Σύνδεση συνδρομητών

«Δε διαβάζει ο κόσμος πια, παιδί μου»

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2022 10:27
Παλαιοβιβλιοπώλες στην οδό Μασσαλίας, στους τοίχους του παλαιού Νεκροτομείου.
Αρχείο Δημήτρη Κανελλόπουλου
Παλαιοβιβλιοπώλες στην οδό Μασσαλίας, στους τοίχους του παλαιού Νεκροτομείου.

Το καρότσι και οι άνθρωποί του… Η στήλη του Δημήτρη Κανελλόπουλου Στέκια από το τεύχος 136

Θυμήθηκα πολύ καλά το Δημοτικό Νοσοκομείο, που βρισκόταν στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζει το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Ήταν ένα κτίριο παλιό, γκρίζο, χωρίς συντήρηση. Το περιτριγύριζε μια ψηλή, πετρόκτιστη μάντρα. Στην πλευρά της Ασκληπιού, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ένα περίπτερο, από τα πρώτα που έβγαλαν πάγκους και πουλούν βιβλία, στέκονταν κάποιοι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι, μπροστά σε βαντάκες, σε ράφια που έκλειναν με δίφυλλες πόρτες το βράδυ. Ήταν οι υπαίθριοι βιβλιοπώλες. Αυτοί, όταν το 1971 η χούντα μετέφερε το Δημοτικό Νοσοκομείο στη σημερινή του θέση, στους Αμπελοκήπους, μεταφέρθηκαν στην οδό Μασσαλίας, στον τοίχο του παλιού Νεκροτομείου.

Στις πρώτες μου καθόδους στο αθηναϊκό κέντρο, όταν άρχισα να εργάζομαι στο Τυπογραφείο Μιχαλά-Κωνσταντινίδη, έβλεπα τους πάγκους του βιβλιοπωλείου Λαδιά στην οδό Ιπποκράτους. Και παρότι πολλές φορές στάθηκα και περιεργάστηκα τα βιβλία που ήταν εκτεθειμένα στους περαστικούς, ποτέ δεν αγόρασα κάτι από εκεί.

Ο σεβαστός Δημήτρης Παπαδήμας αναφέρει για εκείνη την εποχή:

Στο κέντρο της Αθήνας, γύρω από το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία και την Εθνική Βιβλιοθήκη, λειτούργησαν και τα παλαιοβιβλιοπωλεία που αγόραζαν και πουλούσαν παλαιά και σπάνια βιβλία. Στη Χαριλάου Τρικούπη υπήρχαν τα παλαιοβιβλιοπωλεία του Βασίλη Γρηγοριάδη, του Αθανασίου Καρδαμίτσα («Ινστιτούτο του βιβλίου») και του Θεόδωρου Γεωργακόπουλου. Στην Ακαδημίας, του Νότη Καραβία. Στην Ιπποκράτους, των Ευθυμίου Τριανταφύλλου, Αντώνη Κόντε, Χαράλαμπου Σπανού, Δ. Ν. Παπαδήμα, Ευτύχιου Βαγιονάκη, Αγγέλου Ζαμπάκη και Κώστα Θεοχαρίδη. Στην Πεσμαζόγλου, του Πέτρου Ράνου, του Πέτρου Καραβάκου – και στην Ευριπίδου 6 του Βασίλη Κουμπούγια.

Τα περισσότερα από αυτά τα πρόλαβα ως βιβλιοπωλεία κυρίως, με καινούργια βιβλία. Αρκετά όμως, όπως των Γρηγοριάδη, Γεωργακόπουλου, Κόντε, Ζαμπάκη. Θεοχαρίδη, Ράνου, Καραβάκου και Κουμπούγια, δεν τα θυμήθηκα. Θέλω όμως να καταγράψω, την γνωριμία μου με δύο ανθρώπους πριν γλιστρήσουν στη λήθη.

Καταγράφοντας προσφάτως τις μνήμες μου, υπό μορφήν περιπάτου, κάποια βράδια που έμπαινε στα σωθικά μου η μοναξιά στο «έρμο Μπουκουρέστι» (που λέει κι ένα τραγούδι της ξενιτιάς), αίφνης έρχεται στη μνήμη μου το «πλωτό κατάστημα» (κατά τον Μένη Κουμανταρέα) ή το «κατάστημα καράβι» (κατά τον Νίκο Χειλαδάκη), το οποίο βρισκόταν μπροστά στο σπίτι του Μένη Κουμανταρέα, στην οδό Χέυδεν 12. 

