Σύνδεση συνδρομητών

Πώς δέχτηκε η Ελλάδα τον Καβάφη

Δευτέρα, 08 Δεκεμβρίου 2025 15:50
Φωτογραφία ενός σχεδίου ακουαρέλας με τον Καβάφη, από τον Νικόλαο Γώγο.
CC BY-SA 4.0 Cavafy Archive Onassis Foundation 
Φωτογραφία ενός σχεδίου ακουαρέλας με τον Καβάφη, από τον Νικόλαο Γώγο.

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν. Ιστορίες της καβαφικής κριτικής (1933-1963), Άγρα, Αθήνα 2025, 280 σελ.

Την ίδια ώρα που ο Καβάφης αναγνωριζόταν στο Λονδίνο, έπαιρνε εγκωμιαστικές κριτικές, μεταφράζονταν ποιήματά του και έκανε καινούργιους φίλους, η Ελλάδα ήταν φειδωλή απέναντι στο ποιητικό του έργο. Το τοπίο της ελληνικής κριτικής άλλαξε μόλις το 1932, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του. Ποιοι έγραψαν πρώτοι εγκωμιάζοντας την ποίησή του; Κι ακόμα, πώς τον αντιμετώπισε ο Σεφέρης. Και πώς συνέβαλε ο Στρατής Τσίρκας στη διαμόρφωση της εικόνας του Αλεξανδρινού ως «ισχυρού» πολιτικού ποιητή. Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου ρίχνει φως στο παρελθόν της πρόσληψης του καβαφικού έργου από μια επιφυλακτική και δύσπιστη Ελλάδα. [ΤΒJ]

Η τεράστια καβαφική βιβλιογραφία, την οποία γνωρίζουμε χάρις στις άοκνες προσπάθειες του Δημήτρη Δασκαλόπουλου[1], λειτουργεί ενδεχομένως αποθαρρυντικά για τον μελετητή της καβαφικής κριτικής. Όχι, όμως, και για τον Γιάννη Παπαθεοδώρου, ο οποίος με τη διεισδυτική ματιά του, το οργανωτικό του πνεύμα και το αφηγηματικό του ταλέντο αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά μιας κρισιμότατης περιόδου της κριτικής, από τον θάνατο του ποιητή, το 1933, μέχρι το 1963, την εκατοστή επέτειο από τη γέννησή του και το έτος της καλαίσθητης έκδοσης του corpus των 154 ποιημάτων από τον Γ. Π. Σαββίδη στις εκδόσεις Ίκαρος.

Κατά την τριακονταετία αυτή κυρίως τρεις κριτικοί, οι οποίοι έγραφαν και λογοτεχνία, ο Τίμος Μαλάνος, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Στρατής Τσίρκας, διαμόρφωσαν με τα γραπτά τους ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο συνεχίζει να λαμβάνει υπόψιν ο κριτικός λόγος για το έργο του Καβάφη. Ο καβαφικός «ιστορισμός» είναι μια έννοια που συγκροτήθηκε με τη συμβολή των τριών, αλλά διέφερε πολύ η συμβολή του καθενός στη διαμόρφωση των οργανικών προϋποθέσεων της πρόσληψης του όρου: «Τι θα ήταν, αίφνης, ο λόγος για τον ‘ιστορικό Καβάφη’ αν δεν συνοδευόταν από έναν λόγο γύρω από τη σεξουαλικότητα και την ψυχανάλυση (Τίμος Μαλάνος), τη μοντερνιστική ‘αίσθηση της ιστορίας’ (Γιώργος Σεφέρης), την πολιτική κριτική στην αποικιοκρατία (Στρατής Τσίρκας); [...] [Η] συζήτηση γύρω από τον ιστορισμό του Καβάφη είναι ταυτόχρονα μια συζήτηση για τη σεξουαλική ψυχοπαθολογία, για τη μοντερνιστική ‘μυθιστορία’, για τη μαρξιστική διαλεκτική».[2] Ο Παπαθεοδώρου προσφεύγει στον Μισέλ Φουκώ και στο επιχείρημά του ότι «η ιστορία μιας έννοιας [...] δεν είναι η ιστορία της προοδευτικής εκλέπτυνσης και εξέλιξής της αλλά ‘η ιστορία των διαφόρων πεδίων συγκρότησής της’, η ιστορία των ‘διαδοχικών κανόνων χρήσης της’, η ιστορία ‘των διαφόρων θεωρητικών κύκλων όπου συντελέστηκε’ η επεξεργασία της».[3] Το πώς, λοιπόν, προκύπτει ο καβαφικός «ιστορισμός», πώς νοηματοδοτήθηκε ο όρος από τις διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις κατά τη διάρκεια μιας τριακονταετίας, πώς είναι συγκροτημένος και τι σημαίνει σήμερα και πώς, μέσω αυτού του όρου, διαμορφώθηκαν οι όροι πρόσληψης του καβαφικού έργου είναι το ζήτημα που απασχολεί τη μελέτη του Παπαθεοδώρου στα τρία κεφάλαιά της, τα εξής: 1. Η γνώση των ηδονών, 2. Η αίσθηση της ιστορίας, 3. Η επιστροφή των βαρβάρων.

