Αν όμως αυτές οι θέσεις μεταφερθούν από το επίπεδο της θεωρίας στο πεδίο της πραγματικής γεωπολιτικής, εμφανίζεται αμέσως το πρόβλημα της πραγματικότητας. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δεν κινείται από καλές προθέσεις ούτε από ηθικές εκκλήσεις, αλλά από συσχετισμούς ισχύος. Τα κράτη που αμφισβητούν σύνορα ή διεκδικούν γεωπολιτικά πλεονεκτήματα δεν ανακόπτονται επειδή ο αντίπαλος επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα ή επειδή δηλώνει ότι επιθυμεί την αποκλιμάκωση των στρατιωτικών ανταγωνισμών. Η ιστορία του 20ού αιώνα είναι απολύτως σαφής. Οι θεωρίες περί διεθνισμού και υπέρβασης των εθνικών ανταγωνισμών δεν εμπόδισαν τη Σοβιετική Ένωση να μετατραπεί σε μια από τις πιο ισχυρά εξοπλισμένες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου ούτε να χρησιμοποιήσει την ισχύ της όταν το έκρινε αναγκαίο: στην Ουγγαρία το 1956, στην Τσεχοσλοβακία το 1968, αργότερα στο Αφγανιστάν. Η γεωπολιτική δεν αναστέλλεται από ιδεολογικές διακηρύξεις. Ακόμη και καθεστώτα που διακήρυτταν την κατάργηση της διεθνούς ισχύος κινήθηκαν τελικά μέσα στους ίδιους κανόνες ισχύος που διέπουν την ιστορία των κρατών.
Αν μια χώρα υποβαθμίσει την αποτροπή και θεωρήσει δευτερεύουσες τις στρατηγικές συμμαχίες της, στην ουσία αφαιρεί μόνη της τα εργαλεία με τα οποία υπερασπίζεται την κυριαρχία της. Σε μια τέτοια περίπτωση η πολιτική της ασφάλειας μετατρέπεται σε αφηρημένη ηθική στάση: η χώρα δηλώνει ότι επιθυμεί ειρήνη ενώ ο αντίπαλος υπολογίζει την ισχύ. Και όταν η ισχύς απουσιάζει, οι διακηρύξεις δεν λειτουργούν ως άμυνα.
Η διεθνής ιστορία δεν γνωρίζει παραδείγματα κρατών που διασφάλισαν την κυριαρχία τους με διακηρύξεις καλών προθέσεων· την εξασφάλισαν με ισχύ, αποτροπή και συμμαχίες. Χωρίς αυτά, η πολιτική κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα παράδοξο: να υπερασπίζεται κανείς τα δικαιώματα και την ειρήνη, ενώ ταυτόχρονα αφήνει απροστάτευτη την ίδια την προϋπόθεση που τα καθιστά δυνατά, την ύπαρξη και την κυριαρχία του κράτους.
Η αντίθεση αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής στην ελληνική πολιτική σκηνή μετά το 2019, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τρεις κρίσιμες προκλήσεις: την κρίση στον Έβρο το 2020, όταν η Τουρκία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τις μεταναστευτικές ροές ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης· την κλιμάκωση των ελληνοτουρκικών εντάσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, με συνεχείς αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων· και τη σύναψη νέων στρατηγικών αμυντικών συμφωνιών της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, οι οποίες επιδίωξαν να ενισχύσουν την αποτρεπτική ισχύ της χώρας μέσα σε ένα ολοένα πιο ασταθές περιφερειακό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θεωρητικές αντιλήψεις για την ασφάλεια βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις πιεστικές απαιτήσεις της πραγματικής γεωπολιτικής.
Η βαθύτερη ιδεολογική γραμμή που διατρέχει το χώρο της ελληνικής Αριστεράς, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις της, αφορά τελικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ίδια την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Πίσω από τις διαφορετικές ρητορικές αποχρώσεις, από τον «ευρωπαϊσμό» του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τον αντιιμπεριαλιστικό λόγο του ΚΚΕ και τις μεταεθνικές αναφορές μικρότερων σχηματισμών, διακρίνεται μια κοινή φιλοσοφική αφετηρία: η δυσπιστία απέναντι στο εθνικό κράτος ως πρωταρχικό φορέα πολιτικής νομιμοποίησης.
