Σύνδεση συνδρομητών

Στις ερήμους της Μεσοποταμίας

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2025 00:31
Το περσικό δίπλωμα οδήγησης της Αννεμαρί Σβάρτσενμπαχ, που φέρει και μια σφραγίδα από το Βελγικό Κονγκό.
Αρχείο Roberta Craiola
Το περσικό δίπλωμα οδήγησης της Αννεμαρί Σβάρτσενμπαχ, που φέρει και μια σφραγίδα από το Βελγικό Κονγκό.

Εδώ και μερικούς μήνες, ο Γιώργος Πινακούλας κρατά μια νέα ρουμπρίκα στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, με γενικό τίτλο «Σημειώσεις στο περιθώριο». Από σήμερα, αρχίζει η αναδημοσίευση και στην ηλεκτρονική μας έκδοση της εργασίας του - με την ύλη του τεύχους 160.

ΣΤΙΣ ΕΡΗΜΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ. Η Αννεμαρί Σβάρτσενμπαχ –με την προσωπικότητα και το έργο της οποίας έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή το ελληνικό αναγνωστικό κοινό χάρη στον χαλκέντερο μεταφραστή Γιάννη Κοιλή– έζησε μια σύντομη, έντονη και τελικά τραγική ζωή. Πέθανε το 1942, σε ηλικία μόλις τριάντα τεσσάρων ετών, αφού πρώτα πρόλαβε να ερωτευτεί και να την ερωτευτούν άντρες και γυναίκες, να ταξιδέψει σε όλο σχεδόν τον κόσμο και να γράψει πλήθος βιβλίων. Ο βραχύς βίος της αφιερώθηκε απόλυτα στην αναζήτηση της ελευθερίας από κάθε σύμβαση και κάθε κοινωνικό καταναγκασμό: αντισυμβατική και εξεγερσιακή, δοκίμασε κάθε είδους ναρκωτικά και βίωσε κάθε είδους ερωτικές εμπειρίες περιπλανώμενη στην Ευρώπη, στη Ρωσία, στην Περσία, στην Αμερική και μπαινοβγαίνοντας σε ψυχιατρεία. Μια πραγματικά εκρηκτική προσωπικότητα, που άφησε όμως ελάχιστα ίχνη της παρουσίας της στον κόσμο, διωγμένη εν ζωή αλλά και μετά θάνατον από την οικογένειά της, και κυρίως από τη μητέρα της.

Η Ευτυχισμένη κοιλάδα (Νήσος, 2024) είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά. Εδώ ο αναγνώστης παρακολουθεί το ταξίδι της συγγραφέως στο μεσοπολεμικό Ιράν, παρότι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι άνδρας – απόκρυψη και αποκάλυψη ταυτόχρονα της ομοφυλοφιλικής σεξουαλικότητάς της. Το βιβλίο βασίζεται στις ανταποκρίσεις που έκανε η Σβάρτσενμπαχ για ελβετικές εφημερίδες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών της στην Περσία το 1933 και το 1935. Εδώ όμως τα δημοσιογραφικά κείμενα έχουν μεταπλαστεί σε λογοτεχνία υψηλής ποιότητας. «Είναι να απορώ που κάποιες φορές τα μάτια μου γυρεύουν να τυφλωθούν και να βρουν γαλήνη σε μια απλανή κοιλάδα του φεγγαριού; Αλλά ύστερα από λίγο κυνηγάω τσακάλια στις ερήμους της Μεσοποταμίας, όπου τα αρχαία κανάλια χάνονται μέσα στην άμμο, τα αρχαία φράγματα κατέρρευσαν, τα ποτάμια άλλαξαν τον ρου τους και οι πολιτείες, που άλλοτε τρέφονταν στις όχθες τους, έγιναν σκόνη και βούλιαξαν. Χτυπάω αγριόπαπιες στους βάλτους του Μπιρς Νιμρόντ, ξαπλώνω στη σκιά του Πύργου της Βαβέλ, και το πρωί βαδίζω στα νεκρωμένα σοκάκια, ανεβαίνω στους καταφαγωμένους λόφους, όπου άλλοτε δέσποζαν ο πύργος και ο ναός, και άδικα ψάχνω να δω τους κρεμαστούς κήπους. […] Πολύ έμεινα στον τόπο αυτό, που μάζεψε τα εφτά θαύματα του κόσμου και το μεγαλείο της αμαρτίας. Άλλοτε περπατούσε ο ήρωας Γκιλγκαμές στων αλόγων τα λιβάδια –οι μηροί του ήταν ντυμένοι στον χαλκό– και οι άνθρωποι ζούσαν σε πλεκτές καλύβες από άχυρα και καλάμια. Ο Άβελ φύλαγε τα κοπάδια του πατέρα του και άναβε φωτιά για τη θυσία του. Και γενειοφόροι άγγελοι φρουρούσαν τους λάκκους των λεόντων.» (σελ. 95-96)

 

ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΡΕΟΛΑ. Στο εκτενές και κατατοπιστικό μελέτημά του «Χουάν Χοσέ Αρρεόλα: Rara avis της μεξικανικής λογοτεχνίας», που συνοδεύει ως επίμετρο την ελληνική έκδοση του Ζωολογίου (Loggia, 2024), ο Κώστας Βραχνός, μεταφραστής του βιβλίου, κάνει πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για το χιούμορ του σπουδαίου μεξικανού συγγραφέα. Ο Αρρεόλα πίστευε ακράδαντα πως η λογοτεχνία, και γενικά η κουλτούρα, είναι παιγνιώδης και οφείλει να μας κάνει χαρούμενους. Ο ίδιος ο Αρρεόλα «ανήκει στη συνομοταξία των “μπουφόνων”» και «βλέπει τον επίγειο βίο με όρους θεάτρου ή, μάλλον, κωμικού θεάματος». Ένα από τα μυστικά της πρόζας του λοιπόν είναι «ο κόσμος του θεάματος του δρόμου, του πανηγυριού, του τσίρκου και των πρωταγωνιστών τους: πλανόδιοι πωλητές, σαλτιμπάγκοι, θηριοδαμαστές, τσαρλατάνοι και περιστασιακοί ηθοποιοί». Παρότι όμως το χιούμορ του πλησιάζει τον μεσαιωνικό κόσμο, παρότι είναι καρναβαλικό, σκωπτικό και καυστικό, διαφοροποιείται από το μεσαιωνικό αναγεννητικό χιούμορ, γιατί «κρύβει μια κριτική απέναντι στην κοινωνία και μια απεγνωσμένη υπαρξιακή αγωνία» (σελ. 122-123). Σε κάθε περίπτωση πάντως, το γέλιο του Αρρεόλα παραμένει γέλιο: «Μπορεί να έχει απολεσθεί αμετακλήτως η αναγεννητική δύναμη της γελαστικής αρχής, για την οποία κάνει λόγο ο Μπαχτίν, ωστόσο δεν πέφτουμε ποτέ στο μηδενιστικό χιούμορ των κειμένων του θεάτρου του παραλόγου» (σελ. 126). Το χιούμορ του Αρρεόλα τελικά «δεν μας κάνει μόνο να σκάμε στα γέλια, αλλά μας οδηγεί και στο να χαμογελάμε συμπονετικά με τον άνθρωπο και τις απίθανες χίμαιρές του» (σελ. 128).

Όποιος διαβάζει το Ζωολόγιο, διαπιστώνει πως ο μεγάλος Μεξικανός συγγραφέας, μαθητής του Μπόρχες κι επιστήθιος φίλος του Χουάν Ρούλφο, κατορθώνει να συνδυάσει περίτεχνα το σπαρταριστό χιούμορ, τη λεπτή ειρωνεία και την τρυφερή ενσυναίσθηση: «Μ’ όλες τις τεχνικές υπερβολές της, οι οποίες δυσχεραίνουν εξαιρετικά τον καλπασμό και τους έρωτές της, η καμηλοπάρδαλη αντιπροσωπεύει καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο τους παραλογισμούς του πνεύματος: ψάχνει στα ύψη αυτό που άλλοι βρίσκουν κοντά στο έδαφος. Όμως, καθώς τελικά πρέπει να σκύβει πότε πότε για να πίνει το κοινό για όλους νερό, αναγκάζεται να κάνει τα ακροβατικά της αντίστροφα. Κατέρχεται, τότε, στο επίπεδο των γαϊδουριών.» (σελ. 59)

 

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΠΠΟΛΑ. Το δεύτερο μισό του 2024, και ιδίως τους τρεις τελευταίους μήνες, κατά τους οποίους η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους ανά τον κόσμο, η πλειονότητα των κριτικών επιδόθηκε στο άχαρο και μάταιο έργο της δυσφήμισης του αριστουργήματος του Κόππολα. Το κοινό, ομοίως, παρασυρμένο από τους κριτικούς είτε και λόγω της απαιδευσίας του, γύρισε την πλάτη στην ταινία. Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα εξαίσιο έργο, όπως πολύ όμορφα το διατυπώνει στην κριτική του για την ταινία ο Βαγγέλης Βίτσικας: «Για να απολαύσει κανείς μια τόσο ιδιαίτερη ταινία όπως το Megalopolis, απαιτείται να ξεχάσει ό,τι γνωρίζει ως αισθητικό ή αφηγηματικό κανόνα του κινηματογράφου. Ο 85χρονος Coppola εφευρίσκει από την αρχή μια νέα γλώσσα, μια νέα αφηγηματική οδό, κι όλα αυτά ενώ διηγείται ένα πολύ απλό, στην όψη τουλάχιστον, παραμύθι που σε πολλούς θα φανεί απλοϊκό, στην πραγματικότητα όμως είναι απολύτως ταιριαστό με την έννοια της παραβολής, που ήδη από τους τίτλους αρχής προσεταιρίζεται η ταινία. Το Megalopolis, με άλλα λόγια, δε μοιάζει με καμιά ταινία που έχουμε παρακολουθήσει στο παρελθόν, δεν είναι φιλική προς το κοινό και γι’ αυτό η αναγνώριση που της πρέπει θα αργήσει να έρθει – αλλά θα έρθει».[1]

  

[1] http://www.cinemanews.gr/v5/movies.php?n=12927

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.