 

Η ελληνική κριτική

Ο Κ. Π. Καβάφης (1863-1933) δεν ευτύχησε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, να δει εκτεταμένες κριτικές που να αναγνωρίζουν τη σημασία του έργου του γραμμένες στην ελληνική γλώσσα. Βεβαίως, διαφορετικά είχαν τα πράγματα στη Βρετανία: Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1919 δημοσιεύτηκε στο μεγάλου κύρους περιοδικό του Λονδίνου Athenaeum το άρθρο του μυθιστοριογράφου E.M. Forster, «The Poetry of C. P. Cavafy», το οποίο περιλάμβανε μεταφράσεις στα αγγλικά από τον Γ. Βαλασόπουλου των ποιημάτων «Εν τω μηνί Αθύρ», «Θάλασσα του πρωϊού», «Αλεξανδρινοί βασιλείς» και υπογραφόταν από κοινού από τον συγγραφέα και τον μεταφραστή. Πέραν αυτού, ο Καβάφης είχε, μετά τη δημοσίευση στο Athenaeum, αλληλογραφία με τον Forster, τον Leonard Woolf (σύζυγο της Virginia Woolf), όπως και τον εκδοτικό οίκο Hogarth Press (που είχε ιδρυθεί και ανήκε στους Woolf), η οποία δείχνει τη βούληση των Forster και Woolf να εκδώσουν βιβλίο με επιλογή των ποιημάτων του στα αγγλικά, αίτημα στο οποίο δεν συγκατατέθηκε.

Όπως τονίζει ο Παπαθεοδώρου στο πρώτο κεφάλαιο, «Η γνώση των ηδονών», μόνο μετά το αφιέρωμα του περιοδικού Ο Κύκλος στον Καβάφη, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1932, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, αλλάζει το τοπίο της νεοελληνικής κριτικής. Δεν τίθεται πλέον το ερώτημα «αν είναι ή δεν είναι ποιητής» ο Καβάφης, ερώτημα που επαναλαμβανόταν συχνά για αρκετές δεκαετίες, αλλά το ερώτημα με ποιες ερμηνευτικές μεθόδους θα αναλυθεί το έργο του: στο αφιέρωμα συμμετέχουν οι Άλκης Θρύλος, Κ. Θ. Δημαράς, Τ. Κ. Παπατσώνης, Ι. Α. Σαρεγιάννης, Τέλλος Άγρας, Γ. Κ. Κατσίμπαλης και Μ. Σπιέρος. Σε πολλά από τα δοκίμια που περιλαμβάνονται αφιέρωμα του περιοδικού υιοθετούνται στοιχεία της ψυχολογικής και της ψυχαναλυτικής ερμηνευτικής.

