Η υπόθεση δεν ήταν απλώς μια αρχειακή διαπραγμάτευση. Το γεγονός ότι η αγορά θα κατέληγε, έστω και εμμέσως, στην οικονομική ενίσχυση της χήρας ενός ανθρώπου που θεωρούνταν υπεύθυνος για ανυπολόγιστη ζημιά στις βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας, μετέτρεψε το ζήτημα σε πολιτικά και ηθικά εκρηκτικό. Η διαχείρισή του ανέδειξε τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη θεσμική ανεξαρτησία της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, τη δημόσια μνήμη και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιλέγει να παρεμβαίνει χωρίς να φαίνεται.
Τον Οκτώβριο του 1993, η Βρετανική Βιβλιοθήκη ενημέρωσε διακριτικά την Ντάουνινγκ Στριτ ότι η Ρουφίνα Φίλμπι, χήρα του κατασκόπου, προσέφερε προς πώληση το πλήρες προσωπικό του αρχείο έναντι 68.000 λιρών. Στον πυρήνα του υλικού βρίσκονταν το αδημοσίευτο αυτοβιογραφικό χειρόγραφο του Φίλμπι, οι διαλέξεις που είχε δώσει στη Μόσχα ως εκπαιδευτής της KGB, το ημερολόγιο της περιόδου της Βηρυτού πριν από τη φυγή του, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του λεγόμενου «England Course», καθώς και αλληλογραφία με πρόσωπα όπως ο Γκράχαμ Γκριν, ο Γκάι Μπέρτζες και ανώτερα στελέχη των σοβιετικών υπηρεσιών. Για τους ιστορικούς των μυστικών υπηρεσιών και της υπόθεσης των «Πέντε του Κέιμπριτζ», επρόκειτο για πραγματικό θησαυρό.
Ο ανώτερος βιβλιοθηκονόμος Μάικλ Μπόρρι ενημέρωσε την κυβέρνηση ότι η διοίκηση της Βρετανικής Βιβλιοθήκης θεωρούσε το υλικό εξαιρετικής σημασίας και πίστευε πως έπρεπε να καταλήξει σε βρετανικό δημόσιο ίδρυμα. Παράλληλα, υπογράμμιζε ότι δεν υπήρχε πρόθεση χρήσης δημόσιων πόρων και ότι εξεταζόταν η λύση ιδιωτικής χρηματοδότησης. Στους διαδρόμους του Γουάιτχολ άρχισε τότε να κυκλοφορεί το όνομα του Μαξ Χέιστινγκς, τότε διευθυντή της Daily Telegraph, ιστορικού και γνωστού συλλέκτη αρχείων, ως πιθανού μεσολαβητή ή δωρητή.
Η αντίδραση της κυβέρνησης υπήρξε άμεση και έντονη. Στο επίκεντρο βρέθηκε το Cabinet Office, δηλαδή το κεντρικό επιτελικό όργανο του βρετανικού κράτους που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον πρωθυπουργό, το υπουργικό Συμβούλιο και τον κρατικό μηχανισμό. Το Cabinet Office δεν είναι απλώς μια διοικητική υπηρεσία· είναι ο θεσμός που επιβλέπει τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής, ζητήματα εθνικής ασφάλειας και τη συνοχή της δημόσιας διοίκησης. Από αυτή τη σκοπιά, η υπόθεση Φίλμπι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ουδέτερη.
Για τους αξιωματούχους, το πρόβλημα δεν ήταν τεχνικό αλλά βαθύτατα ηθικοπολιτικό. Υπήρχε έντονος φόβος δημόσιας κατακραυγής αν γινόταν γνωστό ότι ένας εθνικός πολιτιστικός θεσμός, έστω μέσω ιδιώτη, συνέβαλλε στην οικονομική ωφέλεια της οικογένειας ενός ανθρώπου που θεωρούνταν υπεύθυνος για το θάνατο δυτικών πρακτόρων. Ταυτόχρονα, μια απευθείας εντολή προς τη Βρετανική Βιβλιοθήκη θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραβίαση της θεσμικής της ανεξαρτησίας, προκαλώντας σοβαρή ένταση στις σχέσεις κράτους και πολιτιστικών θεσμών.
