχισμός», αναφερόμενος και στην περίπτωση Σελίν. Για τους πολιτικούς προσανατολισμούς του Σελίν βλ. Pierre-André Taguieff & Annick Duraffour, Céline, la race, le Juif. Légende littéraire et vérité historique, Παρίσι, Fayard, 2017, 1175 σελ., νέα έκδοση, Παρίσι, Fayard, συλλ. « Pluriel », 2025.

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS. Πιο πρόσφατα βιβλία του στα ελληνικά: Συνωμοσιολογική σκέψη και «θεωρίες συνωμοσίας» (2015), Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του (2017), Ο αντισημιτισμός (2019), H ρεβάνς του εθνικισμού (2021), Σύντομη πραγματεία περί συνωμοσιολογίας (2023). Πιο πρόσφατο βιβλίο του στα γαλλικά, Le Nouvel Âge de la bêtise (2023). 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.