Σημαντικό προς την κατεύθυνση των μεθόδων ανάλυσης είναι και το βιβλίο του Τίμου Μαλάνου Ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης. Ο άνθρωπος και το έργο του, η πρώτη εκδοχή του οποίου κυκλοφόρησε το 1933, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του ποιητή, από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Στο βιβλίο του Τίμου Μαλάνου η ερμηνευτική μέθοδος ήταν η ψυχο-βιογραφική, η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ομοφυλοφιλία του Καβάφη και προσπαθεί να ερμηνεύσει το σύνολο του έργου του με άξονα «τη διαφορετική, κάθε τόσο, εμφάνιση του διεστραμμένου ερωτικού του ενστίκτου».[4] Σύμφωνα με τον Μαλάνο, όλα σχεδόν τα ποιήματα του Καβάφη δεν είναι τίποτε άλλο παρά πεδία προβολής αυτού του «ενστίκτου». Σε αυτό τον μηχανισμό αποδίδει, άλλωστε, την επιλογή του Καβάφη να συγγράφει ποιήματα με ψευδο-ιστορικούς αλλά και ιστορικούς χαρακτήρες και τόπους σε εποχές του παρελθόντος.

Από τους συγγραφείς του αφιερώματος του περιοδικού Ο Κύκλος ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, ο Μ. Σπιέρος, (=Νικήτας Ράντος, Νίκος Καλαμάρης, Ν. Κάλας), ο οποίος υιοθετεί το μαρξιστικό, αλλά και το ψυχαναλυτικό μεθοδολογικό πλαίσιο και θίγει ζητήματα που υπογραμμίζουν τον νεωτερικό χαρακτήρα της ποίησης του Καβάφη. Διατυπώνει μια ιδιαίτερης σημασίας θεωρητική παρατήρηση για τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μνήμη, την τέχνη και τη θρησκεία, η οποία αφορά τη λειτουργία του χρόνου και σχετίζεται με την ψυχαναλυτική έννοια της εκ των υστέρων θεώρησης (Nachträglichkeit), ενώ, παράλληλα, επισημαίνει τη λειτουργία του θρησκευτικού συναισθήματος, όπως αυτό περιγράφεται στο έργο του Φρόυντ Μωυσής και μονοθεϊσμός. Υποστηρίζει ότι στο καβαφικό έργο σημασία δεν έχει το ίδιο το γεγονός, αλλά η διαδικασία της πρόσβασης σε αυτό, δια της οποίας εκλύονται συναισθήματα. Με την ερμηνευτική προσέγγιση αυτή αποδίδεται ιδιαίτερη θέση στον αναγνώστη, ο οποίος θα ανασυγκροτήσει τη διαδικασία πρόσβασης στο γεγονός μέσω του συναισθήματος που εκλύεται. Σύμφωνα με τον Σπιέρο, όταν ο Καβάφης πραγματεύεται ιστορικά ζητήματα που φέρνουν στην επιφάνεια μεγάλες αντιθέσεις δεν τα παρουσιάζει ως διλήμματα, επειδή «[κ]ανένας Έλληνας συγγραφέας ―του πεζού ή ποιητικού λόγου― δεν έχει σαν τον Καβάφη την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα κρίσιμα στάδια ενός ψυχολογικού δράματος».[5] Αντιθέτως, η καβαφική ποίηση αναδεικνύει την υποκειμενική οπτική όταν, για παράδειγμα εστιάζει σε μια σύγκρουση: μεταξύ εθνικών και χριστιανών ή μεταξύ Ελλήνων και Περσών. Στο πλαίσιο αυτό, όταν σχολιάζει ο Σπιέρος το ποίημα «Δημάρατος», αναφέρει: «Εντελώς καβαφικός είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η αποτυχία, προηγείται η ψυχολογική αποτυχία της αντικειμενικής· ο Δημάρατος είναι βέβαιος πως θα καταστραφεί πριν έλθει η καταστροφή. Το δράμα έληξε προτού γίνει, η Ρώμη καταστράφηκε πριν έλθουν οι βάρβαροι».[6] Υπογραμμίζεται, δηλαδή, η υποκειμενική ενσυναίσθηση, η οποία προηγείται του αντικειμενικού γεγονότος, θέση σαφώς προδρομική στον κριτικό λόγο της δεκαετίας του 1930.