Η λύση που επελέγη ήταν χαρακτηριστικά βρετανική: σιωπηλή, ανεπίσημη και αποτελεσματική. Μέσω του υπουργείου Εθνικής Κληρονομιάς, ο μόνιμος γραμματέας Χέιντεν Φίλιπς ανέλαβε να συναντήσει ανεπίσημα τον σερ Άντονι Κένι, πρόεδρο των επιτρόπων της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Χωρίς γραπτές οδηγίες και χωρίς δημόσιες δηλώσεις, ο Φίλιπς εξήγησε ότι η κυβέρνηση θα προτιμούσε να μην υπάρξει καμία εικόνα εμπλοκής της Βιβλιοθήκης σε μια τέτοια συναλλαγή, καθώς η κοινή γνώμη θα μπορούσε να αντιδράσει έντονα. Το ζήτημα, όπως τόνισε, δεν αφορούσε την αρχειακή πολιτική καθαυτή αλλά τη δημόσια εικόνα και τη διαχείριση της μνήμης.
Ο Κένι, με ακαδημαϊκή ευαισθησία και επίγνωση των θεσμικών ισορροπιών, αποδέχθηκε ότι η Βιβλιοθήκη δεν έπρεπε να εμφανιστεί ως ενεργός παράγοντας στην αγορά. Αν και αναγνώριζε ότι το υλικό θα μπορούσε «κάποτε» να έχει θέση σε δημόσια συλλογή, συμφώνησε να αποσυρθεί κάθε πρωτοβουλία. Έτσι, χωρίς ανακοινώσεις και χωρίς θόρυβο, το ενδιαφέρον της Βρετανικής Βιβλιοθήκης εγκαταλείφθηκε.
Το αρχείο, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκε. Λίγα χρόνια αργότερα, η Ρουφίνα Φίλμπι το διέθεσε μέσω του οίκου Sotheby’s, όπου πωλήθηκε για περίπου 150.000 λίρες — υπερδιπλάσιο ποσό από την αρχική προσφορά. Η τιμή αυτή επιβεβαίωσε τόσο τη διαρκή γοητεία της υπόθεσης Φίλμπι όσο και τη μοναδικότητα του υλικού, μεγάλο μέρος του οποίου αξιοποιήθηκε στη συνέχεια σε βιογραφίες, ιστορικές μελέτες και δημοσιογραφικές έρευνες.
Το περιεχόμενο του αρχείου προσφέρει μια σπάνια ματιά στο πώς ο ίδιος ο Φίλμπι αντιλαμβανόταν το ρόλο και την προδοσία του. Το αδημοσίευτο αυτοβιογραφικό υλικό και οι διαλέξεις του στη Μόσχα αποκαλύπτουν την προσπάθειά του να οικοδομήσει ένα αφήγημα ηθικής νομιμοποίησης, ενώ το ημερολόγιο της Βηρυτού καταγράφει με ακρίβεια τις επιχειρησιακές του αγωνίες και τις συνθήκες που οδήγησαν τελικά στη φυγή του. Το εκπαιδευτικό υλικό της KGB φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο δίδασκε νέους πράκτορες να διεισδύουν στη βρετανική κοινωνία, ενώ η αλληλογραφία του σκιαγραφεί το πνευματικό και πολιτικό του περιβάλλον.
Η υπόθεση του «Αρχείου Μόσχας» δεν είναι απλώς μια ιστορία για μια αποτυχημένη αγορά. Αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο το βρετανικό κράτος διαχειρίζεται το δύσκολο παρελθόν του: με σεβασμό στους θεσμούς, αλλά και με σιωπηλές παρεμβάσεις όταν θεωρεί ότι διακυβεύεται η δημόσια μνήμη και η πολιτική ισορροπία. Οι σκιές του Ψυχρού Πολέμου, όπως δείχνει αυτή η ιστορία, εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονοι θεσμοί συνομιλούν με την ιστορία.