 

Ο Κώστας Νικολάκης της Χέυδεν

Είναι 1971. Έχω ένα χρόνο ένσημα εργαζόμενος σε ένα μεγάλο εμπορικό της οδού Ερμού κι έτσι τα Σάββατα έχω εξασφαλίσει ένα χαρτζιλίκι. Το χαρτζιλίκι δε φτάνει να πάω με λεωφορείο και να γυρίσω στην Αλκυονίδα, όπου συνήθως πηγαίνω με τα πόδια από του Γκύζη, περνώντας από  την πλατεία Βικτωρίας. Εκεί στη Χέυδεν σταματώ στο «πλωτό μαγαζί», όπως αποκαλεί, ένα τεράστιο καρότσι γεμάτο βιβλία ο Κουμανταρέας. Τότε ακόμη δεν γνωρίζω τίποτε για τον Μένη Κουμανταρέα. Βλέπω πίσω από τον πάγκο έναν μαυριδερό κύριο με μουστάκι – το μούσι το άφησε αργότερα. Είμαι ήδη οργανωμένος στη Νεολαία. Βλέπω ότι έχει κάποια βιβλία των εκδόσεων Θεμέλιο, σκεπασμένα επιμελώς. Ρωτάω:

«Αυτό, πόσο το έχετε;». Είναι το Κράτος και Επανάσταση του Λένιν.

 «15 δραχμές », μου απαντά και με κοιτάζει με ανασηκωμένο το ένα φρύδι. Με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Τόσα είχα όλα κι όλα για να πάω σινεμά, ν’ αγοράσω κι ένα τσιπς και να γυρίσω πίσω με το λεωφορείο.

 «Ευχαριστώ», λέω και φεύγω.

Κατεβαίνοντας προς την 3ης Σεπτεμβρίου, προσπαθούσα να ερμηνεύσω το ανασηκωμένο φρύδι και τη σκληρή του φωνή. Με έζωσαν τα φίδια, καθώς πλησίαζα στην Ιουλιανού. Κοίταζα συνεχώς πίσω μου μήπως με ακολουθούσε κάποιος ασφαλίτης. Αποφάσισα να μην μπω στον κινηματογράφο. Έστριψα αριστερά στην Ιουλιανού και, μέσω του Πάρκου, γύρισα στο σπίτι μου, ταραγμένος και κοιτάζοντας συνεχώς πίσω μου, σε όλη τη διαδρομή. «Έχασα το Σάββατό μου», σκέφτηκα, «μ’ αυτόν τον τύπο».

Η περιέργεια μου όμως με οδήγησε ξανά στη Χέυδεν ένα άλλο απόγευμα Σαββάτου. Είχα κάνει οικονομίες και είχα μαζέψει τις 15 δραχμές. Είχα και το χαρτζιλίκι για τον κινηματογράφο. Πήγα άφοβα προς τον πάγκο. Ο μελαχρινός κύριος γύρισε και με κοίταξε. Έψαξα για το βιβλίο στο σημείο που ήταν μισοσκεπασμένο, δεν ήταν εκεί. Απογοητεύτηκα! Έκανα να γυρίσω πίσω, να φύγω. Οπότε, τον ακούω να μου λέει:

«Το έχω κρατήσει εδώ. Κατάλαβα ότι θα ξανάρθεις».

 Το έβγαλε από μια νάιλον σακούλα και μου το έδωσε. Του έδωσα τα χρήματα. 15 δραχμές σε φραγκοδίφραγκα. Με κοίταξε πάλι με ανασηκωμένο το ένα φρύδι και μου είπε:

«Έλα δω. Πάρε αυτά...»

Και μου επέστρεψε 5 δραχμές.

Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά, που μου έκανε έκπτωση...

Μετά από κάνα χρόνο, ίσως ενάμιση, ίσως και παραπάνω, έπιασα δουλειά στου Παπαζήση. Εκεί ξανασυναντηθήκαμε κι έκτοτε μείναμε φίλοι για ολόκληρη ζωή. Αν και δεν βλεπόμασταν συχνά, παρά μόνον όταν περνούσα εγώ από το «ημιβυθισμένο» τώρα μαγαζί της 3ης Σεπτεμβρίου όπου είχε βρει λιμάνι το «πλωτό καράβι».  Εκεί κάποιες φορές, την άνοιξη του 1974, περνώντας να του αφήσω βιβλία που είχε παραγγείλει στον Ολκό κι αργότερα από τον Παπαζήση, πίναμε καφέ και μου μιλούσε για την παλιά του τέχνη. Πριν ασχοληθεί με την αγοραπωλησία βιβλίων, ο Κώστας Νικολάκης ήταν τσιγκογράφος.

Όταν άρχισε να πουλά βιβλία με το καρότσι, πέρασε από διάφορα σημεία της πρωτεύουσας. Αν θυμάμαι καλά, έλεγε πως στην αρχή έκανε «πιάτσα» στην πλατεία Μοναστηρακίου. Στην οδό Χέυδεν κατέληξε έπειτα από διάφορες περιπλανήσεις.