Η παράδοση αυτή έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Η ελληνική Αριστερά συγκροτήθηκε μέσα στο ιδεολογικό περιβάλλον της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της σοβιετικής πολιτικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Στον πυρήνα αυτής της παράδοσης βρισκόταν η ιδέα ότι τα εθνικά κράτη δεν αποτελούν την τελική μορφή πολιτικής οργάνωσης αλλά ιστορικά μεταβατικές εκφράσεις ταξικών συσχετισμών. Από αυτή την οπτική, οι διεθνείς συμμαχίες, οι γεωπολιτικές ισορροπίες ισχύος και η ίδια η έννοια της αποτροπής αντιμετωπίζονταν συχνά ως δευτερεύοντα ζητήματα μπροστά στον ευρύτερο στόχο της υπέρβασης των εθνικών ανταγωνισμών.
Η συγκρότηση της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς πραγματοποιήθηκε ακριβώς μέσα σε αυτό το διεθνές πολιτικό πλαίσιο. Από τη δεκαετία του 1920 το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα εντάχθηκε σε ένα σύστημα σκέψης που αντιμετώπιζε τα εθνικά κράτη κυρίως ως προϊόντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και όχι ως μόνιμες πολιτικές οντότητες. Ζητήματα που σε άλλες πολιτικές παραδόσεις θεωρούνται θεμελιώδη, όπως η εθνική κυριαρχία ή η γεωπολιτική ισχύς, ερμηνεύονταν κυρίως μέσα από το πρίσμα της ταξικής πάλης και της διεθνούς επανάστασης.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής υπήρξε η θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το «μακεδονικό ζήτημα», σύμφωνα με την οποία υποστηριζόταν η δημιουργία μιας ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας στο πλαίσιο μιας βαλκανικής σοσιαλιστικής ομοσπονδίας. Η θέση αυτή δεν αποτελούσε απλώς μια τακτική επιλογή· αντανακλούσε μια βαθύτερη αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα εθνικά σύνορα θεωρούνταν ιστορικά μεταβατικές μορφές που μπορούσαν να αναδιαταχθούν στο πλαίσιο μιας διεθνιστικής πολιτικής προοπτικής.
Οι εμπειρίες της δεκαετίας του 1940 ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή την οπτική. Ο εμφύλιος πόλεμος και η ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο διαμόρφωσαν μια πολιτική κουλτούρα βαθιά καχύποπτη απέναντι στο ελληνικό κράτος και στις δυτικές συμμαχίες του. Στη μεταπολεμική Αριστερά το κράτος εμφανιζόταν συχνά ως μηχανισμός καταστολής και όχι ως θεσμός εθνικής αυτοπροστασίας. Έτσι η έννοια της κρατικής ισχύος συνδέθηκε περισσότερο με την αυταρχική εξουσία παρά με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας.
Η μεταπολιτευτική περίοδος δεν ανέτρεψε πλήρως αυτή την παράδοση. Αντίθετα, τη μετέφερε σε νέα πολιτικά συμφραζόμενα. Η ελληνική Αριστερά ενσωμάτωσε ισχυρά στοιχεία ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και δικαιωματικού λόγου, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τη βαθύτερη δυσπιστία της απέναντι στο κράτος ως φορέα γεωπολιτικής ισχύος. Ο διεθνισμός του παλαιού κομμουνιστικού κινήματος συνδέθηκε έτσι με έναν νέο λόγο υπερεθνικών θεσμών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολυμερούς διακυβέρνησης.
Ωστόσο η εξέλιξη του διεθνούς συστήματος δεν επιβεβαίωσε αυτή την προσδοκία υπέρβασης των κρατών. Αντίθετα, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και ιδιαίτερα στον 21ο αιώνα, η γεωπολιτική ισχύς επανήλθε στο κέντρο των διεθνών σχέσεων. Τα κράτη όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν αλλά επανεμφανίστηκαν ως οι βασικοί δρώντες ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο ανταγωνισμό ισχύος.
