Η μεγάλη αφηγηματική αρετή του ντοκυμαντέρ-αφιερώματος στη 17 Νοέμβρη είναι η ανάδειξη πρωτογενών μαρτυριών, που εντυπώνονται, για τα καλά, στο μυαλό του τηλεθεατή. Σταχυολογώ συνοπτικά. Εικόνα πρώτη: ένα παιδί βλέπει, μπροστά στα μάτια του, τον μπαμπά του να «εκτελείται» από την οργάνωση Αντικρατική Πάλη. Οι αστυνομικοί το βρίσκουν, μετά το φονικό, με τα μάτια κατάλευκα από το σοκ. Οι κόρες των ματιών του παιδιού είχαν εξαφανιστεί, τα μάτια του είχαν «τουμπάρει» (μαρτυρία Φώτη Νασιάκου) από τον τρόμο. Εικόνα δεύτερη: η κόρη ενός θύματος, ενός Αμερικανού, εξομολογείται στην κάμερα. Με τον μπαμπά της δε μιλούσαν πολύ, είχαν κάπως ψυχρανθεί. Ένα μήνα πριν τον σκοτώσουν, του είχε ταχυδρομήσει ένα συμφιλιωτικό γράμμα. Δεν της απάντησε ποτέ. Έκτοτε, μια ζωή την καταδιώκει το βασανιστικό ερώτημα: δεν ήθελε ή δεν πρόλαβε να απαντήσει στο γράμμα της; Ή μήπως δεν πρόλαβε, καν, να το διαβάσει; Ο θάνατος ξέκοψε, απότομα και τελεσίδικα, κάθε ελπίδα συναισθηματικής επανασύνδεσης, αφήνοντας πίσω μόνο αναπάντητα ερωτηματικά. Η ίδια, φυσικά, ακόμη δεν έχει ξεπεράσει το φονικό, δεν θα το ξεπεράσει ποτέ. Εικόνα τρίτη: Η μικρή κόρη κάποιου άλλου θύματος τρέχει πίσω από το φέρετρο, γραπώνοντας με τα χεράκια της την απλωμένη σημαία: «μπαμπά μου, πού σε πάνε;». Γυρίζει στον Φώτη Νασιάκο, με μάτια ικετευτικά: «κύριε Φώτη, πότε θα τους πιάσετε;» Εικόνα τέταρτη: το θύμα εντοπίζεται ακέφαλο από την έκρηξη βόμβας της οργάνωσης. Το κεφάλι έχει εκτιναχθεί σε έναν κήπο και η αστυνομία το εντοπίζει μετά από αρκετό ψάξιμο. Αυτό το φριχτό κατάλοιπο της ανατίναξης το παρέλαβε, βέβαια, μέσα σε ένα κουτί, κάποιο άλλο παιδί, για να το θάψει. Ήταν ο μπαμπάς του.
Απέναντι σε τούτο τον απέραντο πόνο, ένας γηραλέος φονιάς εμφανίζεται να παραληρεί, μπροστά στην κάμερα του Παπαχελά, για τον Τσεγκεβάρα και τον κομμουνισμό, τον «κομμουνιστή παππού» του και τις μεγάλες ιδέες. Το «σύστημα», βέβαια, που «πολέμησε» ήταν κάποιοι σκοτωμένοι μπαμπάδες, σύζυγοι και γιοι. Οι παγίδες που έστηνε στα θύματά του δεν πέτυχαν τίποτε άλλο παρά τον, κατά κυριολεξία, «στόχο» τους. Ο δήθεν ρομαντισμός του ήταν, στη βάση του, δολοφονικός ιδεασμός: «με πυροβολούσε, πηδούσε και γελούσε» θα πει ένα θύμα, για τους δολοφόνους της 17 Νοέμβρη. Οι σφαίρες που του κάρφωσαν παραμένουν, ακόμη, σφηνωμένες στο κορμί του, τριάντα χρόνια μετά.
Ο Αλέξης Παπαχελάς, με τούτη τη ζωντανή αντιπαραβολή εικόνων, αφηγήσεων και μαρτυριών, καταφέρνει, τελικά, το μεγαλύτερο πλήγμα στο «ηθικό πλεονέκτημα» της τρομοκρατίας. Εξανθρωπίζει τα θύματά της, ανακτώντας την ανθρώπινή τους υπόσταση: δεν καταγράφονται, πλέον, ως απρόσωποι «στόχοι» και «χτυπήματα», αλλά ως κάτι πολύ πιο απλό, οικείο και προσωπικό: ως σκοτωμένοι μπαμπάδες. Ο αυτοπροβαλλόμενος «ρομαντισμός» του «επαναστάτη» που μιλά, με νοσταλγία, στην κάμερα, για τα έργα και τις ημέρες του, αντιπαραβάλλεται, εκ των πραγμάτων, στην κτηνωδία και στην ωμότητα των πράξεών του. Επανέρχεται –για μια ακόμη φορά– το ρητορικό ερώτημα που είε απευθύνει ο εκλιπών Γιώργος Βότσης, το 1988, στον –αόρατο τότε– τρομοκράτη της 17 Νοέμβρη: «ποια ηθική, ποια δικαιοσύνη, ποιον ουμανισμό αντιπαραθέτεις, με το πρότυπο που παρέχει η δράση σου;» Το να δώσεις βήμα σε κάποιον, τελικά, δεν σημαίνει μόνον ότι τον προβάλλεις, αλλά και ότι τον εκθέτεις. Στην περίπτωσή μας, μάλιστα, ο «βασιλιάς» δεν είναι απλά γυμνός. Είναι ένας κοινός, κατά συρροή, δολοφόνος. Και φαίνεται.