 

Ο Σεφέρης για τον Καβάφη

Το δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης, «Η αίσθηση της ιστορίας», εστιάζει στην κριτική υποδοχή του Καβάφη από τον Γιώργο Σεφέρη. Ο  Σεφέρης ενδιαφέρεται για τον Καβάφη ήδη από το 1936, όταν, στο δοκίμιο «Απορίες διαβάζοντας τον Κάλβο», καταλήγει, αφού αναφερθεί τόσο στον Καβάφη όσο και τον Σολωμό, στο εξής συμπέρασμα: «Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά. Σε καμιά λογοτεχνία δε βρίσκω ανάλογα παραδείγματα. Οι δυσκολίες τους ―το μέτρο της δύναμής τους― τους έκαναν όρια. Ποιος θα πει ποτέ τις δυσκολίες τους;».[7] Το 1936, λοιπόν, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Καβάφη και τη δημοσίευση της ψυχο-βιογραφικής και επικριτικής μελέτη του Μαλάνου, ο Σεφέρης τον κατατάσσει στους τρεις μεγάλους, πεθαμένους «ποιητές μας»· δήλωση που εξαιρεί τους ζώντες και κλείνει το μάτι προς το μέλλον, δημιουργώντας προσδοκίες για συνέχεια. Όντως, επανέρχεται για να εξετάσει και να σχολιάσει συστηματικά και ουσιαστικά το έργο του αλεξανδρινού ποιητή δέκα χρόνια αργότερα, μετά την εμπειρία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με το «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι». Εκεί παρουσιάζει αριστοτεχνικά «τις δυσκολίες» που αναδύονται όταν προσεγγίζει κανείς το ποιητικό έργο Καβάφη και διαμορφώνει ένα ερμηνευτικό σύστημα για να τις χειριστεί και να το αναδείξει. Εξ ίσου αριστοτεχνικά ο Παπαθεοδώρου παρουσιάζει το πώς ο Σεφέρης διαπιστώνει και αναλύει αυτό που χαρακτηρίζει ως «ιστορική αίσθηση» στο έργο του Καβάφη και το πώς απαντά στην «ψυχο-βιογραφική» ερμηνεία που υιοθετεί ο Μαλάνος· την πραγμάτευσή του την υποστηρίζει με στοιχεία από την αλληλογραφία του Σεφέρη με τον Μαλάνο και με άλλους. Όλα αρχίζουν από την ευρηματική ερμηνεία του ποιήματος «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες», το οποίο ο Σεφέρης τοποθετεί στο εγγύς παρελθόν, στο μετέπειτα της Μικρασιατικής καταστροφής, και προσπαθεί να το αναγνώσει ως σχόλιο για τη Μικρασιατική Καταστροφή εστιάζοντας στον ανοικειωτικό τελευταίο στίχο, ο οποίος, ―γιατί άραγε;― δηλώνει τον χρόνο της γραφής του: «Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού·/ έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου».[8] Όπως εξηγεί ο Παπαθεοδώρου, η ερμηνεία αυτή, η οποία εισάγει και αναπτύσσει την έννοια του «χρονικού συνταυτισμού», αναδεικνύει «την ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών χρονικοτήτων μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα», φαινόμενο που έχει περιγράψει ο φιλόσοφος Reinhart Koselleck και το έχει χαρακτηρίσει με τον όρο «ομοχρονία του μη ομόχρονου». Η έννοια της «ομοχρονίας του μη ομόχρονου» δείχνει την αλλαγή αντίληψης για την ιστορικότητα: το παρελθόν δεν είναι απομακρυσμένο από το παρόν, αλλά σημείο μετάβασης προς αυτό, ενώ το παρόν «ξαναζωντανεύει» την ιστορία.[9]  Ο Σεφέρης με τα δοκίμια του 1946 [«Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι» και «Ακόμα λίγα για τον Αλεξανδρινό»], δείχνει ξεκάθαρα ότι, όσον αφορά την ποίηση του Καβάφη, ανήκει στους «ευλαβείς» αναγνώστες της, όπως αυτοί περιγράφονται στο ποίημα «Σοφοί δε προσιόντων», ανήκει, δηλαδή, σε αυτούς που «[η] μυστική βοή τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Προοιωνίζεται, λοιπόν, προφητεύει, θα τολμούσα να πω, αυτό που θα διαπιστώσει η μετέπειτα και επί πολλά έτη ενασχόληση πολλών μελετητών με το αρχείο του Καβάφη: τον συστηματικό και ουσιαστικό διάλογο των καβαφικών κειμένων με την ιστοριογραφία που εκκινεί ήδη από το 1893, τη νεωτερική άποψη που υιοθετούν τα ποιήματα όσον αφορά τη λειτουργία του χρόνου, όπως και τις πολλές «αναθεωρήσεις» της ποιητικής θεωρίας και πρακτικής του Καβάφη, το πέρασμα, δηλαδή, κάθε τόσο από ένα νέο «κατώφλι νεωτερικότητας», όπως υπαινίσσεται και το καβαφικό σημείωμα: «Yπάρχουν Aλήθεια και Ψεύδος άρα γε; ή υπάρχουν μόνον Nέον και Παλαιόν, – και το Ψεύδος είναι απλώς το γήρας της αληθείας;»[10]