Σε αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον οι παραδοσιακές αντιλήψεις της ελληνικής Αριστεράς για το κράτος και την κυριαρχία βρίσκονται αντιμέτωπες με μια δύσκολη προσαρμογή. Οι ιστορικές τους ρίζες βρίσκονται σε έναν πολιτικό κόσμο που είχε ως ορίζοντα την υπέρβαση των εθνικών ανταγωνισμών. Ο σημερινός κόσμος όμως λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες: η κυριαρχία, η αποτροπή και οι στρατηγικές συμμαχίες παραμένουν οι βασικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων τα κράτη προστατεύουν την πολιτική τους ύπαρξη.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό στην περίπτωση της Ελλάδας. Η χώρα βρίσκεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές ζώνες του κόσμου, απέναντι σε μια περιφερειακή δύναμη που αμφισβητεί ρητά το καθεστώς του Αιγαίου και έχει διατυπώσει αναθεωρητικές διεκδικήσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η εθνική κυριαρχία δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια αλλά πρακτικό ζήτημα επιβίωσης του κράτους.
Γι’ αυτό και οι στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας την τελευταία δεκαετία κινούνται προς την ενίσχυση ενός πλέγματος συμμαχιών. Οι συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία εντάσσονται σε αυτή τη λογική, όπως και η βαθύτερη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ.
Η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ έχει ιδιαίτερη σημασία για τρεις λόγους: αφορά την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, μιας περιοχής όπου ενεργειακοί πόροι, θαλάσσιες οδοί και γεωπολιτικές ισορροπίες διασταυρώνονται· προσφέρει τεχνολογική και στρατιωτική συνεργασία σε τομείς υψηλής στρατηγικής αξίας, από τα συστήματα αεράμυνας μέχρι την επιτήρηση θαλασσίων περιοχών· και δημιουργεί έναν άξονα σταθερότητας ανάμεσα σε κράτη που αντιμετωπίζουν παρόμοιες αναθεωρητικές πιέσεις.
Η ελληνική Αριστερά αντιμετωπίζει συχνά αυτή τη συνεργασία με επιφυλακτικότητα ή ιδεολογική καχυποψία, κυρίως λόγω της παραδοσιακής της στάσης απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα και της ιστορικής της αντιπαράθεσης με τη δυτική στρατηγική στην περιοχή. Ωστόσο η γεωπολιτική πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου δεν διαμορφώνεται από ιδεολογικές συμπάθειες αλλά από συσχετισμούς ισχύος και συμφερόντων.
Το αποτέλεσμα είναι μια χαρακτηριστική αντίφαση. Ενώ η Αριστερά δηλώνει ότι επιδιώκει ειρήνη, σταθερότητα και σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ταυτόχρονα αντιμετωπίζει με καχυποψία τα βασικά εργαλεία που καθιστούν δυνατή την υπεράσπιση αυτών των αρχών: την αποτροπή, τις στρατηγικές συμμαχίες και την ισορροπία ισχύος.
Τελικά το ζήτημα δεν είναι απλώς ιδεολογικό αλλά βαθιά πολιτικό και ιστορικό. Οι κοινωνίες μπορούν να διαφωνούν για το εύρος των δικαιωμάτων, για το μέγεθος του κράτους ή για τη μορφή της οικονομίας. Υπάρχει όμως ένα σημείο όπου όλες αυτές οι διαφωνίες προϋποθέτουν κάτι πιο θεμελιώδες: την ύπαρξη ενός κράτους ικανού να προστατεύει την κυριαρχία του.
Χωρίς αυτή τη βάση, καμία πολιτική αρχή, ούτε η ελευθερία ούτε η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ως πραγματική συνθήκη ζωής. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων το υπενθυμίζει με τρόπο επίμονο: τα κράτη που αγνοούν τη σημασία της ισχύος δεν καταργούν τους ανταγωνισμούς· απλώς μετατρέπονται σε αντικείμενό τους. Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική δεν έχει εξαφανιστεί αλλά επιστρέφει με νέα ένταση, η υπεράσπιση της κυριαρχίας δεν αποτελεί εθνικιστική εμμονή αλλά τον ελάχιστο όρο πολιτικής αυτονομίας μιας δημοκρατίας. Χωρίς αυτόν, όλες οι άλλες αξίες παραμένουν ευγενείς διακηρύξεις χωρίς έδαφος πάνω στο οποίο να σταθούν.