Ο ποιητής Γιώργος Καραβασίλης, με τον οποίο κάναμε παρέα τη δεκαετία του 1980, όταν προετοίμαζα την Ανθολογία: 42 Νεοέλληνες ποιητές για τον εκδοτικό οίκο Dacia του Κλουζ Ρουμανίας, είχε πει μια φορά για τον Κώστα Νικολάκη: «ο Νικολάκης ήταν ο μόνος, εκείνη την εποχή, γύρω στα 1970, που διακινούσε βιβλία ποιότητας με το καρότσι…». Εκείνα τα χρόνια, ο Κώστας άνοιξε το μαγαζί στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, απέναντι από τον ΟΤΕ.

Το μαγαζί της 3ης Σεπτεμβρίου έγινε αμέσως στέκι πολλών ανθρώπων των γραμμάτων. Να αναφέρω τους αγαπημένους μου φίλους Γιώργο Καραβασίλη, Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Νίκο Χειλαδάκη, οι οποίοι ήταν γείτονες του Νικολάκη, μια και κατοικούσαν πέριξ της πλατείας Βικτωρίας. Επίσης, τον γλυκύτατο Δημήτρη Γιακουμάκη, τον Ναύαρχο με τον οποίο πολύ συχνά πηγαίναμε εκεί, μαζί και με τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, ενώ μετά οδεύαμε για οινοπνεύματα στο περιβόητο στέκι της γειτονιάς αυτής, στο Endim, στο οποίο συναντούσαμε τοβ Θωμά Γκόρπα, τον Γιάννη Βαρβέρη κ.ά.        

Τελευταία φορά είδα τον Κώστα Νικολάκη στο νοσοκομείο όπου θεραπευόταν ο Χειλαδάκης από την παλιαρρώστια. Εκεί, στην εκκλησία του Νοσοκομείου, ο Κώστας, πάντρεψε τον Χειλαδάκη με την αγαπημένη του, όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Γίνανε κουμπάροι. Ύστερα από κάμποσες μέρες, ο Χειλαδάκης έφυγε. Λίγους μήνες μετά διάβασα ότι έφυγε κι αυτός για το Βασίλειο της Ανυπαρξίας. Ο Κώστας Νικολάκης...

 

Ο Χαλκιόπουλος της Χέυδεν

Μετά τη δικτατορία, στην οδό Χέυδεν εμφανίστηκε ένας άλλος τύπος, μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Κωστάκη, ο οποίος επίσης πουλούσε βιβλία. Ήταν ο Γεράσιμος Χαλκιόπουλος. Ήταν ευτραφής, γενειοφόρος και φωνακλάς. Μια παρουσία κινηματογραφική. Ήταν καλαμπουρτζής και ανοιχτόκαρδος…

 Τον Γεράσιμο, ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του ΚΚΕ, τον βρήκα μια φορά, αρχές της δεκαετίας του 1990, στη Βάλτσα Κορινθίας, συνταξιούχο πια. Εκεί είχε ένα σπίτι και αποσύρθηκε μετά τη συνταξιοδότησή του. Με πήρε σχεδόν με το ζόρι, με πήγε εκεί και ήπιαμε καφέ. Δεν γνώριζε ότι είχα αποχωρήσει από το Κόμμα. Μου εξομολογήθηκε ότι τα δεδομένα είχαν αλλάξει κι ότι δύσκολα έβγαινε μεροκάματο με το καρότσι. Γι’ αυτό, τα τελευταία χρόνια γύριζε στα πανηγύρια ανά την Ελλάδα. Θυμάμαι τα τελευταία λόγια του:

«Δε διαβάζει ο κόσμος πια, παιδί μου Δημήτρη…».

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Ποιητής, συγγραφέας, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Ομίχλη πέτρινη (1986), Σκυθικές ερημίες (1996), Σιγή ασυρμάτου (2005), Κλίνη σπόρου, καλή (2010), Το φράγμα της μνήμης (Οροπέδιο 2017) και τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (2018). Ετοιμάζεται το βιβλίο του, Στα χρόνια του Κόκκινου Κόμη.

1 σχόλιο

ναι, ο κόσμος δεν διαβάζει - σε κεντρικότατο βιβλιοπωλείο στο Αργοστόλι ακούστηκε ο ιδιοκτήτης α δηλώνει επί λέξει "μού ήρθανε δύο φρέσκοι Καζαντζάκηδες - δεν πουλήθηκε ούτε ένα".

stefanos tzannetatos
stefanos tzannetatos
29 Δεκ 2022, 10:12

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.