 

Ο Καβάφης του Τσίρκα

Το τρίτο κεφάλαιο, «Η επιστροφή των βαρβάρων», εισάγει τον Στρατή Τσίρκα, τη συστηματική έρευνά του στα αρχεία της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας, την προσεκτική μελέτη της ιστορίας του τόπου που έζησε ο Καβάφης, αλλά και τη διερεύνηση στοιχείων του αρχείου Καβάφη. Η συμβολή του Στρατή Τσίρκα με τα βιβλία του Ο Καβάφης και η εποχή του (1958) και Ο πολιτικός Καβάφης (1971) στη διαμόρφωση της εικόνας του αλεξανδρινού ως «ισχυρού» πολιτικού ποιητή υπήρξε καθοριστική για την πρόσληψη του Καβάφη, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις που υπάρχουν για ορισμένες ερμηνείες που υιοθετεί. Ο Τσίρκας κατασκευάζει έναν «πολιτικό» Καβάφη, ο οποίος, «με τη βαθιά του αίσθηση της ιστορίας και της πολιτικής, στοχάστηκε πολύ πάνω στις τύχες του Ελληνισμού».[11] Έχοντας πλήρη συνείδηση του εγχειρήματος τονίζει ότι ο τίτλος του βιβλίου του, Ο πολιτικός Καβάφης, «μπήκε λίγο και σαν πρόκληση, για να τραβήξει επιτέλους, αυτός, ο πολιτικός Καβάφης, όλη την προσοχή που του χρωστούμε».[12] Το έργο του Καβάφη, κατά τον Τσίρκα, προσδιορίζεται από τις συντεταγμένες τόσο της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής όσο και αυτής της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας. Βέβαια, η αναφορά στον πολιτικό χαρακτήρα του έργου του Καβάφη δεν αποτελεί καινοτομία του Τσίρκα, όπως και ο ίδιος τονίζει[13], επειδή η πολιτική αυτή διάσταση είχε αναδειχθεί από τις μελέτες του Γιώργου Βρισιμιτζάκη[14], του πρώτου συστηματικού μελετητή του αλεξανδρινού, ο οποίος υποστηρίζει ότι «η πολιτική του Καβάφη είναι μια πολιτική απογοητεύσεως, αλλά και προσπάθειας προσαρμογής».[15] Η ιδιαίτερη έμφαση που δίνει, όμως, ο Τσίρκας στο πολιτικό στοιχείο και ο τρόπος που το ανιχνεύει συστηματικά, βοηθούμενος και από ευρήματα «στα χαρτιά του ποιητή» και μάλιστα το ανέκδοτο ποίημα του 1908, «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», που αναφέρεται στον απαγχονισμό ενός δεκαεπτάχρονου Άραβα από τους Βρετανούς μετά τα γεγονότα του Ντενσουάι (1906), είναι αυτή που τον διαφοροποιεί από προηγούμενους μελετητές. Στο κεφάλαιο αυτό ο Παπαθεοδώρου συνδέει τον πολιτικό ποιητή που αναδεικνύει ο Τσίρκας με την «ιστορική αίσθηση» που αυτός διαθέτει και που αναδεικνύει ο Σεφέρης: «ποιητής ιστορικός [...] σημαίνει, αν η λέξη ποιητής έχει κανένα νόημα, τον άνθρωπο που έχει την ιστορική αίσθηση».[16]

Η μελέτη του Παπαθεοδώρου δεν παρουσιάζει μόνο τον έντονο διάλογο κατά την καταστατική αυτή τριακονταετία, αλλά στοχάζεται για το πώς συνδέεται η ψυχολογική, η ιστορική και η πολιτική διάσταση του καβαφικού έργου. Τονίζει, επίσης, τη σημασία του καβαφικού αρχείου, ως πλαισίου αναφοράς και ως δείκτη των διαφορετικών χρονικοτήτων που χαρακτηρίζουν τόσο τη συγγραφή των ποιημάτων όσο και την εκδοτική πρακτική του Καβάφη. Τι σημαίνει το γεγονός ότι ο ποιητής αυτός στέλνει ορισμένα μόνο από ποιήματά του σε αναγνώστες που επιλέγει και καταγράφει σε καταλόγους αποδεκτών; Τι σημαίνει το ότι άλλα κρατά κρυμμένα δεκάδες ποιήματα με το σημείωμα «Not to be published, but may remain here»; Πώς ερμηνεύεται από τη σκοπιά του σήμερα ότι άλλα ποιήματα πρώτα τα δημοσιεύει και μετά τα αποκηρύσσει και άλλα παραμένουν για χρόνια «υπό κατασκευήν» και σε εκκρεμότητα στο αρχείο του; Ποιος είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει ο σημερινός μελετητής τόσο ως προς τον καθοριστικό κριτικό λόγο της περιόδου 1933-1963, όσο και ως προς το σύστημα αναφοράς που λέγεται αρχείο;

Ο τρόπος που μελετάται η σύνδεση της ψυχολογικής, της πολιτικής και της ιστορικής διάστασης του καβαφικού έργου σε μια συγκεκριμένη περίοδο από τον Παπαθεοδώρου καθιστά σαφές ότι η κριτική σαφώς και περιγράφει, σχολιάζει και αναδεικνύει την αξία του λογοτεχνικού έργου, αλλά δεν κάνει μόνο αυτό. Ταυτόχρονα επιτελεί μία ακόμη λειτουργία: Συγκροτεί το πεδίο της λογοτεχνίας και διαμορφώνει τις ιστορικά προσδιορισμένες συντεταγμένες της λογοτεχνικής «ιστορίας», η οποία, βεβαίως, μεταβάλλεται ανάλογα με τη χρονική στιγμή της ερμηνείας ή ανάλογα με την ιδεολογία της. Τα έργα της λογοτεχνίας εισερχόμενα στη δημόσια σφαίρα ανθίστανται στις κατατάξεις και τις ταξινομήσεις της κριτικής, επειδή έχουν συγκροτηθεί ιστορικά· η κριτική, εξ ίσου ιστορικά συγκροτημένη, διεκδικεί να διαμορφώσει τον δικό της χώρο στη δημόσια σφαίρα επιλέγοντας λογοτεχνικά έργα, ερμηνευτικές μεθόδους, συσχετίσεις και συγγένειες και αρθρώνοντας τον σχετικό λόγο· έτσι κατασκευάζονται οι ιστορίες της λογοτεχνίας, οι οποίες, ενίοτε, αναδιαμορφώνουν την ίδια τη λογοτεχνία και μεταβάλλουν το λογοτεχνικό πεδίο.

Καταλήγοντας, η μελέτη του Παπαθεοδώρου για τον «απατηλό γέρο» της Αλεξάνδρειας καταφέρνει, με την εξαιρετική επιλογή του υλικού που παραθέτει, τη θεωρητική της πλαισίωση, την ακρίβεια στις εκτιμήσεις, αλλά και το αφηγηματικό ταλέντο του συγγραφέα της, να προσφέρει στον αναγνώστη γνώση και απόλαυση, διηγούμενη το «απατηλό παρελθόν» του κριτικού λόγου.

 

[1] Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος καταγράφει τέσσερις χιλιάδες άρθρα και διακόσιους ανεξάρτητους τόμους στη Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1886-2000), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2003. Στο περιοδικό Κονδυλοφόρος, τεύχος 11(2012), σ. 163-233, παρατίθεται και συμπλήρωμα μέχρι το 2010.

[2] Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν. Ιστορίες της καβαφικής κριτικής (1933-1963), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2025, σ. 23.

[3] Στο ίδιο, σ. 23.

[4] Τίμου Μαλάνου Ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης. Ο άνθρωπος και το έργο του, Δίφρος, Αθήνα 1957, σ. 66.

[5] Νικόλας Κάλας, «Παρατηρήσεις επάνω στο καβαφικό έργο», Κείμενα Ποιητικής και Αισθητικής, επιμ. Αλ. Αργυρίου, Πλέθρον, Αθήνα 1982, σ. 92.

[6] Στο ίδιο, σ. 93.

[7] Γ. Σεφέρης, «Απορίες διαβάζοντας τον Κάλβο», Δοκιμές, τόμ. Α΄, Αθήνα, Ίκαρος, 31974, σ. 62-63.

[8] Γ. Σεφέρης, «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ· παράλληλοι», Δοκιμές, τόμ. Α΄, Αθήνα, Ίκαρος, 31974, 328-335.

[9] Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν, ό.π., σ. 164-165.

[10] Κ. Π. Καβάφη, Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής (1902-1911), παρουσιασμένα από τον Γ. Π. Σαββίδη, Αθήνα, Ερμής, 1983, σ. 24.

[11] Στρατής Τσίρκας, Ο πολιτικός Καβάφης, Κέδρος, Αθήνα 1971, σ. 13.

[12] Ό.π., σ. 20.

[13] Ό.π., σ. 21-23.

[14] Σε κείμενα που δημοσιεύτηκαν από το 1917 έως το 1926. Ανάμεσά τους βρίσκεται και το «Η πολιτική του Καβάφη». Τα κείμενα αυτά συμπεριλαμβάνονται στον τόμο: Γ. Βρισιμιτζάκης, Το έργο του Κ.Π. Καβάφη (πρόλογος-επιμ. Γ.Π. Σαββίδη), Αθήνα, Ίκαρος, 21984.

[15] Γ. Βρισιμιτζάκης, Το έργο του Κ.Π. Καβάφη, ό.π., σ. 41.

[16] «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ· παράλληλοι», ό.π., σ. 340.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος

Καθηγητής γενικής και συγκριτικής γραμματολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Βιβλία του: Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (1994), Αρτεμίδωρος και Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες και λογοτεχνικά όνειρα (2005), «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης (2012), Το αμφίσημο γέλιο στη συλλογή «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» του Μάριου Χάκκα (2023).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.